Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

«ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ», του Patrick Rothfuss - Γράφει η ΑΡΓΥΡΩ ΧΑΡΙΤΟΥ


«ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ», του  Patrick Rothfuss
Γράφει η ΑΡΓΥΡΩ ΧΑΡΙΤΟΥ
Εκδόσεις: Anubis
Σελίδες: 856
Τιμή: 13,14 €

         Πώς ξεκινάς να περιγράφεις ένα βιβλίο που είναι απλά υπέροχο; Τι λέξεις χρησιμοποιείς για να μπορέσεις να αποδώσεις όσο καλύτερα γίνεται το εύρος της ιστορίας, αλλά χωρίς να προδώσεις μυστικά; Θα μπορέσω να αποδώσω αυτά που διάβασα, όσο καλύτερα γίνεται για να αντιληφθείτε όλα όσα ο φίλος μας, ήρωας μας, διάβηκε σε αυτά τα πρώτα 15-16 χρόνια της ζωής του;
     Το βιβλίο «Το Όνομα Του Ανέμου», του νέου συγγραφέα Patrick Rothfuss με συνεπήρε. Μπορώ να χρησιμοποιήσω πολλά ρήματα αλλά δε θέλω να σας κουράσω.
      Από την πρώτη κιόλας σελίδα, από την πρώτη κιόλας παράγραφο με δέσμευσε με αόρατες χειροπέδες. Μου μίλησε σαν εραστής και μου ζήτησε να μου αποκαλύψει την ιστορία του. Εγώ σαν καλή αναγνώστρια, φίλη, ερωμένη ακολούθησα το δεσμώτη μου σε αυτό το ταξίδι φόβου, πόνου, χαράς, φιλίας, εκκεντρικότητας, πείνας,  αγάπης και ηρωισμού. 
        Θα μου επιτρέψετε να σας παραθέσω μόνο ένα μικρό πρώτο κομμάτι της ιστορίας. Γιατί ακόμα νιώθω τις λέξεις να αγγίζουν το μυαλό μου.

   «Είχε νυχτώσει ξανά. Στο πανδοχείο Οδόλιθος επικρατούσε σιωπή, μια σιωπή που απαρτιζόταν από τρεις άλλες.
 Η πιο προφανής ήταν μια υπόκωφη. Σχεδόν, χειροπιαστή ησυχία, που προερχόταν από πράγματα που έλειπαν. Αν φυσούσε άνεμος, θα στέναζε ανάμεσα στα δέντρα, θα έκανε την πινακίδα του πανδοχείου να τρίζει στους γάντζους της και θα παρέσερνε τη σιωπή στο δρόμο όπως τα φθινοπωρινά φύλλα.
  Μέσα στον Οδόλιθο , δυο άντρες κάθονταν στη μια άκρη του μεγάλου πάγκου σερβιρίσματος. Έπιναν με ήσυχη προσήλωση, αποφεύγοντας τις σοβαρές συζητήσεις. Έτσι προσέθεταν μια μικρή, σκυθρωπή σιωπή στη μεγαλύτερη την υπόκωφη. Σχημάτιζαν ένα είδος μείγματος, μια αντίστιξη δίχως ήχο.
  Την Τρίτη σιωπή δεν μπορούσες να τη διακρίνεις εύκολα. Αν άκουγες προσεκτικά για μια ώρα, ίσως άρχιζες να την αισθάνεσαι στο ξύλινο πάτωμα κάτω από τα πόδια σου. Φώλιαζε στην αργή επαναλαμβανόμενη κίνηση ενός ξεσκονόπανου. Φώλιαζε στα χέρια του άντρα που στεκόταν εκεί, γυαλίζοντας ένα κομμάτι μαόνι.
   Ο Οδόλιθος ήταν δικός του, όπως δική του ήταν και η Τρίτη σιωπή. Ήταν κάτι που φαινόταν ταιριαστό, καθώς  αυτή ήταν η μεγαλύτερη σιωπή από τις τρεις και περιέκλειε τις άλλες δυο. Ήταν βαριά σαν μια μεγάλη, λεία, ποταμίσια πέτρα. Ήταν ο ανεπαίσθητος ήχος ενός κομμένου λουλουδιού κι ενός άντρα που υπομονετικά περιμένει να πεθάνει».
  
         Έτσι ξεκίνησε και έτσι έμαθα για τον άντρα με τα πολλά ονόματα. Το γνήσιο είναι «Κβοθ». Ένα παιδί με κόκκινα μαλλιά κάνει την εμφάνιση του μαζί με το θίασο των γονέων του.  Ο συγγραφέας μας δείχνει την αγάπη, την ομαδικότητα και το σεβασμό μέσα στον οποίο μεγάλωνε το αγόρι μας. Όλοι μαζί ήταν  μια μικρή κοινωνία.
            Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους ένας αποκρυφιστής «ο Μπεν»  θα ενώσει τις δυνάμεις του μαζί τους. Θα γίνει ο καλύτερος φίλος του ήρωα μας. Θα είναι εκείνος που θα δει ότι το παιδί δεν είναι απλά έξυπνο για τα 10 χρόνια ζωής του, αλλά είναι μια ιδιοφυία.
            Σε όλη αυτή τη χαρούμενη ζωή του εκπαιδευόταν στα πρώτα μαθήματα που θα μάθαινε ένα παιδί στο πανεπιστήμιο του αποκρυφισμού. Το πανεπιστήμιο εκείνο που είχε εκπλήξει τον Κβοθ διότι είχε περισσότερα από 10.000 βιβλία.
            Μετά από καιρό, ο φίλος του και δάσκαλος του, λόγω του έρωτα, έπρεπε να αφήσει το θίασο που γυρνούσε από πόλη σε πόλη. Ο Κβοθ ένιωσε για πρώτη φορά να χάνει κάτι που αγαπάει. Δε θα ήταν όμως η τελευταία.
            Αφού είχε περάσει ο πόνος του αποχωρισμού του, ένας δεύτερος πόνος, μεγαλύτερος, άγριος, προστέθηκε στην καρδιά του. Όλος ο θίασος πέραν αυτού είχε σκοτωθεί.
            Ο Κβοθ είχε πέσει σε νάρκη συναισθηματική.  Είχε διαφύγει μέσα στο δάσος. Όταν πονούσε έπαιζε με το λάουτο του πατέρα του. Το μουσικό όργανο που μπόρεσε να περισώσει από τη μπλε φωτιά που έκαιγε όλα τα κάρα, αλλά και τους ανθρώπους που είχαν πρώτα σκοτωθεί. Δεν είχε προλάβει να σώσει πολλά πράγματα. Το λάουτο και το βιβλίο που του είχε χαρίσει ο Μπεν. Η άγρια κατάληξη του θιάσου, ήταν εξαιτίας ενός τραγουδιού. Ενός τραγουδιού που προσπαθούσαν να συνθέσουν για κάποιους. Δε πρέπει όμως να ειπωθεί τίποτα περισσότερο γιατί αν πούμε το όνομα τους, μπορεί και εμείς να βρούμε την ίδια τύχη με εκείνους.
            Πίσω στον ήρωά μας που περιπλανιόταν για μήνες στο δάσος και βρέθηκε σε μια πόλη με τη βοήθεια ενός γέροντα. Ο Κβοθ έμαθε, για ακόμα μια φορά, πόσο σκληρή μπορεί να γίνει η ζωή όταν τον έκλεψαν και τον χτύπησαν μέχρι θανάτου. Σε εκείνη τη στιγμή της ζωής του πέρα από το σωματικό πόνο, ένιωσε και τον πόνο του να χάνεις κάτι, για άλλη μια φορά, όταν το λάουτο του πατέρα του έπεσε και έσπασε. Δεν τον ενοχλούσε το χτυπημένο μάτι, ή πλευρό του. Τον πονούσε που έχασε το τελευταίο κομμάτι που τον κρατούσε δεμένο νοερά με την οικογένεια του.
            Στα 11 περίπου χρόνια ζωής του, έμαθε πως είναι να πεινάς. Να κρυώνεις, να σε διώχνουν, να βρωμάς, να είσαι ζητιάνος. Έμαθε πώς να αποφεύγει τα άλλα παιδιά που ζητιάνευαν και ήταν μεγαλύτερά του. Βρήκε ένα μέρος κρυμμένο από όλους, για να μπορεί να προστατεύεται. Για 3 χρόνια έμενε κάτω από δυο σκεπές που ενωνόντουσαν. Είχε ειδικευτεί στο να γίνει ο τέλειος ζητιάνος. Μάζευε λεφτά, αλλά ποτέ δεν ήξερε γιατί. Μέσα του όμως, αν και δεν το γνώριζε, ετοιμαζόταν  για τη μέρα που θα εκπλήρωνε το όνειρα του. Δε θα μιλήσω για το πώς πέρασε και το τι έζησε. Δε θέλω να το ζήσω ξανά. Καλύτερα να το ανακαλύψετε μόνοι σας.
            Μέσα από ένα γεγονός, ο Κβοθ επιτέλους, δέχτηκε τον θάνατο των γονέων του. Όταν, επιτέλους ένιωσε ότι αξίζει να πάει να σπουδάσει,  πήρε την απόφαση να δανείσει το βιβλίο του φίλου Μπεν, που ήταν το τελευταίο κομμάτι που τον κρατούσε συνδεδεμένο με την προηγούμενη ζωή του.
            Όταν έφτασε στο πανεπιστήμιο μέσα από κάποιες ευχάριστες καταστάσεις, που θα ανακαλύψετε στις σελίδες του βιβλίου, συνειδητοποίησε τη διαφορά που είχε με τους άλλους σπουδαστές. Δεν ήταν η ευφυΐα που κατείχε, αλλά το ότι δεν είχε κανέναν. Θα έπρεπε να σκέφτεται για τα χρήματα των σπουδών, το μέρος που θα έμενε και όλα τα άλλα έξοδα που θα του επέβαλλαν.
            Δε θα σας πω πώς βρήκε τα χρήματα. Θα σας πω ότι οι δάσκαλοί του τον αγάπησαν, όλοι εκτός από έναν. Τον Χέμε που τον μισούσε. Στο πρώτο ενδεκαήμερο (η λέξη έχει λόγο που χρησιμοποιείται, θα το καταλάβετε όταν διαβάσετε το βιβλίο) παραλίγο να τον κάψει. Πέρα από αυτόν το δάσκαλο του, είχε δημιουργήσει ακόμα έναν εχθρό. Τον Αμπρόουζ.
            Ο Αμπρόουζ ήταν τόσο πλούσιος που θα μπορούσε να αγοράσει ακόμα και το πανεπιστήμιο. Ευτυχώς που οι διδάσκαλοι, σε αυτό το σημείο, παρέμεναν αμέτοχοι στο θέμα των χρημάτων. Το πανεπιστήμιο ήταν για όλους. Κανένας δε μπορούσε με τα λεφτά να διώξει ένα μαθητή. Αυτή η δικλείδα ασφαλείας προστάτεψε πολλές φορές τον ήρωα μας.
            Ο Κβοθ μας πολλές φορές ένιωσε μόνος του. Έκανε όμως λάθος. Είχε πολλά άτομα γύρω  του που τον αγαπούσαν και σεβόντουσαν τη δύναμη του μυαλού του. Εκείνος, όμως, στα τρία χρόνια σαν ζητιάνος, είχε νιώσει τόση μεγάλη απέχθεια, που πίστευε ακόμα ότι ήταν μόνος του.
            Όπως όλοι μας στην εφηβεία, έτσι και ο μικρός μας ήρωας ερωτεύτηκε. Μια κοπέλα της οποίας η ομορφιά ξεπερνούσε αυτή του ουρανού και του ήλιου. Όμως, εκείνος δεν έκανε ποτέ την κίνηση να την κατακτήσει γιατί φοβόταν ότι θα την τρόμαζε και θα την έχανε. Βλέπετε είχε πολλούς άντρες να τη θέλουν. Φίλο όμως; Και εκείνος την ήθελε κοντά του, ακόμα και αν παρέμενε φίλος της.
            Στο τέλος του βιβλίου μας ο Κβοθ έρχεται αντιμέτωπος με έναν εθισμένο δράκο, καλά διαβάσατε, εθισμένο δράκο. Σώζει μια ολόκληρη πόλη όμως, χάνει το κορίτσι των ονείρων του. Όχι, δεν πεθαίνει αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
            Ας μην κάνω άλλα spoiler και ας μιλήσω για το πώς τον απέδωσε ο συγγραφέας. Ο συγγραφέας μέσα από τον Κβοθ μας βάζει να ζήσουμε μια περιπέτεια. Σαν ένα άλογο που καλπάζει, προχωράει τα γεγονότα εκείνα που θα κούραζαν. Σαν χελώνα, εξηγεί εκείνα που έχουν σημασία. Τα πάντα βρίσκονται σε αρμονία. Γνωρίζει πώς να κλείσει ένα κεφάλαιο. Ή απαλά σαν το χάδι μιας μητέρας, ή έντονα σαν την φωνή ενός τροβαδούρου.
            Δε με κούρασε καθόλου με τις περιγραφές του. Ήταν φειδωλός μπορώ να πω. Ενώ το βιβλίο είναι 800, και βάλε, σελίδες δεν ήθελα να τελειώσει. Ο τρόπος γραφής του ήταν όχι επιτηδευμένος, όμως υπέροχος.  Το δεύτερο μέρος της σειράς έχει ήδη βγει σε βιβλίο με τον τίτλο «Όσα Φοβούνται Οι Σοφοί – Τόμος Α’» όμως, φοβάμαι ότι το τρίτο θα αργήσει να εμφανιστεί στα χέρια μας.
            Συγγνώμη αν σας κούρασα αλλά ένα τόσο μεγάλο βιβλίο, όχι σε σελίδες αλλά σε περιεχόμενο, δεν μπορούσε να σχολιαστεί σε λίγες σειρές. Εύχομαι να το απολαύσετε και να ζήσετε μαζί του όλα όσα έζησα και εγώ μέσα από τις σελίδες του!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«"Το όνομά μου είναι Κβοθ.
Έχω κλέψει πριγκίπισσες από στοιχειωμένους βασιλιάδες. Έκαψα συθέμελα την πόλη του Τρέμπον. Βάδισα στο φεγγαρόφωτο σε μονοπάτια που άλλοι φοβούνται ακόμα και να τα αναφέρουν κατά τη διάρκεια της μέρας. Έχω μιλήσει με θεούς, έχω αγαπήσει γυναίκες και έχω γράψει τραγούδια που κάνουν τους τροβαδούρους να δακρύζουν.
Ίσως με έχετε ακουστά..." 
Με τα λόγια αυτά ξεκινά μια αφήγηση που αφήνει ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στη σύγχρονη λογοτεχνία φαντασίας. Μια ιστορία σκοτεινή και λυρική, μια ιστορία εκδίκησης και εσωτερικής αναζήτησης, μια ιστορία ατσάλινης θέλησης, επιβίωσης και ηρωικών πράξεων. Αυτή είναι η ιστορία ενός αληθινού ήρωα - ενός ανθρώπου που έγινε θρύλος... 

"Αυτός Rothfuss είναι φοβερός." George R.R. Martin,  συγγραφέας του Game of Thrones


"...η γραφή του διαθέτει την ακρίβεια που κατά τη γνώμη μου είναι απόλυτα αναγκαία στη λογοτεχνία φαντασίας και ταυτόχρονα ηχεί σαν αληθινή μελωδία... Τι αγαλλίαση!" Ursula K. Le Guin

"Ένα μοναδικό βιβλίο, μια εξαίσια ιστορία που σε καθηλώνει και διαβάζεται μονομιάς." Anne McCaffrey

"O νέος μεγάλος συγγραφέας που όλοι περιμέναμε... ένα εκπληκτικό βιβλίο." Orson Scott Card

"Πλημμυρισμένο μουσική, έρωτα και σκοτεινά γεγονότα, το μαγευτικό βιβλίο του Patrick Rothfuss μάς συγκλόνισε." Αmazon.com



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου