Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Προδημοσίευση «ΛΙΓΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ», του Ισιδώρου Ζουργού – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Προδημοσίευση «ΛΙΓΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ», του Ισιδώρου Ζουργού – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Πατάκη
Σελίδες: 576
Τιμή: 19,90 €
Κυκλοφορεί σε λίγες μέρες

          Ο Ισίδωρος Ζουργός είναι ένας συγγραφέας από εκείνους τους σπάνιους που ανεβάζουν την ελληνική λογοτεχνία ένα "σκαλί" ψηλότερα. Ένας πραγματικός "τεχνίτης του λόγου" του οποίου το κάθε βιβλίο αποτελεί εκδοτικό γεγονός και το αναμένουν ανυπόμονα όλοι οι πολυάριθμοι αναγνώστες του. Το νέο μυθιστόρημα του εξαίρετου λογοτέχνη, λοιπόν, κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Πατάκη με τίτλο «Λίγες Και Μία Νύχτες», από το πρώτο κεφάλαιο του οποίου έχουμε την χαρά και την τιμή να φιλοξενούμε ένα εκτενές απόσπασμα. Ευχαριστώ θερμά τις αγαπημένες εκδόσεις Πατάκη για την παραχώρηση του ακόλουθου αποσπάσματος και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις πρώτες σελίδες του νέου εξαιρετικού και πολυαναμενόμενου μυθιστορήματος του αγαπημένου συγγραφέα. Ευχόμαστε ολόψυχα καλοτάξιδο και κάθε επιτυχία!  

Κεφάλαιο 1ο 

Ο γέρος στο βαγόνι

Σιδηροδρομικός σταθμός, 22 Απριλίου 1909,
ευρωπαϊκή ώρα 22.45´

Θηρίο μ’ ένα κίτρινο μάτι μες στη νύχτα. Είναι σιδερένιο, είναι τρένο, είναι βρόμικο απ’ τον καπνό και νεφελώδες απ’ τους υδρατμούς που βγάζουν τα ίδια του τα σπλάχνα. Έφυγε απ’ τον σταθμό του Σιρκετζί[1]  στην Κωνσταντινούπολη και ταξιδεύει εδώ και είκοσι ώρες. Μέχρι στιγμής πρόλαβε ο δρόμος να του νυχτώσει δυο φορές και μια να ξημερώσει. Είναι ένα τρένο στοιχειωμένο, που κουβαλάει λίγους επιβάτες κι έναν αιμοσταγή βασιλιά.
Στο πολυτελές βαγόνι ακουμπούσε το γέρικο κεφάλι του στο τζάμι για ώρες. Ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης και της δεύτερης νύχτας του ταξιδιού κοιτάζοντας έξω σιωπηλός τις ασημένιες σκιές των δέντρων και των χαμηλών σπιτιών. Χάζευε τα είδωλα που έπλαθε το φεγγαρόφωτο και προς στιγμήν τού φάνηκε πως κάπου ανέμιζε μια σημαία με σελήνη – όχι αυτή της δικής του αυτοκρατορίας αλλά της νύχτας, αυτής της επικράτειας που κρατάει για πάντα.
Το τρένο ετοιμάστηκε από την Επαναστατική Επιτροπή μέσα σε λίγες ώρες ειδικά γι’ αυτόν, ένα τρένο έρημο για να τον στείλει μακριά απ’ την Κωνσταντινούπολη, για να τον εξορίσει. Τον μονάρχη συνοδεύουν οι δυο μικροί του γιοι, τρεις απ’ τις γυναίκες του, υπασπιστές, ένα τσούρμο υπηρέτες και η φρουρά που τον επιτηρεί μ’ ένα σφίξιμο στο στήθος. Δεν είναι πολύς ο καιρός που ο πατισάχ δεν είναι παντοδύναμος και οι υπήκοοί του θέλουν τον χρόνο τους για να το συνηθίσουν.
Στον σιδηροδρομικό σταθμό της Σαλονίκης δεν υπάρχουν επίσημοι να τον υποδεχτούν, μόνο μια ντόπια φρουρά κι ο διοικητής της Σχολής Χωροφυλακής, ένας Ιταλός στρατηγός, ο Ντε Ρομπιλλάν, που μιλάει σπασμένα τα οθωμανικά.
Ο Ιταλός διοικητής δείχνει στον έκπτωτο μονάρχη να μπει στο αυτοκίνητό του· εκείνος αρνείται. Ο ξεδοντιασμένος από την εξουσία σουλτάνος θέλει άμαξα να τον ταξιδέψει, θέλει ν’ ακούει οπλές στο λιθόστρωτο, τρίλιες από χάμουρα που κουδουνίζουν, θέλει να μυρίζει τις ανάσες των αλόγων που αχνίζουν στην υγρασία της νύχτας.
Φέρνουν μιαν άμαξα που ξεκινάει μέσα από στενούς δρόμους και σκοτεινούς. Οι εντολές του κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» είναι σαφείς: η μεταφορά πρέπει να γίνει διακριτικά, αν γίνεται και μυστικά, μακριά από το θορυβώδες Κέντρο και την παραλία όπου όλα τα καφέ σαντάν είναι ακόμη ανοιχτά και οι λάμπες του φωταερίου προδίδουν την κάθε κίνηση. Πάνε δυο μέρες που η Θεσσαλονίκη, σημαιοστολισμένη και φωταγωγημένη, γιορτάζει την εκθρόνιση του σουλτάνου· άλλωστε η έδρα της Επαναστατικής Επιτροπής ήταν πάντα εδώ. Η ίδια η αιτία της χαράς της, ο εξόριστος πατισάχ, έρχεται ίσια μες στον κόρφο της, αλλά είναι ακόμη νύχτα και η πόλη δεν το ξέρει.
Ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ κάθε τόσο τραντάζεται στη θέση του στην άμαξα καθώς τα στενά τής Άνω Πόλης είναι γεμάτα λακκούβες. Η μεγάλη μύτη του τρέχει από την υγρασία, κρατάει στο αριστερό χέρι ένα μαντίλι και με το άλλο γαντζώνεται γερά απ’ τη χειρολαβή, γιατί οι στροφές και οι τρύπες στα καλντερίμια δεν έχουν τέλος.
Κατηφορίζουν απ’ τα ανατολικά τείχη ενώ αριστερά διακρίνονται τα φώτα του Δημοτικού Νοσοκομείου Χαμιδιέ, που έχει τ’ όνομά του. Η «Σκιά του Θεού επί της Γης» φρόντιζε τους υπηκόους του για τριάντα-τόσα χρόνια. Αυτοί, συλλογίζεται θλιμμένος, τον αντάμειψαν με απαγωγή και φυλάκιση σ’ ένα άδειο τρένο.
Η ψυχή του πατισάχ και τα λαγόνια του κάπως γαληνεύουν όταν τσουλάνε στους κυβόλιθους της Λεωφόρου Χαμιδιέ, που έχει κι αυτή τ’ όνομά του. Κάπως ηρεμεί μιας κι από κει βλέπει τη θάλασσα – ένα κομμάτι σπασμένου καθρέφτη που γυαλίζει απ’ τη φωταύγεια της σελήνης. Κάτω απ’ το μαρμάρινο σιντριβάνι στην αρχή της λεωφόρου ο αλμυρός αέρας του Κόλπου είναι μυρμήγκιασμα στα γένια του. Στο μεταξύ ο αμαξάς καμτσικώνει τ’ άλογα, καθώς βιάζονται να περάσουν γρήγορα τον αριστοκρατικό δρόμο που ’ναι γεμάτος προξενεία, ενώ υπάρχουν πολλά μάτια πίσω απ’ τις κουρτίνες και κάποια καφενεία είναι ακόμη ανοιχτά.
Η άμαξα έστριψε αριστερά για την επόμενη λεωφόρο. Ο μονάρχης άφησε απ’ τα μάτια του τη θάλασσα και το βλέμμα του αιχμαλωτίστηκε στη μονοτονία των γραμμών του τραμ. Μέσα απ’ αυτές τις ράγες γυρίζει πενήντα χρόνια πίσω και θυμάται που είχε επισκεφτεί αυτήν την πόλη νεαρός πρίγκιπας. Τώρα αναρωτιέται πού τον οδηγούν αυτές οι σιδερένιες γραμμές – ίσως σε κάποιο μνήμα που χάσκει ανοιχτό και τον περιμένει.
Σε αυστηρή στοίχιση προπορεύονται έφιπποι αστυνομικοί που καλπάζουν σε ζευγάρια. Έχουν μαρμάρινους λαιμούς και κοιτάζουν μόνο μπροστά. Πίσω από την άμαξά του ακολουθεί ένα μικρό καραβάνι, που σέρνει τα υπολείμματα του κόσμου του από το ανάκτορο του Γιλδίζ, που το άφησε για πάντα.
Αυτή η λεωφόρος που τώρα διασχίζουν φαίνεται εντυπωσιακή: πεζοδρόμια αριστερά και δεξιά, δεντροστοιχίες, φωτισμός, μεγαλοπρεπείς επαύλεις με πύργους και θαλερούς κήπους που ξεχωρίζουν πίσω από ψηλά κάγκελα. Ο σουλτάνος δεν πολυκοιτάζει, ενώ κάπου κάπου τα μάτια του κλείνουν – είναι γέρος πια. Χαϊδεύει μόνο την αριστερή παλάμη με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού· φαίνεται κάτι να αναζητεί ψαύοντας τις γραμμές του χεριού του. Αν η μοίρα του είναι ανάγλυφη πάνω στο δέρμα, ο πατισάχ δε θ’ αργήσει ως χειρομάντης να την ανακαλύψει.
}
Είχε αρχίσει να φέγγει. Η πόλη σε λίγο θα ξυπνούσε. Ο Λευτέρης, άνιφτος ακόμη, φορτώθηκε το μουσλούκι[2]  και πήγε να το γεμίσει στην κοντινή δημόσια κρήνη. Η μάνα κοιμόταν. Ο ύπνος την έπαιρνε συνήθως πριν απ’ τα χαράματα, όταν σταματούσε ο βήχας. Η θάλασσα, που ήταν δυο βήματα κοντά, έστελνε τη μυρωδιά από τα φύκια της ακτής και τη νοτισμένη άμμο, που περίμενε το ανέβασμα του ήλιου για να ξεράνει την πέτσα της.
Πατέρας και γιος θρυμμάτισαν ξερό ψωμί στο ζεστό γάλα κι άρχισαν να τρώνε σιωπηλοί. Από τη μέσα κάμαρη ακουγόταν βαριά η ανάσα της μάνας. Ο Λευτέρης χτύπαγε επίτηδες το κουτάλι στο εμαγιέ πιάτο, γιατί υπήρχαν στιγμές που δεν άντεχε ν’ ακούει τον ρόγχο της. Ο πατέρας του έτρωγε ανέκφραστος και δεν τον πολυκοίταζε. Ο γιος του ήταν πια έντεκα χρονών, δεν είχε ανάγκη από κανακέματα.
Βγήκαν απ’ το σπίτι και πήραν τον χωματόδρομο που έβγαζε στη Λεωφόρο των Εξοχών. Στάθηκαν μπροστά στο αγίασμα της Αγίας Σολομονής. Ο πατέρας σταυροκοπήθηκε, κι ύστερα, όπως κάθε πρωί, οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο Λευτέρης τράβηξε κατά το κέντρο της πόλης, όπου ήταν τα πρακτορεία των εφημερίδων, και ο κυρ-Γιάννης ο Ζεύγος ανατολικά, στους κήπους των επαύλεων, στη βίλα του Αλλατίνι πάνω απ’ τους μύλους, εκεί όπου τέλειωνε η λεωφόρος με τις επαύλεις κι άρχιζε ο δρόμος για τη Γεωργική Σχολή.
Ο Λευτέρης κοντοστάθηκε για να χαζέψει το τραμ που περνούσε. Ήταν γεμάτο κουστουμαρισμένους άντρες με κρεμ καπέλα και κολλαρισμένους γιακάδες. Οι πιο πολλοί δούλευαν στον φραγκομαχαλά και στο Λιμάνι, στις τράπεζες και στα ναυτιλιακά γραφεία. Μια φορά είχε πάρει κι αυτός το τραμ για να πάει κάτω στο πρακτορείο να φορτωθεί εφημερίδες. Ήταν γιατί την προηγουμένη είχε χωθεί ένα καρφί στην πατούσα του κι έσερνε το πόδι σβαρνώντας το χώμα απ’ όπου περνούσε. «Μια φορά» λέγοντας εννοούμε με εισιτήριο, γιατί πολλές φορές αθέατος απ’ τον καθρέφτη του οδηγού είχε πηδήξει κι είχε σκαλώσει στην ουρά του βαγονιού. Το έκανε συνήθως μεσημέρια στη ζέστη και στο μεγάλο στρίμωγμα ζητώντας απ’ τους επιβάτες συνένοχη σιωπή. Έβαζε το δάχτυλο μπροστά στα χείλη και παρακαλούσε με το βλέμμα ασπροντυμένες καμαριέρες και γκουβερνάντες, οι οποίες κατέβαιναν κάπου στις επαύλεις του Αθ. Σωσσίδη, του Χρ. Γεωργιάδη, των Χατζημήσεφ, του Λεβή Μοδιάνο, των Άμποτ, του Περ. Χατζηλαζάρου…
Τάχυνε το βήμα γιατί ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Πέρασε έξω απ’ το ζυθοπωλείο Μικρός Κήπος όπου είδε έναν σερβιτόρο να σκουπίζει την αυλή.
«Άργησες, Λευτεράκη, μεσημέριασε!» του φώναξε.
Άνοιξε κι άλλο το βήμα και βούτηξε ως τον αστράγαλο στο νερό που κατέβαζε ο χείμαρρος παραδίπλα. Στο καφενείο του Λευκού Πύργου είχαν κιόλας καθίσει οι πρώτοι πελάτες και ρουφούσαν τον πρωινό τους καφέ. Κατάλαβε πως η ώρα είχε περάσει για τα καλά κι άρχισε να τρέχει. Βγήκε στη Λεωφόρο Χαμιδιέ και πέρασε σφεντόνα μπροστά απ’ το καφενείο Ο Παρθενών. Έκοψε τον δρόμο στη μέση κι έφτασε στο απέναντι πεζοδρόμιο αποφεύγοντας κάτι αλογίσιες κοπριές που άχνιζαν. Χώθηκε στα στενά της παλιάς πόλης, εκεί όπου έβλεπαν τον ήλιο μόνο το καταμεσήμερο.
}
Όταν ο Γιάννης Ζεύγος αντίκρισε τη βίλα από μακριά, είδε κόσμο συγκεντρωμένο έξω απ’ τα κάγκελα. Πλήθος οι ένστολοι ακόμη και μες στην αυλή ως το βάθος της, εκεί όπου ξεκινούσαν τα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Παραμέρισε κάποιους περίεργους σπρώχνοντας με τους αγκώνες αριστερά και δεξιά, ώσπου έφτασε στη θεόρατη καγκελόπορτα. Δε χρειαζόταν να ρωτήσει τι συνέβαινε· απ’ τις κουβέντες του πλήθους είχε καταλάβει: ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ήταν φυλακισμένος στην Έπαυλη Αλλατίνι.
Δύο χωροφύλακες με βλοσυρό ύφος τον σταμάτησαν στην είσοδο κι αυτός άρχισε τσάτρα πάτρα να τους εξηγεί στα οθωμανικά: δούλευε, τους είπε, κηπουρός εδώ και χρόνια στη βίλα, τις μισές μέρες της βδομάδας του εκεί τις περνούσε· ας ρωτούσαν και τον κύριο διευθυντή της Χωροφυλακής, που ίσαμε προχθές έμενε αυτός στη βίλα. Σε μια επιπλέον προσπάθεια πέρασε το δάχτυλο ανάμεσα στα κάγκελα και τους έδειξε το παράσπιτο, όπου φύλαγε τα εργαλεία του.
Ένας απ’ τους χωροφύλακες του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Ο κυρ-Γιάννης κράτησε στο χέρι του το καπέλο και υπάκουσε. Καθώς περπατούσε, έβλεπε γύρω του φοβισμένος αυτό που συνέβαινε. Όλη η αχανής αυλή με τους κήπους φιλοξενούσε μέσα της ένα μικρό άλσος από γυαλισμένες μπότες και ξίφη. Αξιωματικοί του στρατού και της αστυνομίας σε μικρές συντροφιές κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα. Συνέχισε να βαδίζει πίσω απ’ τον ψηλό χωροφύλακα πατώντας στο άσπρο χαλίκι με το οποίο είχε στρώσει αυτός ο ίδιος το μονοπάτι. Πάνω του τα δέντρα με τις φωλιές των πουλιών, πεύκα τα πιο πολλά και σφεντάμια, στην άκρη στα κάγκελα δάφνες και μυρτιές· τα ’ξερε όλα ένα προς ένα. Μάλιστα τους είχε δώσει και ονόματα, αλλά δεν το είχε πει σε κανέναν γιατί ντρεπόταν. Πέρασε δίπλα από τα σκαλισμένα παρτέρια του· χθες ακόμη είχε φυτέψει μέσα τους την ίδια την άνοιξη σε σπόρους. Πώς είχαν όμως έτσι αλλάξει τα πράγματα από χθες;
Στους στάβλους, μια αποθήκη με άχυρο είχε μετατραπεί σε Φρουραρχείο. Ένας αξιωματικός με τσιγκελωτό μουστάκι τού συμπλήρωσε ένα δελτίο εισόδου και το γέμισε σφραγίδες.
«Να το δείχνεις στην πόρτα», τον πρόσταξε, «πιο πολύ τις πρώτες μέρες, ώσπου να σε μάθουν οι φρουροί».
Βγήκε κρατώντας μαζί με το καπέλο κι αυτό το χαρτί. Σήκωσε προς στιγμήν τα μάτια στα παράθυρα του πρώτου ορόφου. Είχε συνηθίσει εδώ και καιρό να βλέπει την οικογένεια του διευθυντή της Χωροφυλακής, του Ρομπιλλάν πασά. Μέχρι χθες κατοικούσαν στη βίλα, αλλά αναγκάστηκαν να μετακομίσουν μέσα σε λίγες ώρες. Έβγαλαν έξω τους ανθρώπους και σε μία νύχτα τούς πήγαν αλλού. Αυτός ο σουλτάνος ήταν θεομηνία. Ήταν ήρεμοι άνθρωποι και δια-κριτικοί η οικογένεια του διευθυντή, κι αυτός, ο κυρ-Γιάννης ο κηπουρός τους, είχε συνηθίσει να δουλεύει μες στην ησυχία. Δύο φρουρούς είχε όλους κι όλους ο Ρομπιλλάν πασάς που εναλλάσσονταν μέρα και νύχτα, κι ο Γιάννης τούς ήξερε καλά. Τώρα ο κόσμος όλος είχε γεμίσει λοφία και καπέλα. Πώς ήρθε έτσι ο κόσμος ανάποδα; συνέχισε να αναρωτιέται. Πώς ένας σουλτάνος μπερδεύτηκε ανάμεσα στους κισσούς και στις τριανταφυλλιές του;
«Μα είναι πράγματι ο σουλτάνος;» αναρωτήθηκε φωναχτά μη μπορώντας να το πιστέψει, και κοίταξε πάλι στα μεγάλα παράθυρα του πρώτου ορόφου.
Είχε δει τους προηγούμενους μήνες κάτι σκίτσα που κυκλοφορούσαν σε ξένες εφημερίδες και σε καρτ ποστάλ. Άσχημος ήταν ο πατισάχ, κοντός, με καμπούρα, μεγάλη μύτη και λάγνο ύφος. Πολλά βράδια τούς έφερνε ο Λευτέρης στο σπίτι περιοδικά, που τα επέστρεφε στο πρακτορείο το επόμενο πρωί. Η γυναίκα του, η Ζιζέλ, τους διάβαζε και τις γαλλικές εφημερίδες. Ο ξένος Τύπος μιλούσε για ερωμένες και σκλάβες, όργια και αίμα πολύ, τον αποκαλούσε «Ο κόκκινος σουλτάνος». Απ’ το μαχαίρι του είχαν περάσει χιλιάδες, έτσι έγραφαν, και χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Στους εχθρούς του δεν έκανε διακρίσεις, ήταν σ’ αυτό δημοκρατικός κι ανεξίθρησκος, γιατί τους έσκαβε τον λάκκο με τον ίδιο τρόπο. Αυτή ήταν χειροπιαστή ισότητα κι αδελφοσύνη. Γιατί άραγε οι επαναστάτες του κομιτάτου τον εχθρεύονταν;
Κούνησε το κεφάλι αριστερά δεξιά, για να διώξει τις άχρηστες σκέψεις με τον ίδιο τρόπο που κοσκίνιζε το καστανόχωμα στο ζεμπίλι, για να φύγουν όλα τα χαλίκια, ακόμη και τα πιο μικρά που ήταν σαν φακόσπυρα. Τον περίμενε πολλή δουλειά, καθώς ήταν η εποχή που οι κήποι έπρεπε να σκαφτούν και να φυτευτούν, όμως μ’ όλ’ αυτά τα χαρτιά και τις βούλες είχε καθυστερήσει. Αφού έχωσε το χαρτί με τις υπογραφές στον κόρφο του, κίνησε για την αποθήκη να πάρει σκαπτικά, λιπάσματα και ποταμίσια άμμο. Εκείνη την ώρα ξεφόρτωναν μπροστά στην είσοδο της βίλας, στα μαρμάρινα σκαλιά, μπαούλα και κασέλες.
}
Κάθε μέρα, τουλάχιστον δύο φορές διέσχιζε τη μεγάλη λεωφόρο με τα πόδια· απ’ το καφενείο του Μοδιάνο, που ήταν πέρα κι απ’ τη βίλα του Αλλατίνι, ως το σιντριβάνι της Χαμιδιέ κι από κει στον λαβύρινθο της παλιάς πόλης και πάλι πίσω, για να προλάβει να δώσει ένα χέρι στον πατέρα του που έσκυβε απ’ τα χαράματα πάνω απ’ τα χώματα.
Ξεκινούσε απ’ το πρακτορείο δίπλα στην Οθωμανική Τράπεζα μ’ ένα ξέχειλο καρότσι εφημερίδες και μοίραζε πρώτα τις συνδρομές: Φάρος της Θεσσαλονίκης, Αλήθεια, Γενί Γαζέτα, El Avenir, Asir, Journal de Salonique κ.ά. Ανέβαινε σκάλες, χωνόταν σε γραφεία, σε καφενεία, σε μεγάλα εμπορικά στο Λιμάνι. Όταν τέλειωναν οι συνδρομές, έπαιρνε καμιά πενηνταριά φύλλα και τα έβαζε στο τσουβάλι του, που το είχε μετατρέψει σε σακίδιο για την πλάτη κρεμώντας το απ’ τους ώμους με σχοινιά. Κρατούσε ένα δυο φύλλα στο χέρι, αυτά κυρίως που είχαν τους πιο εμπρηστικούς τίτλους, κι έπαιρνε πάλι τον μεγάλο δρόμο για τις Εξοχές, που ξεκινούσε απ’ το καφενείο του Λευκού Πύργου.
Κάθε τόσο ξεφώνιζε σε τέσσερις πέντε γλώσσες τις εφημερίδες και με τον καιρό είχε μάθει ποιος κατοικούσε πού. Στεκόταν έξω απ’ τα αρχοντόσπιτα και φώναζε με το κεφάλι χωμένο στα κάγκελα τη γλώσσα των ενοίκων: τούρκικα, ελληνικά, λαντίνο, αρμένικα, γαλλικά, βουλγάρικα…
Τις πιο πολλές φορές, αφού ξελάφρωνε κάπως απ’ το βάρος, έστριβε για το Γενί Τζαμί κι έκανε μια στάση στο σπίτι τους, να δει μήπως τον χρειαζόταν η μάνα. Το σπίτι τους ήταν μια παλιά αποθήκη δίπλα στη θάλασσα, που την είχε παραχωρήσει με συμβολικό νοίκι εκείνος ο ευεργέτης του πατέρα του, ο πρώτος και μοναδικός του καπετάνιος.
Πάνε χρόνια που ο Γιάννης ο Ζεύγος είχε μπαρκάρει ναύτης. Με δοκιμή, του είπανε, για λίγους μήνες. Έμεινε τόσο όσο να περιμένει μήπως τα μέσα του τελικά την αντέξουν τη θάλασσα. Απ’ τη Σαλονίκη ως τη Μασσαλία ανέβασε κάμποσο τη στάθμη των κυμάτων ξερνοβολώντας κάθε τόσο με το κεφάλι έξω απ’ την κουπαστή. Βοήθησε ο Θεός κι έπρεπε να σταθμεύσουν στη Μασσαλία λίγες βδομάδες. Εκεί έδωσε όλο του τον εαυτό στη δουλειά, έγινε σκέτος χαμάλης, δούλος σωστός, γιατί τον καπετάνιο τον ντρεπόταν και το φιλότιμο τον έκανε ν’ ανεβοκατεβαίνει δυο δυο τα σκαλιά και τα φουγάρα.
Στη Μασσαλία γνώρισε τη Ζιζέλ. Δούλευε στο καπνοπωλείο του πατέρα της, ένα απ’ τα πρώτα καθώς έβγαινες απ’ το λιμάνι στην πόλη. Ο Γιάννης, μόλις είδε τα μελιά της μάτια, άρχισε να καπνίζει και στον ύπνο του. Πριν βγει εκείνος ο μήνας παντρεύτηκαν. Η μεταστροφή του στη δική της Εκκλησία, την καθολική, έγινε τόσο γρήγορα, που ούτε το κατάλαβε. Έμοιαζε με τσίμπημα κουνουπιού στη διάρκεια ενός μεγάλου ύπνου. Κοιτούσε τη Ζιζέλ υπνωτισμένος από έρωτα, γι’ αυτό τής χάρισε τη θρησκεία των πατέρων του, κράτησε όμως την πόλη του. Φύγανε με το τρένο για τη Σαλονίκη. Αυτή ήταν η προίκα της Ζιζέλ – δυο εισιτήρια για την επικράτεια του σουλτάνου.
Πήραν την παλιά αποθήκη του καπετάνιου και την ασβέστωσαν. Έκαναν πάγκο κουζίνας κι απόπατο. Τράβηξαν λούκι απ’ τη στέγη για να διώχνει τα βρόχινα νερά και κρέμασαν χοντροϋφασμένες κουρτίνες στα παράθυρα, γιατί δεν είχαν παντζούρια κι ούτε ήθελαν τα φιλιά τους να τα βλέπει η θάλασσα.
Ο Γιάννης άφησε τα καράβια της αναγούλας κι άρχισε να σκαλίζει τα χώματα, να φυτεύει, να κλαδεύει, να ξεβοτανίζει. Τον μάγευε αυτός ο άλλος μπάτης, αυτός του χώματος, που μύριζε τη σβουνιά που έριχνε για λίπασμα και το ηλιοψημένο χόρτο. Αγάπησε τη Ζιζέλ και το χώμα, κι έτσι τα μέσα του ηρέμησαν. Ναυτία τον έπιανε σπάνια πια – μόνο όταν του ’μπαινε η ιδέα ότι μπορεί κάποτε να χάσει τη Ζιζέλ.
Ο Λευτέρης γεννήθηκε στα 1898, όπως έλεγε το χριστιανικό ημερολόγιο, καταχείμωνο. Ήταν η χρονιά που ο Ποζέλλι[3]  είχε ολοκληρώσει την Καθολική Εκκλησία, όμως τότε ήταν που κάηκαν η Συναγωγή Ταλμούδ Τορρά και ο παλιός μύλος του Αλλατίνι. Η Ζιζέλ, μετά τη γέννα, σταμάτησε τα μεροκάματα στα καπνομάγαζα κι έμεινε στο σπίτι για να τον αναστήσει με τα στήθια της και με παραμύθια. Λίγα χρόνια αργότερα έπιασε πάλι δουλειά, αυτήν τη φορά σ’ ένα νηματουργείο στα Καραγάτσια, όχι μακριά απ’ την εκκλησία της Ανάληψης. Όταν ο βήχας της άρχισε ν’ ακούγεται παράξενος, την έδιωξαν κακήν κακώς. Λίγες μέρες αργότερα ο Λευτέρης το ’σκασε απ’ το σχολείο. Ύστερα από κάποιους μήνες ο πατέρας του θα τον ξανάστελνε με το ζόρι. Είχε γρήγορα μάθει να διαβάζει και να γράφει. Τα γαλλικά στο μεταξύ τα ’μαθε απ’ τη μάνα του, τα ρούφηξε αβίαστα όπως το γάλα της. Σχολείο του έγιναν πιο πολύ οι εφημερίδες και τα περιοδικά. Είχε μάθει να διαβάζει τις γαζέτες στα κλεφτά ακουμπώντας τες με τα δάχτυλα τόσο απαλά, σαν να ήταν τα χέρια του πόδια της αράχνης· ύστερα έπαιρνες όρκο πως τα φύλλα ήταν ανέγγιχτα.
Εκείνη την πρώτη μέρα του σουλτάνου στην πόλη έστριψε κατά το συνήθιό του απ’ τη λεωφόρο για το σπίτι τους. Από το πρωί η πλάτη του σαν να πονούσε, θαρρείς και το βάρος της πρώτης είδησης ήταν ασήκωτα τούβλα και κεραμίδια όπως αυτά που έβγαζε το εργοστάσιο του Αλλατίνι. Καθώς όμως όλα τα νέα τις τελευταίες μέρες ήταν συνταρακτικά, στο μισό της διαδρομής είχε σχεδόν ξεπουλήσει. Ήταν το καινούριο κίνημα του κομιτάτου στην πρωτεύουσα που εξουδετέρωσε την αντεπανάσταση και εκθρόνισε τον σουλτάνο, ήταν η νέα σφαγή των Αρμενίων στα Άδανα, αλλά πιο πολύ οι φήμες για τον αιχμάλωτο πια Αβδούλ Χαμίτ που τον έφερναν στη Σαλονίκη. Του έμειναν τέσσερις γαζέτες στο χέρι, δυο ελληνικές, μια εβραίικη και μια βουλγάρικη – γι’ αυτήν την τελευταία, όσο και να ξελαρυγγίστηκε έξω απ’ το αρχοντικό του Χατζημήσεφ, δεν του είχε ανοίξει κανείς.




[1] Sirkeci: σιδηροδρομικός σταθμός στο ευρωπαϊκό τμήμα της Κωνσταντινούπολης χτισμένος σε ρυθμό art nouveau· άνοιξε το 1890.
[2]  Μουσλούκι: μεταλλικό βρυσάκι.
[3] Vitaliano Poselli (1838-1918): Ιταλός αρχιτέκτονας που έχτισε μια σειρά από πολύ γνωστά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια στη Θεσσαλονίκη.

ΚΛΗΡΩΣΗ 9/4/2017 - «ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΛΕΣΜΑ», της Κωνσταντίνας Λαψάτη

Την Κυριακή 9/4/2017 θα κληρώσουμε δύο (2) αντίτυπα του δεύτερου και τελευταίου βιβλίου της σειράς «Έμπονυ Βάργκας» με τίτλο «ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΛΕΣΜΑ» της Κωνσταντίνας Λαψάτη, προσφορά της συγγραφέως.

Για να είναι έγκυρες οι συμμετοχές σας ακολουθείστε απαραίτητα ΟΛΑ τα παρακάτω βήματα:
(1) Εγγραφείτε ως ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ στο μπλογκ μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», με «Δημόσια Παρακολούθηση», προαιρετικά, ώστε να είστε ορατοί στους διαχειριστές.
(2) Γράψτε μας, υποχρεωτικά, το ΣΧΟΛΙΟ σας στην παρούσα ανάρτηση στην ομάδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», το οποίο και θα αποτελέσει αποκλειστικά τη συμμετοχή σας στον διαγωνισμό μας.
(3) Πατήστε, υποχρεωτικά, «ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ» στη σελίδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ» και στη σελίδα της συγγραφέως  Constance Lapsati - Author στο Facebook.
(4) Κάνετε ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ της παρούσας ανάρτησης στο προφίλ σας, προαιρετικά.
(5) Προσθέστε στην ομάδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», όσους φίλους σας νομίζετε πως θα ήθελαν να λάβουν μέρος στον Διαγωνισμό μας.

Έγκυρα θεωρούνται τα σχόλια μόνο των συμμετεχόντων που έχουν ακολουθήσει όλα τα παραπάνω βήματα συμμετοχής στο διαγωνισμό μας (εννοείται ένα σχόλιο ανά άτομο, αλλιώς θα διαγράφεται το επιπλέον).
Ευχαριστούμε πολύ την αγαπητή συγγραφέα Κωνσταντίνα Λαψάτη  για την προσφορά της και ευχόμαστε σε όλους σας Καλή Επιτυχία!

«ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΛΕΣΜΑ», της Κωνσταντίνας Λαψάτη
Σελίδες: 310
Τιμή: 12 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Μια νέα ζωή ξεκινά για την Έμπονυ Βάργκας. Όμως, όπου κι αν πάει, με όποιον κι αν αναμετρηθεί, απ' όποιον κι αν χάσει, όποιον κι αν νικήσει, το παρελθόν συνεχίζει να την στοιχειώνει.

Θα παραμείνει η σκοτεινή, απέθαντη ύπαρξη που για τέσσερις αιώνες αναζητά την λησμονιά ή θα κόψει το νήμα της αθανασίας συναντώντας την πολυπόθητη λήθη;»

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

«ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟ ΠΑΘΟΣ», της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟ ΠΑΘΟΣ», της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Εμπειρία Εκδοτική
Σελίδες: 320
Τιμή: 9,90 €

          Η γραφή της εξαίρετης, χαρισματικής Δήμητρας Παπαναστασοπούλου μου είναι γνωστή και αγαπημένη ευθύς εξαρχής. Με λόγο πάντα μεστό, περιεκτικό και καθηλωτικό καταφέρνει να συνδυάσει την ενδελεχή ιστορική έρευνα, με τον ρομαντισμό και την ευρηματική μυθοπλασία, υφαίνοντας πραγματικά αλησμόνητα μυθιστορήματα και προσφέροντας "πνοή αναβίωσης" σε εποχές, γεγονότα και πρόσωπα πραγματικά ή φανταστικά του παρελθόντος. Το νέο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ανεξέλεγκτο Πάθος» που κυκλοφορεί από την Εμπειρία Εκδοτική δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση, από τη στιγμή μάλιστα που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό βιβλίο με σφιχτοδεμένη πλοκή, πολυάριθμους άρτια σκιαγραφημένους ήρωες, ιστορικές διαδρομές στο πρόσφατο και απώτερο ιστορικό παρελθόν πολλών χωρών και κυρίως, και πάνω απ’ όλα, ένα πάθος ανεξέλεγκτο, σαρωτικό και καταστροφικό. Ένα μυθιστόρημα το οποίο ειλικρινά έκλεισα μετά λύπης μου μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωσή του, καθώς δεν μου ήταν αρκετό το διάστημα που πέρασα μαζί με τους ήρωές του τους οποίους λάτρεψα ή μίσησα, με τους οποίους ενίοτε εξοργίστηκα, αλλά πάνω απ’ όλα ένιωσα να συμπάσχω μαζί τους, γιατί η ανθρώπινη φύση τους – αυτή η παθιασμένη, τρωτή και ατελής – είναι και η δική μας φύση, αυτή η οποία άλλοτε δύναται να μας ανυψώνει στα ουράνια και άλλοτε να μας καταποντίζει στα πιο βαθιά και ανήλιαγα σπήλαια.
          Η κεντρική ηρωίδα μας, η Φρίντα ή άλλως πως Παρασκευή, είναι μια νέα γυναίκα που ξεκίνησε από την μεγάλη φτώχια και τις αμέτρητες στερήσεις, όχι μόνο υλικές αλλά και συναισθηματικές, και έφτασε στον μεγάλο πλούτο, την κοινωνική αναγνώριση και την επαγγελματική καταξίωση μέσω του γάμου της με τον εφοπλιστή Στέφανο Λεμονή. Ο σύζυγός της γόνος παλαιάς εφοπλιστικής οικογένειας, με μακριά σειρά προγόνων καραβοκύρηδων που έφταναν μέχρι τη Χίο και με τις ικανότητες και το επιχειρηματικό δαιμόνιό τους κατόρθωσαν όχι μόνο να φτιάξουν μια ναυτιλιακή αυτοκρατορία αλλά και να την βοηθήσουν να επιβιώσει στο πέρασμα των χρόνων. Συνήθως λένε πως όσοι δεν έχουν πάρει αγάπη από όσους τους ανέθρεψαν δεν έχουν και να δώσουν αγάπη αντίστοιχα. Η ηρωίδα μας το αποδεικνύει αυτό περίτρανα με τον τρόπο της ζωής της, αλλά μας αποδεικνύει επίσης πως όταν ένα πάθος, λανθασμένα μεταμφιεσμένο σε έρωτα, αγάπη και εξάρτηση, κυριεύσει έναν άνθρωπο συναισθηματικά στερημένο τότε αυτό είναι ικανό να τον οδηγήσει στην καταστροφή, όχι μόνο τη δική του αλλά και των γύρω του, με μια πορεία ανεξέλεγκτη.
          Η συγγραφέας μέσα από το συναρπαστικό αυτό νέο μυθιστόρημά της μας "ταξιδεύει", κυριολεκτικά και μεταφορικά, σε τόπους και χρόνους αλλοτινούς αλλά και στο πολύ πρόσφατο παρελθόν κατά τη δεκαετία του ’70. Από την Νεάπολη της Νίκαιας του 1962, ή τα πρώην Γερμανικά της Κοκκινιάς, ταξιδεύουμε στον Πειραιά του 1922 και τις άθλιες συνθήκες υποδοχής των προσφύγων της Καταστροφής της Σμύρνης αλλά και της προσπάθειας "επαναπροσδιορισμού" των χαμένων ζωών και πατρίδων των ξεριζωμένων Ελλήνων της Μικράς Ασίας, των "Τουρκόσπορων" κατά τους βολεμένους Έλληνες της χώρας μας. Από τη Χίο των αρχών του 19ου αιώνα ταξιδεύουμε στην Αζοφική θάλασσα, την πλούσια Οδησσό, το αριστοκρατικό Λονδίνο και τα πρώτα σταθερά επιχειρηματικά βήματα των προγόνων του Στέφανου, όταν έχτιζαν λιθαράκι λιθαράκι την τεράστια και προσοδοφόρα ναυτιλιακή τους επιχείρηση. Από την γραφική Καστέλα του 1975 μεταφερόμαστε στην σαγηνευτική Ισπανία της ίδια εποχής, στη Μαδρίτη, στην εξωτική Γρανάδα, την Σεβίλλη, την Κόρδοβα και το Τολέδο, παρακολουθώντας με κομμένη ανάσα τις παθιασμένες χορευτικές φιγούρες του φλαμένγκο και τις καλά υπολογισμένες κινήσεις των ατρόμητων νεαρών ταυρομάχων στην ματωμένη αρένα. Από τα πιο εντυπωσιακά και συγκινησιακά φορτισμένα σημεία κατά την γνώμη μου ανάμεσα στα πολλά του «Ανεξέλεγκτου Πάθους» είναι η ιστορία του μαυριτανικού μαχαιριού και του τελευταίου σουλτάνου της Γρανάδας πολλούς αιώνες πριν από την σύγχρονη ιστορία των ηρώων μας, οι ταυρομαχίες στον καυτό ήλιο της Σεβίλλης, αλλά και τα στιγμιότυπα του τραγικού μπλόκου της Κοκκινιάς το 1944.  
Αμέτρητες και άκρως ενδιαφέρουσες οι πληροφορίες για τις συνθήκες του εμπορίου, της ναυτιλίας και των επιχειρήσεων μέσα στο πέρασμα των αιώνων σε όλες αυτές τις περιοχές και έκδηλη η προφανής, σοβαρή και σε βάθος έρευνα της κ. Παπαναστασοπούλου σχετικά με όλα τα ιστορικά γεγονότα, τις κοινωνικές συνθήκες, τα ήθη και τα έθιμα, ακόμα και τις ορολογίες ή τα γλωσσικά ιδιώματα κάθε χώρας και κάθε εποχής. Εντυπωσιακή όμως είναι και η πειστικότατη σκιαγράφηση όλων των πολυάριθμων ηρώων αυτού του εξαιρετικού βιβλίου, από την ασυμβίβαστη, τραγική και παθιασμένη Φρίντα, την εκλεπτυσμένη, φλογερή Ισαβέλλα, την πολύπαθη, βασανισμένη Σωτηρία, τον ευαίσθητο και καλοπροαίρετο Στέφανο έως τον αδίστακτο, καιροσκόπο Γρηγόρη και τους αχώριστους, ολόιδιους σαν δυο σταγόνες νερό διδύμους Πέτρο και Μιχάλη. Το «Ανεξέλεγκτο Πάθος» είναι ένα μυθιστόρημα πυκνογραμμένο, μεστό και συναρπαστικό που κρύβει μέσα στις σχετικά λίγες σελίδες του αναρίθμητα γεγονότα, δυνατά συναισθήματα, καθηλωτικές περιγραφές και σφιχτοδεμένη πλοκή και το οποίο μπορεί να ικανοποιήσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Ένα βιβλίο το οποίο επιβεβαιώνει την χαρισματική πένα της κ. Παπαναστασοπούλου και για το οποίο της αξίζουν θερμά συγχαρητήρια!  

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Κοκκινιά και Καστέλα. Φτώχια και πλούτος. Δύο πρόσωπα του Πειραιά, με ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσά τους. Ο έρωτας και το πάθος μπορούν, άραγε, να εκμηδενίσουν τα εμπόδια και τις διαφορές;
Η Φρίντα, μεγαλωμένη μέσα σε υλικές και συναισθηματικές στερήσεις, αρπάζει το χέρι μιας απρόσμενης τύχης και βλέπει τη ζωή της να αλλάζει μαγικά. Μία αλλαγή εντυπωσιακή, που ορκίζεται να τη διατηρήσει πάση θυσία.
Ψάχνοντας να βρει το μυστικό που κρύβει η πεθερά της, ανακαλύπτει, ως θεατής, το πάθος που κυβερνά την ισπανική ψυχή, μέσα από τις ταυρομαχίες, τον χορό και το τραγούδι. Ένα πάθος που τη συνταράζει όταν φτάνει στην καρδιά της Ανδαλουσίας, στη Γρανάδα.
Ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα της γίνεται η αφορμή ώστε να αποκαλυφθεί το παρελθόν της οικογένειάς της και να ανατραπεί η μέχρι τότε ζωή της. Ένα ανεξέλεγκτο πάθος κυριεύει τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού της. Θα καταφέρει να το διαχειριστεί;
Ένα συναρπαστικό ταξίδι στον μεταπολεμικό Πειραιά, στο συναρπαστικό Λονδίνο, στην παραμυθένια Ισπανία και στην πλανεύτρα Θεσσαλονίκη. Στους τόπους όπου έζησαν, αγωνίστηκαν, αγάπησαν και μίσησαν, πρόδωσαν και προδόθηκαν οι ήρωες. Ήρωες άλλοτε δυνατοί και άλλοτε αδύναμοι, που αναζητούν την ευτυχία με πάθος, αφήνοντάς το να τους παρασύρει, να τους καταπιεί. Να τους καρφώσει την καρδιά... με ένα κοφτερό μαυριτανικό μαχαίρι...»

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Προδημοσίευση - «ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΨΥΧΩΝ», του Εμμανουήλ Γ. Μαύρου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Προδημοσίευση - «ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΨΥΧΩΝ», του Εμμανουήλ Γ. Μαύρου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Άνεμος
Σελίδες: 426
Κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες

     Η πρώτη και καθοριστική αναγνωστική μου επαφή με το έργο του Εμμανουήλ Γ. Μαύρου έγινε μέσα από το πρώτο βιβλίο της σειράς με τίτλο «Ο Υιός Του Νείλου», που κυκλοφορεί από την Άνεμος Εκδοτική. Πραγματικά εντυπωσιάστηκα από το εκπληκτικό αυτό μυθιστόρημα το οποίο είχε δράση κινηματογραφική, πλοκή αντάξια των πασίγνωστων αριστουργημάτων με θεωρίες συνωμοσίας, μυστήριο και περιπέτεια ικανά να κρατήσουν τον αναγνώστη άγρυπνο μέχρι το χάραμα, πάμπολλες αναφορές σε πτυχές της Ιστορίας αρκετά άγνωστες και χαμένες στη λήθη του χρόνου ή την σκόπιμη συγκάλυψη και, τέλος, έρωτα και ρομαντισμό τόσο εξαίσιο και δυνατό που να μπορεί να ξεπεράσει αναρίθμητα εμπόδια αξεπέραστα.
Η αντάξια και πολυαναμενόμενη συνέχεια του πρώτου αριστουργηματικού βιβλίου της σειράς είναι πλέον γεγονός και σε λίγες μέρες θα είναι στα χέρια μας με τον τίτλο «Ανάσταση Ψυχών», από τις αγαπημένες εκδόσεις Άνεμος. Δεν μπορώ παρά να ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία στην πορεία και αυτού του βιβλίου του κ. Μαύρου, να ευχαριστήσω θερμά τον ίδιο και τις εκδόσεις Άνεμος για αυτή την πρώτη προδημοσίευση ενός αποσπάσματος από το νέο του μυθιστόρημα και να σας προσκαλέσω να το διαβάσετε, να το απολαύσετε και να πάρετε μία πρώτη γεύση από ένα μυθιστόρημα που είμαι απόλυτα πεπεισμένη πως θα μας καθηλώσει και θα χαραχτεί για πάντα στη μνήμη μας!

Απόσπασμα «ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΨΥΧΩΝ» (Σελίδες: 165 – 170)

«Σας χρειαζόμαστε κυρία Νάκου…», ομολόγησε στο τέλος ο καρδινάλιος Φιλίππε.
«Mε χρειάζεται εμένα το Βατικανό; Μια αιρετική κατά το δόγμα του;»
«Μη βιάζεστε κυρία Νάκου…»

Ο καρδινάλιος Φιλίππε σηκώθηκε από την θέση του και μας πλησίασε. Πήρε μια πολυθρόνα, την έβαλε απέναντί μας και έκατσε κοντά μας. Τα αυτιά μου είχαν τεντωθεί έτοιμα να ακούσουν αυτά που θα πει ο καρδινάλιος Φιλίππε.

«Το ένταλμα της Ιντερπόλ δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, εκδόθηκε απλώς για να εκδοθεί, ο Ζάχι Χαβάς δεν έκλεψε ποτέ τίποτα, είναι όμως αρκετά έξυπνος και ικανός για να τους ξεφεύγει από τις αναζητήσεις τους. Η έκδοση του εντάλματος σίγουρα από κάπου υποκινήθηκε… Υπάρχουν άτομα σε όλο τον κόσμο που ανήκουν σε σέχτες, μυστικιστικές οργανώσεις, φιλοσοφοπολιτικές ομάδες, αλλά και κάποιοι άλλοι, που δυστυχώς είναι πολλοί, νοσταλγοί μιας παλιάς τάξης που την πιστεύαμε τελειωμένη, όπου θα ήθελαν να εντοπίσουν τον Χαβά, για να μάθουν όλα όσα έχει ανακαλύψει και ξέρει για το θέμα των Πλακών του Πυθαγόρα αλλά και για το βιβλίο του Φιλόστρατου».
«Μάλιστα και πώς μπορώ να σας βοηθήσω εγώ; Εσείς τα έχετε όλα στα χέρια σας και το κείμενο του Φιλόστρατου και ό,τι αφορά το σημειωματάριο του καθηγητή Χαβάς, άρα λοιπόν δεν με χρειάζεστε…»
«Έχετε δίκιο, όμως μόνο εσείς με τις γνώσεις σας θα μπορέσετε να το ερμηνεύσετε, άλλωστε είμαστε σίγουροι πως ο Χαβάς το έχει ερμηνεύσει και ταυτόχρονα έχει ανακαλύψει κι ένα εύρημα το οποίο συνδέει τις Πλάκες του Πυθαγόρα με το κείμενο του Φιλόστρατου».
«Και σε τι θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμη;»
«Αφού το αίτημα έγινε αποδεκτό να μελετήσετε το κείμενο του Φιλόστρατου στην βιβλιοθήκη του Βατικανού, το αντίγραφο του 6ου αιώνα αλλά και το πρωτότυπο, θα μπορούσατε να μας το ερμηνεύσετε και να μας το αποκωδικοποιήσετε».

Μάλιστα! Αυτό ήθελε το Βατικανό σε αντάλλαγμα της αποδοχής του αιτήματός μου. Το Βατικανό σίγουρα μελέτησε και τις δυο εκδοχές, αδυνατούσα όμως να το ερμηνεύσει και να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Βέβαια του έλειπε ο συνδετικός κρίκος που ίσως να είχε ανακαλύψει ο Χαβάς, όμως αν είχαν ερμηνεύσει τα κείμενα πιθανόν να είχαν φτάσει επί ίσοις όροις σε αυτό τον συνδετικό κρίκο, αν βέβαια ήταν σωστός. Ωστόσο το βλέμμα μου έδειχνε μια αμφιβολία στα λεγόμενα του και ήταν λογικό. Είναι δυνατόν το Βατικανό, να μην έχει τους κατάλληλους ιστορικούς και αρχαιολόγους για να το ερμηνεύσουν και να το αποκωδικοποιήσουν;

«Έχουμε εδώ πολλούς ειδικούς στην ιστορία και στην αρχαιολογία και ειδικότερα στις αρχαίες γλώσσες, δυστυχώς όμως δεν τους ενδιαφέρει το θέμα και αυτό σίγουρα θα τους επηρεάσει στην ερμηνεία και ειδικότερα στην προσπάθεια αποκωδικοποίησης του κειμένου. Δεν έχουν την διάθεση να ανακαλύψουν κάτι άλλο απ’ αυτό που προσδοκούν να βρουν ή αυτό που προσδοκούν. Το κείμενο του Φιλόστρατου είναι λίγο έξω από τα νερά τους. Γι’ αυτό και χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό βλέμμα, έξω από δόγματα, προκαταλήψεις και δεδομένα, ένα βλέμμα αντισυμβατικό. Τα άρθρα σας που κατά καιρούς έχετε δημοσιεύσει σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά, αλλά και στο National Geographic, καθώς και η έκδοση του τελευταίου βιβλίου σας «Έξοδος», τα πιστοποιούν. Ακόμα και ο καθηγητής Χαβάς έχει συμπεριλάβει κάποια από τα άρθρα σας στην έρευνά του. Αυτό μας πιστοποιεί πως είστε ικανή για μια τέτοια εργασία, εξάλλου με τον καθηγητή Χαβάς έχετε ομοιότητες. Δεν θα σας είναι δύσκολο να μπείτε στο πνεύμα του».
«Όλα αυτά που ακούω σεβασμιότατε, ειλικρινά με προβληματίζουν. Δεν πάνε δυο μέρες που η συνάντησή μας στο Cristalli Di Zucchero ήταν απόλυτα επεισοδιακή. Εσείς ο ίδιος υποστηρίξατε πως αυτά που ερευνά ο καθηγητής Χαβάς, θέτουν σε κίνδυνο όχι μόνο την θρησκεία του χριστιανισμού αλλά και ολόκληρη την ανθρωπότητα. Πώς είναι δυνατόν μέσα σε δυο μέρες να αλλάξατε γνώμη να έχετε γίνει
τόσο συγκαταβατικός;», τον ρώτησα, προετοιμασμένη ακριβώς για την απάντηση που θα λάβω».
«Ναι σωστά θυμάστε κι έχετε δίκιο. Έπρεπε όμως να εξακριβώσω κι εγώ τις πληροφορίες που είχαμε».
«Δηλαδή;»
«Αν είστε τόσο αντισυμβατική, όσο σας παρουσίαζαν οι πληροφορίες μας. Καταλαβαίνετε λοιπόν πως τις πληροφορίες μας τις πιστοποιήσατε και με το παραπάνω».

Δεν ήθελα να πω κάτι άλλο πάνω σε αυτό. Ο Καρδινάλιος Φιλίππε ξέρει να παίζει το παιχνίδι καλά. Οπότε ήταν μονόδρομος να αποδεχτώ την πρότασή τους, άλλωστε ήταν μονόδρομος για μένα στο να μπω στην βιβλιοθήκη και να μελετήσω το κείμενο του Φιλόστρατου.

«Πιστεύετε πως πράγματι έχει ανακαλύψει αυτό το συνδετικό κρίκο που λείπει ο καθηγητής Χαβάς;»
«Αλίμονο δεν είμαστε οι μόνοι που είμαστε βέβαιοι, γι’ αυτό θέλουμε να βρούμε πρώτοι τον Ζάχι Χαβάς, προτού το κάνουν άλλοι, πιο σκοτεινοί κύκλοι. Επίσης σας θυμίζω κάτι που εσείς έχετε γράψει σε ένα δημοσίευμά σας κυρία Νάκου πως: Το χρήμα, το μονεταριστικό σύστημα, είναι μια συνήθεια, ένα κουσούρι απ τα παλιά, που οι άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο μοιάζει να μην είναι σε θέση να το αποβάλλουν,
να το αντικαταστήσουν, όσο εφιαλτική και αν κάνει τη ζωή τους. Κάποτε η συναλλαγή ήταν απλή τώρα είναι πολύπλοκη. Σε αυτή την πολυπλοκότητα οι εκάστοτε εξουσίες πολιτικές ή θρησκευτικές βρίσκουν άλλοθι για να ελέγξουν τις ζωές και να κατευθύνουν τις μάζες. Αυτό είναι δικό σας κυρία Νάκου, το χρήμα λοιπόν και η ισχύς άγουν και φέρουν τον κόσμο».
«Σας ευχαριστώ που με διαβάζετε σεβασμιότατε, προσπερνάτε όμως το γεγονός, πως η ερμηνεία των Πλακών του Πυθαγόρα σε συνάρτηση με την ερμηνεία του κειμένου του
Φιλόστρατου και το εύρημα του Χαβάς ως συνδετικό κρίκο, θα φέρει αναταράξεις στην επιστημονική κοινότητα, στην κοινωνία αλλά και στις τρεις σημερινές επικρατούσες μονοθεϊστικές θρησκείες».
«Έχετε δίκιο! Η ριζική διάψευση της ψευδούς ιστορίας που διδάσκεται εδώ και τρεις αιώνες θα προκαλέσει τριγμούς και θα θέσει υπό αμφισβήτηση στα θεμέλια της κοινωνίας. Μπορεί όμως να παρεκτραπεί από το πραγματικό της στόχο που είναι η παρουσίαση της αλήθειας και να συντελέσει στην αναγέννηση παλιών τάξεων και ειδωλολατρικών πίστεων, που η ίδια ιστορία μας έχει διδάξει».

Ήξερε ακριβώς για ποια πράγματα μιλούσε ο Καρδινάλιος Φιλίππε. Παλιά Τάξη που δεν είναι παλιά αλλά παρουσιάζεται πάντα ως Νέα Τάξη, ειδωλολατρικές πίστεις… Ο Καρδινάλιος δεν τα παρουσίαζε ανοιχτά τα θέματα, στοιχείο αντίθετο του συνταξιδιώτη μου στο αεροπλάνο, υπουργού εξωτερικών της Αγίας Έδρας Πίτερ Βέρνερ, τα όποια του έφεραν μνήμες κακές οι μυθολογίες των ναζί.

«Δεν είναι μόνο ο Χαβάς ή εσείς που κάνει αυτήν την έρευνα για τις Πλάκες του Πυθαγόρα και το κείμενο του Φιλόστρατου. Το δεύτερο συγκεκριμένα θεωρείται «μαύρο» κείμενο, ένας θρύλος που χάνεται μέσα στους αιώνες και αυτό γιατί κάνει αναφορά και στις Πλάκες του Πυθαγόρα αλλά μάλλον και σε αυτό, το συνδετικό κρίκο, που πιθανότατα να έχει ανακαλύψει ο Χαβάς. Από τον 15ο αιώνα το Βατικανό μετρά το θάνατο τριών καρδιναλίων μετά την μελέτη του κειμένου του Φιλόστρατου. Ο καρδινάλιος Ιννοκέντιος μετά την μελέτη αυτού του βιβλίου βρέθηκε απανθρακωμένος το ίδιο βράδυ, μέσα στο σπίτι του, ενώ ο καρδινάλιος Μάρκος, βρέθηκε το πτώμα του, μετά από πολλές μέρες αναζητήσεων στις όχθες του Τίβερη. Όμως και ο ίδιος ο Χίτλερ ενδιαφερόταν γι’ αυτό το κείμενο και πολύ περισσότερο για τις Πλάκες του Πυθαγόρα. Δείτε το Χαβάς, δεν πάει καιρός που μελέτησε το κείμενο του Φιλόστρατου εδώ στο Βατικανό και εξαφανίστηκε. Ελπίζω να μην είστε προληπτική;».
«Μην ανησυχείτε σεβασμιότατε δεν πιστεύω σε προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες και δεν είμαι προληπτική!»
«Τόσο το καλύτερο. Ξέρετε ο Χαβάς έχει έντονη μύτη που μυρίζει το θειάφι, αυτό λοιπόν έπραξε…», θεώρησα πολύ αστεία την μεταφορά και μου βγήκε ένα εγκάρδιο γέλιο.
«Μύρισε θειάφι ο Χαβάς;» είπα μη μπορώντας να σταματήσω το γέλιο μου.
Ο Καρδινάλιος Φιλίππε χαμογέλασε και αυτός εύθυμα.
«Ξέρετε το αραβικό γνωμικό που έλεγε ο Χαβάς; Κανένας δεν θα μπει στον Παράδεισο αν δεν τον πουν άπιστο χίλιοι άλλοι…»
«Α, ώστε τον έχετε συναντήσει τον καθηγητή;», είπα σοβαρά.
«Ναι. Δυο, τρεις φορές εδώ στο Βατικανό, επεισοδιακά πολλές φορές γιατί προσπαθούσα να ηρεμήσω τα πνεύματα, στις ατέλειωτες αψιμαχίες του με τον καθηγητή Ντάνκαν Μπράουν. Έδειχνε πολύ αλλαγμένος, λες και ο Θεός τον άγγιξε με το χέρι του. Αυτό το πέρασμά του από το Βατικανό ήταν αρκετό για να μην μείνει τίποτα το ίδιο».
«Τι εννοείτε;»

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«H δυναμική Ελληνίδα αρχαιολόγος Ελένη Νάκου, παρουσιάζει την δεύτερη διδακτορική της διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης για την «Έξοδο» των Εβραίων από την Αίγυπτο και ανακοινώνει τη νέα της έρευνα, για τις ρίζες του xριστιανισμού. Σύμμαχό της σε αυτήν την περιπέτεια επιδιώκει να είναι ο φίλος της καθηγητής αρχαιολόγος του Πανεπιστημίου του Καΐρου Ζάχι Χαβάς.
Αλλά ο Χαβάς έχει εξαφανιστεί από την Ιορδανία. Φτάνοντας επί τόπου η Ελένη Νάκου διαπιστώνει πως η προσωπικότητα του Χαβάς είναι πολύ πιο περίπλοκη απ’ ό,τι την γνώριζε, ενώ κατηγορείται πως έκλεψε τις μυστηριώδεις Πλάκες του Πυθαγόρα.
Αποφασίζει να ριχτεί στα χνάρια που θα την οδηγήσουν στην εύρεση των Πλακών του Πυθαγόρα και του καθηγητή Χαβάς, χωρίς να γνωρίζει πως έτσι μπλέκεται σ’ ένα μοιραίο γρανάζι πολιτικής συνωμοσίας και δολοφονικών νεοναζιστικών ομάδων. Συνάμα, ακολουθεί μια αναζήτηση που γρήγορα θα μεταμορφωθεί σε ένα ταξίδι γνώσης, κατάκτησης του πνεύματος και μύησης.
Θα αντιληφθεί σιγά, σιγά πως εκπληρώνει την αιώνια αναζήτηση του «γνθι σατόν» για την ανάσταση ψυχών, πληρώνοντας βαρύ τίμημα ως την ύστατη συνάντηση…»

Βιογραφικό Εμμανουήλ Γ. Μαύρου:

Ο Εμμανουήλ Γ. Μαύρος είναι σκηνοθέτης. Ξεκίνησε να γράφει βιβλία για να μεταφέρει ιστορίες που ξεπερνούν τα όρια της Ελλάδας γεωγραφικά, ιστορικά και θεματικά. Μεγάλη του αγάπη στη συγγραφή εξακολουθεί να είναι η ποίηση και το θέατρο. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975.
Έχει κάνει σπουδές κινηματογράφου, τηλεόρασης και επικοινωνίας. Από το 1998 έως σήμερα εργάζεται ως σκηνοθέτης στην τηλεόραση, σε γνωστές για το ευρύ κοινό εκπομπές, δελτία ειδήσεων, αλλά και τηλεοπτικές σειρές. Τέσσερις ταινίες του μικρού μήκους έχουν βραβευτεί σε διεθνή και εγχώρια φεστιβάλ. Για το θέατρο έχει ανεβάσει παραστάσεις με πειραματικές ομάδες.
Με τη συγγραφή άρχισε να ασχολείται το 2002, γράφοντας ποίηση στα αγγλικά για τις ανθολογίες του οργανισμού poems.com. Έχει εκδώσει ηλεκτρονικά την συλλογή ποίησης – πεζού με τίτλο «Αναζητώντας την Αρετούσα» αποκλειστικά ως ebook στο http://egmavros.blogspot.gr/ Από την Άνεμος εκδοτική το μυθιστόρημα «Ο υιός του Νείλου», κυκλοφορεί από τον Δεκέμβριο του 2015.

Πληροφορίες για παραγγελίες βιβλίων στο site των εκδόσεων Άνεμος:

Διαβάστε την συνέντευξη του συγγραφέα στους «Φίλους Της Λογοτεχνίας»:

Διαβάστε την κριτική μου για το 1ο βιβλίο της σειράς «Ο Υιός Του Νείλου»:
http://filoithslogotexnias.blogspot.gr/2016/06/blog-post_29.html 

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

ΚΛΗΡΩΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ 9/4/2017 - Εκδόσεις ΙΑΜΒΟΣ

Την Κυριακή 9/4/2017 θα κληρώσουμε τρία (3) αντίτυπα του εξαιρετικού ρομαντικού μυθιστορήματος εποχής και μυστηρίου της Τάνιας Θεοδοσίου με τίτλο «ΟΙ ΑΝΥΦΑΝΤΡΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ», προσφορά της συγγραφέως και των αγαπημένων εκδόσεων Ίαμβος.

Για να είναι έγκυρες οι συμμετοχές σας ακολουθείστε απαραίτητα ΟΛΑ τα παρακάτω βήματα:
(1) Εγγραφείτε ως ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ στο μπλογκ μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», με «Δημόσια Παρακολούθηση», προαιρετικά, ώστε να είστε ορατοί στους διαχειριστές. 
(2) Γράψτε μας, υποχρεωτικά, το ΣΧΟΛΙΟ σας στην παρούσα ανάρτηση στην ομάδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», το οποίο και θα αποτελέσει αποκλειστικά τη συμμετοχή σας στον διαγωνισμό μας.
(3) Πατήστε, υποχρεωτικά, «ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ» στη σελίδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ» και στη σελίδα των Εκδόσεων ΙΑΜΒΟΣ στο Facebook
(4) Κάνετε ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ της παρούσας ανάρτησης στο προφίλ σας, προαιρετικά.
(5) Προσθέστε στην ομάδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», όσους φίλους σας νομίζετε πως θα ήθελαν να λάβουν μέρος στον Διαγωνισμό μας.

Έγκυρα θεωρούνται τα σχόλια μόνο των συμμετεχόντων που έχουν ακολουθήσει όλα τα παραπάνω βήματα συμμετοχής στο διαγωνισμό μας (εννοείται ένα σχόλιο ανά άτομο, αλλιώς θα διαγράφεται το επιπλέον).

Ευχαριστούμε πολύ τις εκδόσεις Ίαμβος και φυσικά την αγαπητή συγγραφέα Τάνια Θεοδοσίου για την προσφορά τους και ευχόμαστε σε όλους σας Καλή Επιτυχία!

Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για το «ΟΙ ΑΝΥΦΑΝΤΡΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ», όπως αυτή δημοσιεύτηκε στους «Φίλους Της Λογοτεχνίας» στον ακόλουθο σύνδεσμο:

«ΟΙ ΑΝΥΦΑΝΤΡΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ», της Τάνιας Θεοδοσίου
Εκδόσεις: Ίαμβος
Σελίδες: 760
Τιμή: 15,30 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Στενά ανέτειλε ο ήλιος της ζωής της Λαβίνια. Από πολύ νωρίς γεύτηκε τη μίζερη επίδραση της μοίρας. Πάνω στην εφηβεία, βρέθηκε αυτοεξόριστη σε μια πόλη άξενη, όταν το ψέμα κάηκε, κάτω από το εκτυφλωτικό φως της αλήθειας! Ένα ψέμα ολέθριο, που το κουβαλούσε σαν μόνη αποσκευή, στο ταξίδι της ξενιτιάς της, με τη μοναξιά να στήνει τον ιστό της, γύρω από τη ζωή και τα όνειρά της.

Μόλις, όμως, άρχισε να συνηθίζει την καινούργια πραγματικότητα, βρέθηκε ξανά παγιδευμένη από τη μοίρα. Κάποιοι την επιφόρτισαν να παραδώσει εν αγνοία της, ένα επικίνδυνο πακέτο στο Νόρθλαντ Χάους, στα χέρια του Κόντε Λάνσαϊρ, που όμως, ήταν άρρηκτα δεμένο με ένα ένοχο παρελθόν. Στη συνέχεια, έμεινε αιχμάλωτη του γιου του Κόντε, που δεν πίστεψε στην αθωότητά της.

Τι να κρυβόταν πίσω απ αυτήν την αιχμαλωσία της άραγε; Ήταν το βαρύ παρελθόν που κουβαλούσε; Ήταν η ανάγκη να βρεθεί οπωσδήποτε κάποιος ένοχος; Ήταν το μίσος που σαν ίσκιος πλανιόταν παντού ολόγυρα; Ή μήπως ήταν ο έρωτας που γύρευε άλλοθι κι εκείνη έμενε ολομόναχη, δεμένη στο πυκνό δίχτυ που της είχαν πλέξει γύρω της σφιχτά, οι ανυφάντρες της μοναξιάς;»