Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

«Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ ΜΟΥ», του Ζουλφί Λιβανελί – Γράφει ο Θανάσης Φλώρος

«Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ ΜΟΥ», του Ζουλφί Λιβανελί – Γράφει ο Θανάσης Φλώρος
Εκδόσεις: Πατάκη
Σελίδες: 384
Τιμή: 14,94 €

Τον Ζουλφί Λιβανελί τον γνωρίσαμε στην Ελλάδα από την ‘’Ευτυχία’’ τον ‘’ Μεγάλο ευνούχο της Κωνσταντινούπολης’’ το ‘’ Σπίτι στο Βόσπορο ‘’ και τη ‘’ Σερενάτα ‘’. Τον γνωρίζαμε βεβαίως και πιο πριν από τη μουσική του. Ένας μεγάλος Τούρκος μουσικοσυνθέτης που αγαπάει πολύ την Ελλάδα και το δείχνει με κάθε ευκαιρία. Ως προσωπικότητα όμως πολύπλευρη και πολυδιάστατη, ασχολήθηκε με πάρα πολλά, περιβάλλοντάς τα όλα με την ευαισθησία και την αναγνωρίσιμη αισθητική του.
Στα κείμενα του, είναι φανερό αυτό το αρμονικό πάντρεμα μουσικής και λογοτεχνίας. Και ας δικαιολογήσω αυτό που λέω. Τα βιβλία του έχουν ρυθμό, με το κρεσέντο να υποστηρίζει κάθε συναισθηματική φόρτιση, κάθε ανατροπή. Οι ρίζες της μουσικής του πατάνε πάνω στη Τουρκική-ανατολική λαϊκή παράδοση. Και κάθε τι λαϊκό που σέβεται τον εαυτό του κρύβει τρομερό συναίσθημα, βγαλμένο από την απλή καθημερινότητα και τη τριβή των.
Το νέο του βιβλίο, ‘’ Η ιστορία του αδελφού μου ‘’ (εκδόσεις Πατάκης 2014) νομίζω ότι είναι και το ωριμότερο έργο του συγγραφέα. Με τρομερή οικονομία λόγου, με τίποτα περιττό στον λόγο του και με μία αξιοθαύμαστη πλοκή μας δίνει μια υπέροχη ιστορία με συνεχείς ανατροπές. Χτίζει τον βασικό χαρακτήρα του βιβλίου με περισσή προσοχή πάνω σε ένα ψυχολογικό προφίλ ιδιαίτερο, ένα ψυχολογικό προφίλ δουλεμένο σε κάθε λεπτομέρεια. Είναι φανερή η διάθεση του συγγραφέα να πατήσει σε δύσβατα μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχής, μονοπάτια διάσπαρτα με ψυχολογικές διαταραχές που αφετηρία έχουν τον έρωτα.
Παρακολουθούμε τον κεντρικό ήρωα και τη σχέση του με τη νεαρή δημοσιογράφο με τρομερό ενδιαφέρον. Ένα κείμενο σφιχτό, χωρίς υπερβολές και ανούσιες λογοτεχνικές-περιγραφικές διανθίσεις, που κρατάει τον αναγνώστη σε μια καλοδεχούμενη και ισορροπημένη ένταση. Ένας μάστορας του είδους, ένας παραμυθάς καλύτερα, που μπορεί να διηγηθεί ιστορίες με τον αψεγάδιαστο τρόπο των παλιών τραγουδοποιών που κρατήσανε την ιστορία των λαών ζωντανή, μια ιστορία που στόμα σε στόμα μεταφέρθηκε και διατηρήθηκε ζωντανή. 
Δανειζόμενος  τον χαρακτήρα της Σεχραζάτ από τις ‘’Χίλιες και μία νύχτες’’ μας αφηγείται απίστευτα όμορφες ιστορίες, μας πείθει και μας προβληματίζει, μας αναγκάζει να γελάσουμε αλλά και να συγκινηθούμε. Αλλά, πάνω απ’ όλα, μας πείθει για τη δύναμη της αγάπης που, ναι μεν, είναι κινητήριος μοχλός ζωής και διάθεσης, αλλά είναι συνάμα και καταστροφικός, πολιορκητικός κριός που περιμένει την αδύναμη κερκόπορτα για να κυριεύσει το μυαλό.
Εν κατακλείδι, ο Ζουλφί Λιβανελί είναι ο άνθρωπος που θα ήθελα να έχω μαζί μου σε μια ερημική παραλία, καθισμένοι γύρω απ’ τη φωτιά, να τον ακούω να μιλάει, να μου λέει ιστορίες. Κι εγώ μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, τη φωτιά δίπλα μου, να κοιτάω το νυχτερινό ουρανό και να ταξιδεύω σε μέρη που μόνο το μυαλό μπορεί να σε πάει…

Θανάσης Φλώρος
Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Έρωτας σημαίνει να περπατάς με δεμένα μάτια στο χείλος τον γκρεμού». Όλα ξεκινούν με τη δολοφονία μιας νέας γυναίκας σ' ένα ήσυχο ψαροχώρι. Το έγκλημα φέρνει κοντά τον συνταξιούχο πολιτικό μηχανικό που αποσύρθηκε απ' τη ζωή και τη νέα, όμορφη, γεμάτη περιέργεια δημοσιογράφο. Έτσι αρχίζει η ιστορία ή καλύτερα η ιστορία μέσα στην ιστορία που ψηλαφίζει τα πιο σκοτεινά συναισθήματα του ανθρώπου και όπου η πραγματικότητα γίνεται ένα με τη φαντασία, κάπως σαν την αφήγηση στις "Χίλιες και μία νύχτες": σε κάθε σελίδα ανακαλύπτουμε μια νέα πραγματικότητα στα όρια αμφιβολίας και βεβαιότητας. Τελικά είναι πράγματι ο έρωτας «το πιο επικίνδυνο, το πιο θανατηφόρο συναίσθημα»;

«Μεγαλειώδες μυθιστόρημα» (Ονούρ Μπιλγκέ Κούλα)
«Ένα συγκλονιστικό ταξίδι» (Ελίφ Τανρίγιαρ)
«Μια ιστορία που συνεχώς ξαφνιάζει τον αναγνώστη και προκαλεί την ευφυΐα του» (Μπουκέτ Αστσί)


Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΔΟΥ - ΠΟΘΟΥ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

            Η Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου είναι μια συγγραφέας πολυγραφότατη, η οποία με τα έργα της έχει καθιερωθεί ως μία από τις κορυφαίες σύγχρονές μας λογοτέχνιδες. Το έργο της ποικίλει και κυμαίνεται από το ιστορικό μυθιστόρημα στη νουβέλα, από την ποίηση στο θεατρικό λόγο και από το μεταφυσικό μυθιστόρημα στην εφηβική λογοτεχνία. Η ικανότητά της να μαγεύει τον αναγνώστη μέσα από την ιδιαίτερα γλαφυρή και ποιητική γραφή της είναι ένα χάρισμα που πολύ λίγοι λογοτέχνες μπορούν να επιδείξουν. Η κ. Πόθου όμως, το καταφέρνει με ευκολία και ο αναγνώστης όταν διαβάσει ένα έργο της δε μπορεί παρά να θαυμάσει το σπάνιο αφηγηματικό της ταλέντο και να αναζητήσει και άλλα βιβλία της. Αυτό συνέβη και στη δική μου περίπτωση όταν διάβασα την «Υψιπύλη», ένα συγκλονιστικό, αγωνιώδες και «επώδυνο», θα έλεγα, μυθιστόρημα που έμεινε για πάντα χαραγμένο στη μνήμη μου.
            Η γνωριμία μου με τη συγγραφέα έγινε μέσω της λογοτεχνικής μου ομάδας «Φίλοι Της Ελληνικής Λογοτεχνίας» και θεωρώ ιδιαίτερη τιμή το γεγονός της παραχώρησης εκ μέρους της μιας συνέντευξης, μιας γραπτής συνομιλίας μας καλύτερα, σχετικά με το τεράστιο λογοτεχνικό της έργο και τα δύο τελευταία και πιο πρόσφατα μυθιστορήματά της, το «Η Δίψα Με Καίει Εμένα Και Χάνομαι» και το «Συνέντευξη Με Το Φάντασμα Του Βάλτου». Την ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για την εξαιρετική αυτή τιμή και της εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στα νέα της βιβλία!

1) Εάν σκεφτεί κανείς το συνολικό σας έργο, σε όρους βιβλίων σας που έχουν εκδοθεί, συνολικά 49 αν δεν απατώμαι, μπορεί μόνο να αισθανθεί δέος μπροστά σε μια συγγραφέα του μεγέθους σας. Ορμώμενη λοιπόν, από αυτό το συναίσθημα, πείτε μου κ. Πόθου, πότε νιώσατε την ανάγκη να εκφραστείτε συγγραφικά και γιατί;

Κι εγώ αισθάνομαι κάποιο δέος σήμερα που, από την απόσταση του χρόνου, βλέπω τα βιβλία που έχω γράψει. Όμως αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Τί έδωσαν τα βιβλία, αυτό έχει σημασία. Ποιά ήταν η αγωνία τους και πώς αυτή η αγωνία πέρασε στον αναγνώστη για να φωτίσει ίσως τις δικές του αγωνίες, να μπει στα υπαρξιακά μονοπάτια του και να του δώσει τη δυνατότητα μιας άλλης θέασης του κόσμου.
Το ότι έγραψα πολλά βιβλία ήταν καθαρά από μια δική μου προσωπική αγωνία να σπρώξω, κάθε φορά, λίγο πιο πέρα τη δυνατότητα όρασης ή την ελπίδα μιας γνώσης άλλης, που θα βοηθούσε εμένα πρώτη να βρω κάποιες απαντήσεις στα υπαρξιακά ή μεταφυσικά ερωτήματα που με βασάνιζαν σαν άνθρωπο και λιγότερο σαν συγγραφέα.
Όσο για το πότε νιώθει κανείς την ανάγκη της συγγραφής, αυτό υπάρχει ή δεν υπάρχει. Ή, ακόμα, κατασκευάζεται στις μέρες μας.

2) Έχετε γράψει ιστορικά και μεταφυσικά μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποίηση, θεατρικά έργα, εφηβική λογοτεχνία… Ποιό είναι το αγαπημένο σας είδος, σε ποιό διοχετεύετε τον περισσότερο χρόνο σας και για ποιο λόγο;

Όλα τα βιβλία μου τα αγαπώ, σαν τη μάνα που αγαπάει όλα τα παιδιά της. Καθένα, είτε ποίηση είναι, είτε μυθιστόρημα, είτε θεατρικό έργο αντιπροσωπεύει και ένα κομμάτι από την ψυχή μου, από τον χρόνο μου, από τις αγωνίες που είχα τη συγκεκριμένη στιγμή που το έγραφα. Και πάντα, είναι το τελευταίο μου εκείνο που αγαπώ περισσότερο, στην προκειμένη περίπτωση τη «Συνέντευξη Με Το Φάντασμα Του Βάλτου».  Είναι το πιο τρυφερό μου, το πιο ευάλωτο μεταφυσικά, το πιο κοντά στην αλήθεια την «άλλη» που με βασανίζει αυτόν τον καιρό, στη γνώση την άλλη που διαλύει το σκοτάδι, που σε κάνει να νιώθεις δυνατός. Μοιάζει με τα «παράθυρα που ανοίγουν οι άγιοι και οι μάρτυρες για να μπορούμε να επικοινωνούμε με αυτό που δεν φαίνεται». 
Όμως, επειδή και το προηγούμενο «Η Δίψα Με καίει Εμένα Και Χάνομαι» είναι πολύ κοντά ακόμα στις πληγές που το γέννησαν, και επειδή η «Συνέντευξη Με Το Φάντασμα Του Βάλτου» γεννήθηκε από αυτό, πρέπει να πω πως τα δύο αυτά τα συνδέει μια ίδια αγωνία να κατανοηθεί το «ακατανόητο», μια ίδια αναζήτηση της αθέατης αλήθειας.

3) Πώς και πότε προτιμάτε να συγγράφετε; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, γεγονός, ή τόπος που σας εμπνέουν ή είναι κάτι που ρέει από μέσα σας αβίαστα κάθε ώρα και στιγμή;

Δεν γνωρίζω πώς θα  ήταν, αν είχα την πολυτέλεια να επιλέγω μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή διάθεση για να γράψω. Η ζωή μου ήταν πάντα δύσκολη. Υπάλληλος στη Νομαρχία Αττικής, τα πρώτα χρόνια, και από τα παράθυρα βλέπαμε τις ατέλειωτες διαδηλώσεις του «ένα ένα τέσσερα» και κάθε τόσο να γίνονται εκλογές, σε εποχές που μετρούσαμε με το μολύβι μία μία τις ψήφους ολονύκτια, σε απροσμέτρητες ώρες εργασίας. Κι εγώ να προσπαθώ να ξεκλέψω ελάχιστο χρόνο για να διαβάσω, ή να γράψω το ελάχιστο. Ύστερα βέβαια ήρθαν καλύτερα χρόνια και είμαι ευγνώμων και γι’ αυτό.  Όσο για το πώς γράφω, να πω μόνο πως ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία, το «Σπίτι Μου Της Μικρασίας» αφιερωμένο στον πρόσφυγα πατέρα μου, το είχα γράψει, ένα μεγάλο μέρος του, ταξιδεύοντας με το τρένο. 

4) Πιστεύετε ότι ο συγγραφέας πρέπει να έχει κάποιο επιστημονικό υπόβαθρο για να τιμήσει αυτή του την ιδιότητα, ή αρκεί να διαθέτει το συγγραφικό ταλέντο και να έχει την κατάλληλη έμπνευση; Η συγγραφική ιδιότητα είναι έμφυτη ή επίκτητη κατά τη γνώμη σας;

Εξαρτάται τι θέλει να γράψει κανείς. Μια νουβέλα μπορείς να τη γράψεις σε δυο Σαββατοκύριακα – και χωρίς κανένα «υπόβαθρο». Όμως υπάρχουν βιβλία, μυθιστορήματα αξιώσεων εν προκειμένω, που απαιτούν  άπειρες γνώσεις επίμοχθες, έρευνα χρόνων, διασταύρωση στοιχείων για τη γνησιότητα, μια απέραντη εμπειρική, πια, αλλά και γνωσιακή έρευνα πάνω στο θέμα, όπως για παράδειγμα γίνεται σε ιστορικά μυθιστορήματα. Αν και, προσωπικά, πιστεύω πως όλα τα μυθιστορήματα που γράφουμε, δηλαδή και αυτά της υπαρξιακής αγωνίας ή αυτά με τον σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό, δεν παύουν να είναι και ιστορικά, αφού είμαστε κομμάτι του παγκόσμιου δράματος της Ιστορίας και βιώνουμε στην καθημερινότητά μας  αυτά τα συνταρακτικά γεγονότα που παίζονται στην παγκόσμια σκηνή και για μας – και, τις περισσότερες φορές, χωρίς εμάς, και που όμως καθορίζουν τη ζωή μας.
Όμως, και σε άλλα μυθιστορήματα, πολλές φορές είναι απαραίτητη η επιστημονική γνώση. Μου έτυχε να διαβάζω έναν ολόκληρο χειμώνα σύγχρονες απόψεις της φυσικής, όταν έγραφα την «Έκτη Σφραγίδα», ή το «Με Τη Λάμπα Θυέλλης». Ή όταν έγραφα τον «Άγγελο της Στάχτης», ένα χρόνο διάβαζα κείμενα για το «Ταξίδι Της Ψυχής Στον Άδη», παραδόσεις και δημοτικό τραγούδι, Όμηρο, την Ραψωδία της Νέκυιας, Παλατινή Ανθολογία, Ορφικά και άπειρα άλλα.
Και, όχι, δεν φτάνει το «θείο» δώρο, το τάλαντο. Θα ήταν αφελής να το πιστεύει κανείς αυτό. Η συγγραφή είναι μια επίπονη άσκηση, μια εσωτερική κατάκτηση, μια βαθιά εμπειρική γνώση, προσωπική σου πια, που όμως θα πρέπει να έχει αφομοιώσει μέσα της όλες τις άπειρες γνώσεις και εμπειρίες από επίπονη δουλειά, από μελέτη, από παρατήρηση.

5) Η συγγραφέας Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου είναι και αναγνώστρια; Ποιά λογοτεχνικά είδη επιλέγετε ως αναγνώσματα συνήθως και ποιες οι επιρροές που δεχτήκατε;

Ήδη έχω γράψει δύο βιβλία, το ένα πάνω στο έργο του Σάμιουελ Μπέκετ, που βαθιά επηρέασε τη σκέψη μου και τη ζωή μου, και το βιβλίο που έγραψα «Samuel Beckett – Η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης» είναι από τα λίγα κείμενά μου που με κάνουν να αισθάνομαι ευγνώμων γιατί μπόρεσα και το έγραψα. Και τώρα ελπίζω πως θα επανεκδοθεί, γιατί και πολλοί το ζητούν – ήταν ένα ιδιαίτερο κείμενο.

6) Από όσο ξέρω, είχατε προσωπική γνωριμία με τον Σάμιουελ Μπέκετ… Θέλετε να μας μιλήσετε;

Είχα αυτή την τύχη να τον γνωρίσω από κοντά. Ξεκίνησα σαν μεταφράστρια του έργου του «Oh Les Beaux Jours», που το είχα δει στο Παρισινό Odéon και από εκεί ξεκίνησε μια αλληλογραφία. Ύστερα ο Μπέκετ διάβασε θεατρικά μου έργα και ζήτησε να με γνωρίσει. Είναι από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής μου εκείνη η συνάντηση. Ένα πρόσωπο ασκητικό, σαν το έργο του. Ένα βλέμμα που σήκωνε θαρρείς όλον τον πόνο και το αδιέξοδο της ανθρώπινης μοίρας. Κάποια πράγματα γίνονται έτσι, σαν τυχαία στη ζωή μας, όμως μπορεί και να μην είναι τυχαία. 

7) Άλλα βιβλία ή συγγραφείς που σας επηρέασαν;

Προτιμώ να πω: που αγάπησα. Το δεύτερο βιβλίο που έγραψα ήταν για την ποίηση του Ελύτη «Οδυσσέας Ελύτης – Ένα όραμα του κόσμου». Και το έγραψα με τη δική του βοήθεια. Είναι μεγάλη η ποίηση του Ελύτη. Κι εγώ προσπάθησα να βρω τα αρχαιοελληνικά κοιτάσματά της, την ποίηση των ψαλμών, την ιδιομορφία του υπερρεαλισμού. Θυμάμαι, πήγαινα κάθε Τρίτη στη Σκουφά και διαβάζαμε μαζί τα κεφάλαια που είχα γράψει. Του άρεσε ο τρόπος που έβλεπα τον οραματισμό της ποίησής του. Το βιβλίο επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παπαδήμα, όμως μάλλον έμεινε σε μια μοναξιά. Κι ας είπε ο ίδιος πως ήταν ένα βιβλίο που είδε σωστά την ποίησή του. Τα βιβλία, όπως και οι άνθρωποι, έχουν μια προσωπική τους μοίρα. 

8) Είναι πασιφανές ότι για τα ιστορικά, ιδίως, μυθιστορήματά σας  έχετε κάνει εκτεταμένη έρευνα για άντληση ιστορικών στοιχείων. Πόσος χρόνος χρειάστηκε για την συγκέντρωση όλων των απαιτούμενων πληροφοριών για τη συγγραφή του έπους σας «Πήραν Την Πόλη, Πήραν Την» και πόσο εύκολη ήταν η αναβίωση της εποχής και της ατμόσφαιρας εκείνης της περιόδου;

Όταν μιλάμε για το «Πήραν την Πόλη, Πήραν Την» πραγματικά δεν έχει σημασία πόσα χρόνια χρειάστηκαν για να γραφτεί, αλλά πόσα χρόνια ετοιμαζόταν μέσα στην ψυχή και στο μυαλό. Πόσος απέραντος χρόνος χρειάστηκε για να αισθανθώ έτοιμη να μπω στον δρόμο των δακρύων και της αξημέρωτης νύχτας, στον δρόμο του αίματος και της θυσίας. Ήταν μια τρομακτικά επώδυνη γραφή. Όμως, όση ψυχική οδύνη και αν μου κόστισε, όση ψυχή, θα πω και γι’ αυτό πως αισθάνομαι ευγνώμων που μπόρεσα και το έγραψα. Που μπόρεσα και το τελείωσα. Γιατί, πολλές φορές έμεινα στο δρόμο και είπα δεν μπορώ άλλο – τόσο οδυνόμενη ήταν η γραφή.
Όσο για τα ιστορικά στοιχεία, χρόνια τα μάζευα από χρονογραφίες και ιστορικά τεκμήρια, από παραδόσεις που έγιναν θρύλος, από ιερά κειμήλια που διασώθηκαν, από παλιές προφητείες. Όμως πέρα από τα στοιχεία αυτά, εκείνο που είχα ανάγκη, όσο έγραφα το μυθιστόρημα, ήταν να κάθομαι με τις ώρες μέσα στην Αγιά-Σοφιά, σε μια γωνιά της, χωρίς να μιλώ και χωρίς να επικοινωνώ με το σήμερα, να δέχομαι μόνο τις αντηχήσεις από τα γεγονότα εκείνα, από την κραυγή…

9) Έχετε γράψει και το «Ξύλινο Τείχος» ένα επίσης μεγάλο ιστορικό μυθιστόρημα που φέρνει στις μέρες μας τον αρχαίο κόσμο, την αντίληψη ζωής, τους αγώνες… Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό.

Αυτό ήταν πιο δύσκολο από την άποψη συλλογής των ιστορικών στοιχείων, αλλά δεν είχε την ίδια συναισθηματική φόρτιση, όπως το «Πήραν Την Πόλη, Πήραν Την». Για να δώσω το μυθιστόρημα αυτό έπρεπε να διαβάσω όλη τη φιλοσοφία ζωής του αρχαίου κόσμου, την αντίληψη που είχαν για τους θεούς τους, για τη μοίρα, για την κοινωνική δικαιοσύνη, για τη Νέκυια. Έπρεπε να βρω τη διάλεκτο της καθημερινής τους ζωής, μια έρευνα απίστευτα επίπονη. Για παράδειγμα, έπρεπε να πω «μια κοτύλη νερό» (και όχι ένα ποτήρι) ή να πω τόσα «στάδια» δρόμος (αφού δεν υπήρχε ακόμα το μέτρο ως μονάδα μέτρησης) ή έπρεπε να μετρώ το χρόνο με τις Ολυμπιάδες. Και άπειρα άλλα. Έπρεπε να βρω τα στοιχεία που έπλασαν τον Σπαρτιάτη με αυτά τα ιδανικά και μεγαλούργησε – και τα στοιχεία που έπλασαν τον Αθηναίο, με τα εντελώς αντίθετα ιδανικά, και πάλι μεγαλούργησε.
Όμως, χαίρομαι που το έγραψα. Ήθελα τα νέα παιδιά, όποτε μπορέσουν και το διαβάσουν, να βρουν σε αυτό τις αλήθειες για τον αρχαίο κόσμο, τα αληθινά μεγέθη των ανθρώπων εκείνων που αγάπησαν τον ίδιο τόπο με εμάς και την ίδια έννοια της ελευθερίας.

10) Είναι γνωστό πως η ιδιαίτερη πατρίδα σας είναι η Λήμνος. Κατά πόσο έχει επηρεάσει το συγγραφικό σας έργο αυτό, ποια  βιβλία σας είναι «εμποτισμένα» και εμπνευσμένα από την ιστορία της, τους μύθους και τους θρύλους της;

Η Λήμνος υπάρχει σε όλα τα βιβλία μου, είτε γράφω γι’ αυτήν είτε όχι. Υπάρχει σαν τοπίο και σαν ορφικό τραγούδι. Τα πιο δυνατά μου κείμενα τα έχω γράψει εκεί τα καλοκαίρια που πηγαίνω. Υπάρχει μια αντήχηση από το πέρασμα του μεγάλου πολιτισμού της που μπορεί να την αισθανθεί κανείς, μια περίεργη σύγκλιση του χρόνου, μια μεταφυσική αύρα. Όλα αυτά δημιουργούν μια ποιητική του χώρου και μου αρέσει να την αναζητώ με τη διαίσθηση όταν πηγαίνω. Ίσως, είναι μαζί και η αντήχηση από τις αναμνήσεις της  παιδικής, της νεανικής ηλικίας, αλλά και μια βαθιά αγάπη,  η αγάπη που νιώθει ο κάθε άνθρωπος για τον ιδιαίτερο τόπο του, όπου έχει ζήσει την πρώτη του μοναξιά και τα πρώτα του όνειρα. 
Εσείς, που έχετε αγαπήσει την «Υψιπύλη» μου, μπορείτε να το δείτε αυτό. Πουθενά αλλού δεν θα μπορούσα να γράψω αυτές τις σελίδες πάνω σε ένα μύθο τόσο ανελέητο – και που για μένα δεν ήταν μύθος αλλά μια μακρινή, στα χρόνια της μητριαρχίας, πραγματικότητα .  Και βέβαια, έχω γράψει κι άλλα βιβλία για τη Λήμνο, τη «Μαρούλα της Λήμνου», τη «Δοξανιώ», βιβλία που αγαπήθηκαν από χιλιάδες ελληνόπουλα και γίνονται κάθε χρόνο πανέμορφες εργασίες στα σχολεία.

11)  Στο προτελευταίο σας βιβλίο, το «Η Δίψα Με Καίει Εμένα Και Χάνομαι» εξιστορείτε μια σύγχρονη ερωτική ιστορία και, ταυτόχρονα, παρουσιάζετε  την εικόνα της επίκαιρης, γεμάτης αδιέξοδα,  τραυματισμένης Ελλάδας. Ποια είναι τα μηνύματα που θέλατε να περάσετε στους αναγνώστες;

Τα μηνύματα που δίνεις τα βρίσκει ο ίδιος ο αναγνώστης, αυτά που θα δει και αυτά που δεν θα δει, αυτά που θα αγγίξουν τη δική του ψυχή. Εκείνο που εγώ ήθελα να δώσω με το μυθιστόρημα ήταν, ακριβώς, η τραυματισμένη εικόνα μιας καθημερινότητας λαβωμένης, το ερειπωμένο παρόν, όπως το είπα, η λέξη «καταρρέω» και η λέξη «συντρίβομαι», η βίωση αυτής της συντριβής, με δυο λόγια, η ταπείνωση της ζωής μας. Κι από την άλλη, η αγωνία της ηρωίδας μου να βρει μιαν άλλη αλήθεια, μιαν άλλη δικαιοσύνη. Ποτέ σε ένα μυθιστόρημα δεν δίνεις έτοιμους δρόμους να περπατήσει ο άλλος. Μιλάς για κάποια πράγματα που θα μπορούσαν να ανοίξουν «δρόμο» στην ψυχή, αυτό μόνο.   

12) Υπάρχουν ορισμένα από τα παλαιότερα βιβλία σας, όπως «Ο Άγγελος Της Στάχτης», ή «Ο Νικηφόρος Φωκάς», από την «Τριλογία Της Λήμνου», ή «Ο Ιερός Ποταμός» τα οποία έχουν εξαντληθεί και τα οποία αναζητούν οι αναγνώστες σας διακαώς. Υπάρχει κάποια προοπτική επανακυκλοφόρησής τους;

Το ελπίζω. Δύσκολοι οι καιροί και για τα βιβλία. Και η κατάργηση της ενιαίας τιμής δεν μας βοηθάει. Ήδη σας είπα, λίγο πριν, πως ενδεχομένως θα επανακυκλοφορήσει τώρα το βιβλίο μου «Samuel Beckett – Η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης». Γράφω ένα κεφάλαιο ακόμα για την μετά τον θάνατό του προσέγγισή μου στο έργο του, σε συνδυασμό και με την αλληλογραφία που είχαμε. 

13) Εσείς, ως συγγραφέας με ένα τεράστιο έργο, ποια συμβουλή θα δίνατε στους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν τα γραπτά τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων;

Ε, είναι μεγάλη συγκίνηση να δεις το βιβλίο σου, δηλαδή αυτό που γεννήθηκε από το δικό σου μυαλό,  στην προθήκη του βιβλιοπωλείου και να είσαι νέος. Τους εύχομαι να ζήσουν όλες τις χαρές της πνευματικής δημιουργίας.  Η συγγραφή προϋποθέτει απέραντο μόχθο και απάρνηση. Γιατί, αυτό που λέμε «ταλέντο» είναι δουλειά στο μεγαλύτερο μέρος του – το είπαμε ήδη.   Και, το πιο σημαντικό, πρέπει να θυμούνται ότι, σε όποιο σημείο της επιτυχίας και αν φτάσουν, τίποτα δεν είναι δικό τους. Είναι μια δωρεά που τους δόθηκε και που την τίμησαν.

14) Κλείνοντας, και αφού σας ευχαριστήσω για την εξαιρετική τιμή που μου κάνατε, πείτε μας    ποιό θα είναι το επόμενο βιβλίο σας, τι να περιμένουμε από εσάς;

Ό,τι φέρει ο χρόνος. Αν φέρει. Να είστε καλά.

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

«ΑΝΑΣΤΑΣΗ», του Λέοντος Τολστόι – Γράφει ο Γιώργος Πανόπουλος

«ΑΝΑΣΤΑΣΗ», του Λέοντος Τολστόι – Γράφει ο Γιώργος Πανόπουλος
Εκδόσεις: Ζαχαρόπουλος, Μαλλιάρης, Γκοβόστη

             Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από τις εκδόσεις Γκοβόστη.

«Όσο κι αν πάσχιζαν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές, στοιβαγμένες σ' εκείνο τον στενάχωρο τόπο, να τον παραμορφώσουν, όσο κι αν τον είχαν βουλιάξει στην πέτρα για να μη φυτρώνει τίποτε πάνω στη γη συνθλίβοντας και το παραμικρό χορταράκι που ξεμυτούσε, όσο κι αν έπνιγαν τον αέρα στην αιθαλομίχλη του κάρβουνου και του πετρελαίου, όσο κι αν καταστρέφανε τα δέντρα και αποδιώχνανε όλα τα ζώα και τα πουλιά, τόσο περισσότερο η άνοιξη φανέρωνε το αιώνιο μεγαλείο της, ακόμα και μέσα στην πόλη. Ο ήλιος ζέσταινε τη φύση, η χλόη ζωντανεμένη φύτρωνε και καταπρασίνιζε το χώμα, όπου είχε ακόμη απομείνει, όχι μονάχα στα παρτέρια, μα κι ανάμεσα στις πλάκες των λιθόστρωτων λεωφόρων. Οι σημύδες, οι λεύκες, οι αγριοκερασιές ξετύλιγαν τα γυαλιστερά και μυρωδάτα φύλλα τους, στις φλαμουριές τα φουσκωμένα μπουμπούκια βιάζονταν να σκάσουν, οι κουρούνες, τα σπουργίτια και τα περιστέρια ετοιμάζονταν γοργόφτερα μέσα σ' αυτό τ' ανοιξιάτικο γιορτάσι για τις καινούργιες τους φωλιές κι οι μύγες κάτω απ' το ζεστό ήλιο ζουζούνιζαν νωχελικά πάνω στους τοίχους. Γιόρταζε η πλάση όλη, τα φυτά, τα πουλιά, τα έντομα, τα μικρά παιδιά. Μονάχα οι μεγάλοι συνέχιζαν απτόητοι να εξαπατούν και να βασανίζουν ο ένας τον άλλον. Αυτό το ιερό τελετουργικό του ανοιξιάτικου πρωινού, αυτή η ομορφιά του θείου κόσμου, δώρο σ' όλα τα πλάσματα της γης που τους υποσχόταν την ειρήνη, την ομόνοια και την αγάπη, δεν άγγιζε τις ψυχές τους. Μοναδική, ζωτική τους έγνοια ήταν τι θα μηχανεύονταν οι ίδιοι για να καταδυναστεύουν ο ένας τον άλλον.»

Με αυτή τη μαγική εικόνα ξεκινά το τελευταίο του μεγάλο μυθιστόρημα ο Λέων Τολστόι. Οι ανθρώπινες μηχανορραφίες και μισαλλοδοξίες δε στερούν από τη φύση και το Δημιουργό των πάντων να συνεχίζουν να εκτελούν το έργο τους. Η ομορφιά ενυπάρχει παντού όσο κι αν οι άνθρωποι πασχίζουν να την καταπνίξουν με τον εγωισμό τους.
Όντας ριζοσπάστης  χριστιανός  και εμπνευσμένος από τα Ιερά Ευαγγέλια, η «Ανάσταση» συνιστά έναν ύμνο στην ευαγγελική επιταγή, «Μην κρίνεις για να μην κριθείς». Ο Νεχλιούντοφ, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας και δεσμευμένος με μία γυναίκα της τάξης του, λαμβάνει κλήση να παρουσιαστεί στο δικαστήριο ώστε να εκπληρώσει το κοινωνικό του καθήκον ως ένορκος. Εκεί η μοίρα του επιφυλάσσει μια έκπληξη όταν αντικρίζει στο εδώλιο την Κατιούσα, την κοπέλα που δούλευε ως υπηρέτρια στο σπίτι των θείων του και την οποία εξαπάτησε και αποπλάνησε κατά την επίσκεψή του  την περίοδο που ήταν φαντάρος.
Από την πλευρά της η Κατιούσα κρύβει μια πολύ στενόχωρη ιστορία. Έμεινε έγκυος από το Νεχλιούντοφ, πράγμα που στάθηκε αφορμή να εκδιωχθεί από το σπίτι. Όταν χάνει και το παιδί της μένει μόνη στο δρόμο χωρίς υπόληψη, χρήματα κι εργασία. Κι έτσι αρχίζει η ηθική κατάπτωση. Αναγκάζεται να δουλέψει σαν πόρνη, ώσπου μια μέρα βρίσκεται άδικα κατηγορούμενη για κλοπή και φόνο. Και θα αθωωνόταν αν όλα πήγαιναν όπως θα έπρεπε, αλλά καταδικάζεται σε καταναγκαστικά έργα και τότε ο Νεχλιούντοφ αποφασίζει να κάνει την αυτοκριτική του και να επιδίωξη την προσωπική του ανάσταση. Είναι ολοφάνερο ποιος θα πρέπει να είναι ο σκοπός της ζωής του στο εξής. Οφείλει να σώσει το θύμα του.
Το βιβλίο αποτελεί ένα δριμύ ‘κατηγορώ’ απέναντι στην εκκλησία, στην πολιτεία, στην κυβέρνηση, στη δικαιοσύνη και, τέλος, στην ίδια την κοινωνία. Σ’ έναν κόσμο, που όλοι οι θεσμοί έχουν καταβαραθρωθεί, η ανθρωπιά κι η κατανόηση παλεύουν να διατηρηθούν. Από τη μία, ο Νεχλιούντοφ στην προσπάθειά του να σώσει την Κατιούσα κι από την άλλη, η Κατιούσα παραδομένη στα δεινά που της επέβαλλαν, έρχονται αντιμέτωποι με την ανθρώπινη αδιαφορία, την προσωπική φιλοδοξία και ματαιοδοξία, την αδράνεια, τη γραφειοκρατία και τη γενικότερη υποκρισία όλων. Σε όλες αυτές τις δυσκολίες οι ήρωες μας, και κυρίως ο Νεχλιούντοφ, καλούνται να θυμηθούν ότι είναι άνθρωποι, πλασμένοι από ένα ανώτερο Ον, που έχουν έρθει στη γη για να διατελέσουν κάποιο θεάρεστο έργο. Έτσι, λοιπόν, η «Ανάσταση», κυμαίνεται σε δύο βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά στο δικαίωμα του καθενός να μετανοήσει και ο δεύτερος στο βασικό ερώτημα, πώς ενώ είμαστε άνθρωποι μπορούμε και κρίνουμε ο ένας τον άλλον.
Δε θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι η «Ανάσταση» είναι η συνέχεια της υπαρξιακής αναζήτησης του συγγραφέα, αμέσως μετά την «Άννα Καρένινα». Εκεί ο Τολστόι κατακερμάτισε την ηθική υποκρισία της αριστοκρατίας με αποτέλεσμα τώρα, σε αυτό του το μυθιστόρημα, να απογειώνεται σε ένα πνευματικό κρεσέντο που στόχο έχει να προβληματίσει. Διαβάζοντάς του ο κάθε αναγνώστης θα θελήσει να ξεκινήσει ένα ταξίδι για να βρει τη δική του ανάσταση.

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Η "Ανάσταση" του Τολστόι είναι μια από τις τελευταίες δυνατές τσεκουριές στο σαπισμένο δέντρο του τσαρικού καθεστώτος στα τέλη του περασμένου αιώνα. Ο Τολστόι χτυπάει ανελέητα τα σαθρά οχυρά του - οικογένεια, θρησκεία, δικαιοσύνη, πατρίδα, όπως τα είχε καταντήσει - σαρκάζει φαρμακερά τους πάντες και τα πάντα και φανερώνει όλη τη συμπάθειά του στο φτωχό λαό και στους αγωνιστές που παλεύουν να τον βγάλουν από την εκμετάλλευση κι από το σκοτάδι της αμάθειας. Η "Ανάσταση" είναι ένα από τα μεγάλα έργα του Τολστόι, γραμμένο στα εβδομήντα του χρόνια και συμπυκνώνει όλες τις εμπειρίες, όλη τη σοφία του μεγάλου συγγραφέα. Είναι ένα έργο κλασικό διαχρονικό και πάντα επίκαιρο. Έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες και είναι από τα πρώτα σε πωλήσεις έργα του Λέοντος Τολστόι.

Η προοδευτική Ρωσία δέχτηκε την "Ανάσταση" με ενθουσιασμό, τονίζοντας ιδιαίτερα την τόλμη του μεγάλου συγγραφέα στο ξεσκέπασμα της κοινωνίας της εκμετάλλευσης από τη μια, και στη σωστή περιγραφή της βασανισμένης ζωής του απλού λαού, από την άλλη.
Χαρακτηριστικό είναι από την άποψη αυτή το γράμμα του γνωστού Ρώσου κριτικού τέχνης και κοινωνικού παράγοντα Β. Β. Στάσοβ, που έγραφε στον Τολστόι την 1η του Γενάρη του 1900: "Ζωγραφίσατε με ένα πελώριο πινέλο όλη τη νέα μας ανθρώπινη γενιά, που προχωρεί προς μια νέα ζωή και μπαίνει σε νέους δρόμους, και πώς τη ζωγραφίσατε!... Να πώς αρχίζει, λοιπόν, ο καινούριος αιώνας".»

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

«1Q84 – ΤΡΙΛΟΓΙΑ», του Χαρούκι Μουρακάμι – Γράφει ο Θανάσης Φλώρος

«1Q84 – ΤΡΙΛΟΓΙΑ», του Χαρούκι Μουρακάμι – Γράφει ο Θανάσης Φλώρος
Εκδόσεις Ψυχογιός

Διαβάζοντας το 1Q84..
            Η τριλογία του Ιάπωνα συγγραφέα, που ολοκληρώθηκε και στην Ελλάδα, (ο τρίτος τόμος κυκλοφόρησε τον Απρίλη) μας έδωσε την αίσθηση ενός road movie, όχι τόσο με την κινηματογραφική έννοια του όρου, αλλά περισσότερο με ένα εσωτερικό ταξίδι προς την αυτογνωσία και την ολοκλήρωση των χαρακτήρων, μια ολοκλήρωση που έρχεται πλέον μόνο όταν τσαλακωθεί ο ρόλος (ας δανειστούμε τον θεατρικό όρο), όταν συνευρεθεί το καλό με το κακό, το θετικό με το αρνητικό, το αρσενικό με το θηλυκό.
            Με την πρώτη ανάγνωση μια ιστορία αγάπης, ο Τένγκο και η Αομάμε που έχουν να ιδωθούν από παιδιά, οδηγούνται από τη μοίρα σε δρόμους και κόσμους παράλληλους, σε δρόμους που ο χρόνος και ο τόπος δεν έχουν καμία σημασία. Δυο ηγετικές φυσιογνωμίες, συγκλίνουσες από κάθε άποψη, σε διαφορετικές πραγματικότητες αλλά αρνούμενοι να δεχτούν ο καθένας τη δική του, χτίζουν σιγά-σιγά το νέο κόσμο που θέλουν να κατοικήσουν. Απρόθυμοι να παραιτηθούν όσες δυσκολίες κι αν συναντήσουν, σε μια μεταφυσική-μυστηριακή ατμόσφαιρα παλεύουν με το πεπρωμένο, διασχίζουν ερήμους και έρχονται σε διαμάχη με τα φαντάσματά τους.
           Η αλήθεια είναι βέβαια πως ο Murakami στις 1350 περίπου σελίδες της τριλογίας του μας βάζει σε έναν υπέροχο μαγικό ρεαλισμό. Χρησιμοποιώντας αριστοτεχνικά τον γραπτό λόγο (όπως πάντα άλλωστε) μας περιγράφει χαρακτήρες και γεγονότα με τον δικό του μοναδικό και ιδιαίτερο τρόπο, έναν τρόπο που σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι μήπως η συγγραφή είναι τόσο εύκολη τελικά. Κάτι που, φυσικά, είναι εκτός πραγματικότητας. Αν θέλουμε να παραλληλίσουμε, ή αν θέλετε να συγκρίνουμε τον Ιάπωνα συγγραφέα με κάποιον άλλο, θα μπούμε μάλλον σε δρόμους που δεν θα μας βγάλουν πουθενά. Η γραφή του αποπνέει μια ηρεμία κι ένα ρυθμό, που ακόμα και σε περιγραφές έντονων και αγχωτικών καταστάσεων στο βιβλίο, σου επιτρέπει να απολαμβάνεις το κείμενο με μια ευχάριστη διάθεση.
            Και το πιο εντυπωσιακό ? Ξέρει ακριβώς την ποσότητα της λογικής που πρέπει να διοχετεύσει , να τροφοδοτήσει στη φαντασία, για να μη γίνει κουραστικός και ασαφής. Περιγράφει την παράλογη (ονειρική-φαντασιακή ) κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ήρωας, δίνοντας βαρύτητα όμως στη ψυχική διάθεση του χαρακτήρα και πως μετατρέπεται-χτίζεται πλέον στη διάρκεια της πλοκής.
            Παντρεύοντας μερικές φορές την αφηγηματική διάνοια του Henry James με τον σκοτεινό υπερρεαλισμό του Franz Kafka (δεν τον ενδιαφέρει πως μπορεί να μεταμορφωθεί μέσα σε μια νύχτα ένας άνθρωπος σε κάτι άλλο, αλλά περισσότερο πως μπορεί ο ήρωας να διαχειριστεί τη κατάσταση του) και τον συμβολισμό του Beckett ( κεντάει προσεκτικά τον καμβά των ονειρικών τοπίων του με σύμβολα-σταθμούς, όπως φεγγάρι, μήτρα ) με το σκοτεινό-απεγνωσμένο απολυταρχισμό του George Orwell ( 1984 ), μας δίνει την δυνατότητα να συμμετέχουμε στην πλοκή συμπληρώνοντας τα κενά που επίτηδες μας αφήνει.
            Σίγουρα η τριλογία του Murakami δεν είναι μια απλή ιστορία αγάπης, αλλά ένα ταξίδι προς την εσωτερική ολοκλήρωση, την ανάγκη του ανθρώπου προς τη συμφιλίωση με τον εαυτό του. Και στόχος η συγκλίνουσα πορεία προς την ισορροπία του εγώ, μετά τις ομηρικές μάχες που πάντα δίνουμε μέσα μας. Μάχες που με σύμμαχο το υποσυνείδητο, έχουμε να δώσουμε καθημερινά με αντίπαλο το υπέρ-εγώ μας.
           Τελειώνοντας το συγκεκριμένο έργο ένα είναι σίγουρο, πως θα πιάσετε πολλές φορές τον εαυτό σας ν’ αναπολεί, ν’ αναρωτιέται και να αμφισβητεί. Κι αν δεν είσαστε εραστές του Murakami, μάλλον θα αρχίσετε να το ξανασκέφτεστε….
                                                                                                                                 Θανάσης Φλώρος

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:
Βιβλίο 1: Σελίδες 480 και Τιμή 16,92 €

«Δυο ιδανικοί εραστές ψάχνουν ο ένας τον άλλο χωρίς ούτε οι ίδιοι να το συνειδητοποιούν, σε έναν κόσμο που αλλάζει, σε ένα χρόνο ρευστό, απροσδιόριστο. Αλλά τους οδηγεί η αγωνία, η μανία της συνάντησης. Η Αομάμε και ο Τένγκο ζουν παράλληλα, διασχίζοντας τον τόπο και το χρόνο, βαδίζοντας ανάποδα σε ημερολόγια και χάρτες και ρισκάροντας τα πάντα μέσα στο άκρως ποιητικό και επικίνδυνο σύμπαν του Μουρακάμι. Μυστικές αδελφότητες, σέκτες, φαύλοι εξουσιαστές, αδίστακτοι δολοφόνοι, εκδικητές, μαύρες μαγικές ιστορίες, πρωτόγνωρες δίοδοι, αποκαλυπτικές ρωγμές, μια χρυσαλλίδα στα σύννεφα, ψυχεδέλεια και παράδοση, στοιχειωμένες μουσικές, νοσταλγία, μια ματιά στο φεγγάρι – ή στα φεγγάρια. Στα δυο φεγγάρια του 1Q84, αυτής της Πόλης των γάτων.
Το πολυσυζητημένο magnum opus του Μουρακάμι συνιστά ένα πρωτοφανές αφηγηματικό ξεφάντωμα, ένα πανηγύρι λέξεων, εικόνων, αισθήσεων και, όταν τελειώνει η φαντασμαγορία, αυτό που μένει δεν είναι παρά μια απλούστατη –και γι’ αυτό ασύλληπτα συναρπαστική– ιστορία αγάπης, ένα ερωτικό παραμύθι που συνοψίζεται στο αφοπλιστικό, παράφορο, λυτρωτικό κράτημα των χεριών.»

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:
Βιβλίο 2: Σελίδες 416 και Τιμή 15,93 €

«Τα χάρτινα φεγγαράκια χρειάζεται να τα πιστέψεις (λιγάκι αλλά παράφορα) για να γίνουν όλα αληθινά. Έτσι όπως ενσαρκώνονται και αγιάζουν ο έρωτας, η αγάπη, το νόημα. Έτσι όπως ενανθρωπίζεται το Φως. Ή όπως ανατέλλουν τα χάρτινα φεγγάρια στην Πόλη των γάτων, σ’ αυτή την απροσδιόριστη δεκαετία, στην αρχέγονη εποχή που είναι το 1Q84, η γιαπωνέζικη και παγκόσμια χρονιά του πιο μεγάλου ερωτηματικού. Της μεγάλης Απορίας. Του μεγάλου Κενού.
Η Αομάμε και ο Τένγκο πλησιάζουν ακόμα ο ένας τον άλλο, για να γεμίσουν με έρωτα το κενό του πλανήτη, να πλουτίσουν με έρωτα την απορία και τη ζητιανιά του εαυτού τους.   Ξένοι σκοποί και προορισμοί γραμμένοι με σπρέι στον υπόγειο, ο φόνος, η εκδίκηση, η τιμωρία, ένας συγγραφέας-φάντασμα, μια ανήλικη νύφη, η συνουσία ως μετουσίωση, μεταφορά στον ίδιο πάντα τόπο, στο χρονότοπο της συνάντησης. Στο χρονότοπο ενός αθέατου φιλιού. 
Το πολυσυζητημένο magnum opus του Μουρακάμι συνιστά ένα πρωτοφανές αφηγηματικό ξεφάντωμα, ένα πανηγύρι λέξεων, εικόνων, αισθήσεων και, όταν τελειώνει η φαντασμαγορία, αυτό που μένει δεν είναι παρά μια απλούστατη -και γι’ αυτό ασύλληπτα συναρπαστική- ιστορία αγάπης, ένα ερωτικό παραμύθι που συνοψίζεται στο αφοπλιστικό, παράφορο, λυτρωτικό κράτημα των χεριών.»

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:
Βιβλίο 3: Σελίδες 512 και Τιμή 16,92 €

«Στις λεπτομέρειες συναντιόμαστε, μέσα στους πέντε δρόμους ή στις πέντε γραμμές, στο  πεντάγραμμο μιας μεθυσμένης τζαζ κατά το σούρουπο.
Στις ξεκούρδιστες νότες, τις ασύντακτες, βρισκόμαστε, στα μικροπράγματα ερωτευόμαστε, στα ασήμαντα πράγματα.
Κυλιόμενες σκάλες, μια ρωγμή στο μετρό, παντόφλες, πιτζάμες, ένα βάζο τουρσί στο ψυγείο, το σάντουιτς, ένα παλιό αγαπημένο βιβλίο, το μαχαίρι, το όπλο, η παιδική ηλικία, το σχήμα του στήθους σου, οι φωνές στο κεφάλι, χο-χο, μια παρέλαση, μια κραυγή, μια απορία, ξαπλωμένη στην ήβη μια ζεστή αγωνία.
Με κάτι τέτοια υλικά σκαρώνουν το χάρτη τους για να βρεθούν ο Τένγκο και η Αομάμε. Μα ώσπου να σμίξουν, σμίγει ο χρόνος με τον τόπο, το ημερολόγιο με το χάρτη, η κλεψύδρα με την πυξίδα, σμίγουν, τρελαίνονται, γίνονται ο αληθινός εαυτός τους και ανατινάζονται σε δυο χλωμά και πράσινα φεγγάρια από χαρτί. Και δεν τελειώνουν, ποτέ.
Ούτε το αριστουργηματικό magnum opus του Χαρούκι Μουρακάμι τελειώνει, όχι στ’ αλήθεια. Απλώς, η αφήγηση χαμηλώνει το βλέμμα και κρύβεται έτσι όπως της αρέσει να κάνει, κρύβεται ανάμεσα στο μέγα Ποτέ και το μικρότατο Πάντα, ανασαίνει, νοσταλγεί, ονειρεύεται και σωπαίνει θριαμβεύοντας ερωτικά, αδιάλλακτα. Μετά, ξεσπιτώνεται πάλι και βγαίνει στους δρόμους, φιλέρημη, απορημένη, ερωτόληπτη, η αφήγηση βγαίνει στο αδέξιο πεντάγραμμο της τζαζ και συνεχίζει, και  συνεχίζεται.
Κι έτσι ανταμώνουμε, κι έτσι ερωτευόμαστε πάλι…



Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

«Ο ΑΠΡΙΛΗΣ ΣΤΑΘΗΚΕ ΑΛΗΤΗΣ», του Γιάννη Φιλιππίδη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη


«Ο ΑΠΡΙΛΗΣ ΣΤΑΘΗΚΕ ΑΛΗΤΗΣ», του Γιάννη Φιλιππίδη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Άνεμος Εκδοτική
Σελίδες: 520
Τιμή: 16,50 €

            Ο Γιάννης Φιλιππίδης είναι ένας συγγραφέας που με ‘κέρδισε’ ως αναγνώστρια από το πρώτο του βιβλίο που έτυχε να πάρω στα χέρια μου, τη συλλογή διηγημάτων «Μα, Το Ψάρι Είναι Φρούτο». Από τότε αναζητώ σταθερά κάθε βιβλίο του και το φετινό, νέο του μυθιστόρημα, «Ο Απρίλης Στάθηκε Αλήτης» ήταν μια ακόμα ευχάριστη έκπληξη, που ήρθε με αυτό το υπέροχο, ανοιξιάτικο, εκπληκτικό, ανθισμένο εξώφυλλο! Το γεγονός ότι ήταν αρκετά πολυσέλιδο ήταν ένα ακόμα πλεονέκτημά του για μένα, που αρέσκομαι στα μεγάλα, ‘χορταστικά’ βιβλία. Ήξερα εκ των προτέρων πως δε θα βαρυγκωμήσω ούτε λεπτό και ότι όταν ολοκληρώσω την ανάγνωσή του θα αποζητώ κι άλλο.
            Η πραγματικότητα αποδείχτηκε πολύ ανώτερη των προσδοκιών μου, καθώς πρόκειται για ένα υπέροχο βιβλίο με έντονο το χιουμοριστικό και ερωτικό στοιχείο, διανθισμένο με το άρωμα της άνοιξης της δικιάς μας, τουλάχιστον, γενιάς και με αξέχαστες εικόνες, καταστάσεις και συναισθήματα που το κατατάσσουν σε ένα από τα κορυφαία, αν όχι το καλύτερο, των βιβλίων του αγαπημένου συγγραφέα.
            Η κύρια ηρωΐδα και κινητήριος μοχλός της υπόθεσης του βιβλίου είναι η Στέλλα, μια πανέμορφη, αξιοπρόσεκτη, σαγηνευτική και δυναμική γυναίκα η οποία διανύει την τέταρτη δεκαετία της ζωής της, ανάμεσα στην κοινή συνύπαρξη με την αλλοπρόσαλλη ηλικιωμένη μητέρα της, την ανεξάρτητη, απελευθερωμένη, αχαλίνωτη και εκκεντρική αδερφή της, τον φοιτητή εικοσάχρονο γιό της, τον κατά οκτώ χρόνια νεώτερο σύντροφο και συνάδελφό της, τους παλιούς αλλά ολοζώντανους έρωτές της και, φυσικά, την απαιτητική δουλειά της, που της απομυζεί τον περισσότερο γόνιμο χρόνο της.  
            Μέσα από την καθημερινή ζωή της Στέλλας, της μητέρας της Ζωής, της αδερφής της Ελένης, του γιού της Κωνσταντίνου και του εραστή – συναδέλφου της Βασίλη, ο συγγραφέας μας δίνει, αποσπασματικά και με τη μορφή αναμνήσεων – φλάσμπακ της ηρωΐδας μέσα στο διάστημα των τελευταίων τριάντα ωρών, όλη την ζωή την δική της και των υπολοίπων ηρώων του μυθιστορήματος. Η χρονική τοποθέτηση της γενιάς της ηρωΐδας που επέλεξε ο συγγραφέας με έκανε να ταυτιστώ απόλυτα με την Στέλλα, καθώς τα βιώματα, οι εμπειρίες της, οι συνθήκες στις οποίες μεγάλωσε, ενηλικιώθηκε, ερωτεύτηκε, διασκέδασε, εργάστηκε και πήρε αποφάσεις που άλλαξαν όλη της την ζωή, αλλά και τους άλλους γύρω της, ήταν απολύτως γνωστά και οικεία προς εμένα και, υποθέτω, προς όλους τους ανθρώπους της γενιάς του ’70.
Πρόκειται για τη γενιά που απόλαυσε τις παρέες και τα φλερτ χωρίς την ύπαρξη των κινητών τηλεφώνων, που άκουγε ντίσκο μουσική και εκστασιαζόταν με τα τραγούδια της Ντόνα Σάμερ, της Μαντόνα και του Μάϊκλ Τζάκσον, που μάθαινε τέχνες και επαγγέλματα με μόνη κινητήρια δύναμη τα χέρια της και τη φαντασία της και στη συνέχεια έπρεπε να ξαναμάθει αυτά που ήδη γνώριζε, αλλά πλέον όφειλε να τα εφαρμόζει μέσα από το φιλτράρισμα και τις απεριόριστες τυποποιημένες δυνατότητες του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η γενιά μας, είναι αυτή που έβλεπε και βλέπει τον κόσμο να προχωρά με τεράστια άλματα εξέλιξης σε τεχνολογικό επίπεδο, σε επίπεδο σχέσεων, καριέρας, ηθών και κοινωνίας και να διαμορφώνεται σε κάτι τόσο διαφορετικό από αυτό με το οποίο γαλουχήθηκε και ‘ανδρώθηκε’.
Ο Γιάννης Φιλιππίδης κατόρθωσε μέσα από το νέο του βιβλίο να εκφράσει και να απεικονίσει τα συναισθήματα και τις αποφάσεις με τις αντίστοιχες συνέπειές τους, όχι μόνο της ηρωΐδας μας, της Στέλλας, αλλά και ολόκληρης της γενιάς των τωρινών '40 και κάτι'. Μας έδωσε ένα βιβλίο τόσο μεστό νοημάτων και εικόνων, συναισθημάτων, ήχων και αρωμάτων, ώστε ακόμα κι εγώ, αμετανόητη λάτρης του χειμώνα και ιδιαιτέρως του Δεκέμβρη, έφτασα να λατρέψω την άνοιξη και τις πολλές και ανανεωτικές υποσχέσεις του Απρίλη, ενός μήνα πλανευτή που είχε ιδιαίτερη βαρύτητα για την ηρωΐδα. Ο μήνας αυτός είναι που αρχίζει σιγά σιγά να μας βγάζει από την μονοτονία και την παγωμένη δυσθυμία του χειμώνα και μας υπόσχεται το άνθισμα, όχι μόνο στη φύση, αλλά στα συναισθήματά μας  και στην ίδια μας τη ζωή. Μας κάνει να αναθεωρούμε αποφάσεις και ταμπού μας που θεωρούσαμε σωστά και αμετακίνητα, γιατί απλά η ζωή μας διδάσκει πως πρέπει να ζούμε την κάθε στιγμή και να απολαμβάνουμε την ευτυχία όταν αυτή έρχεται να μας βρει.
Το νέο βιβλίο του Γιάννη Φιλιππίδη είναι ένα εξαιρετικό, ζωντανό μυθιστόρημα που αφήνει στον αναγνώστη ανεπανάληπτα συναισθήματα, εικόνες, χρώματα κι αρώματα, χαμόγελα και εμπειρίες που θα θυμάται για πάντα. Πολλά συγχαρητήρια στον αγαπητό Γιάννη και σας προτείνω ανεπιφύλακτα να το διαβάσετε!!!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:


«Ένας Απρίλης πλανευτής, μια γυναίκα που ωριμάζει σαν ακριβό κρασί, ένα νησί γεννημένο από λάβα, η Σαντορίνη, κι ένας οριστικός έρωτας που δεν κουράστηκε ποτέ να περιμένει, συνθέτουν το παζλ των τριάντα ωρών που θα χρειαστεί η Στέλλα μέχρι να δει ολοκάθαρα μέσα της και γύρω της.

Πώς περνάνε έτσι εύκολα κι απλά ολόκληρα κομμάτια μιας ζωής, που θεωρείς απροσμέτρητη σε μάκρος, αλλά κάποια στιγμή αντιλαμβάνεσαι ότι δεν είναι καθόλου;

Σαράντα εννέα χρόνια ωριμότητας είναι αναγκαία για να καθαρίσει αίφνης η ομίχλη που κουκουλώνει συναισθήματα, ανάγκες και όσα η ίδια αντιλαμβάνεται ως φυσικό κόσμο γύρω της.

Ίσως γιατί τη στιγμή που αισθάνεται ότι έχει κατορθώσει την αντιστροφή του χρόνου, τα πάντα φαντάζουν φωτεινά, ανεπηρέαστα από τις στροφές των ρολογιών.

Τριάντα ώρες στην καρδιά ενός Απρίλη υπόσχονται να φυσήξουν καινούριο άνεμο, να ξεσκονίσουν μνήμες που χρειάστηκε να κρατηθούν κρυμμένες, εγκλωβισμένες στο κουτάκι με τα παλιά θέλω της, που ξέμειναν απραγματοποίητα.

Γιατί έρχεται κάποτε η ώρα, που αντιλαμβάνεσαι ότι πρέπει ν’ αντιστρέψεις τον χρόνο, να κερδίσεις όσα δεν έπαψες να διεκδικείς στ’ αλήθεια ποτέ.»          

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

«ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ», της Μαρίας Λαμπαδαρίδου – Πόθου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ», της Μαρίας Λαμπαδαρίδου – Πόθου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Πατάκη
Σελίδες: 176
Τιμή: 8,01 €

            Η Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου είναι μια συγγραφέας που έχει το χάρισμα να συγκλονίζει τον αναγνώστη από την πρώτη γραμμή κάθε κειμένου της. Το πρώτο δικό της βιβλίο που διάβασα ήταν η «Υψιπύλη» και ήταν αυτό που με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι, από εκεί και στο εξής, θα αναζητούσα ανελλιπώς κάθε βιβλίο της που κυκλοφορεί. Έχοντας διαβάσει και το προηγούμενο, περσινό βιβλίο της «Η Δίψα Με Καίει Εμένα Και Χάνομαι» γνώριζα ότι η Συνέντευξη ήταν εμπνευσμένη και πήγαζε από αυτό. Η ανυπομονησία μου να το διαβάσω μεγάλη και, όντως, με το που το πήρα στα χέρια μου ξεκίνησα την ανάγνωσή του. Αυτή η πρώτη του, όμως,  ανάγνωση ήταν ανυπόμονη, βιαστική και γρήγορη, διότι απλά δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Γυρνώντας και την τελευταία σελίδα, συνειδητοποίησα ότι το είχα διαβάσει με καταιγιστικό ρυθμό, σαν να με κυνηγούσαν. Δεν άργησα να παραδεχτώ ότι ένα τέτοιο βιβλίο άξιζε περισσότερης προσοχής και εμβάθυνσης. Έτσι, μετά από λίγο καιρό το ξαναδιάβασα, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη προσοχή και υπομονή, γνωρίζοντας ήδη την εξέλιξή του.
            Όσοι έχουν διαβάσει κάποιο βιβλίο της κ. Πόθου γνωρίζουν ότι έχει ένα δικό της μοναδικό τρόπο γραφής, ποιητικό, γλαφυρό, περιεκτικό, συγκινητικό και δυνατό ταυτόχρονα, τόσο που παρασύρει τον αναγνώστη και τον τοποθετεί μέσα στην υπόθεση του κάθε βιβλίου της, σαν να είναι κι εκείνος ένας από τους ήρωές της. Όσοι δεν έχουν ακόμη διαβάσει κάποιο βιβλίο της πολυγραφότατης συγγραφέως, θα τους συμβούλευα να ξεκινήσουν άμεσα, διότι πραγματικά δεν ξέρουν τι χάνουν!
            Η «Συνέντευξη Με Το Φάντασμα Του Βάλτου» είναι ένα βιβλίο που έχει κατηγοριοποιηθεί από τον εκδοτικό ως ‘νεανική λογοτεχνία’, μια και οι κύριοι ήρωές του είναι κατά κύριο λόγο νέοι, όπως η Δήμητρα, ο Άντριου, η Ντεμέτρια και ένα παιδί, ο Μιχελής, αλλά πιστεύω και λόγω του υπερφυσικού και φανταστικού στοιχείου που χρησιμοποιεί η συγγραφέας στο μεγαλύτερο μέρος του. Όμως, αυτό δε σημαίνει ότι το βιβλίο αυτό δε μπορεί να διαβαστεί από όλους και, όπως λέει η ίδια η συγγραφέας, από ‘νέους όλων των ηλικιών’! Απεναντίας, νομίζω πως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αναγνώστες θα αποκομίσουν περισσότερα και θα αισθανθούν πιο πολλά λυτρωτικά συναισθήματα, καθώς τα ταξίδια στο χρόνο και η επικοινωνία με τους αγαπημένους μας νεκρούς είναι κάτι που όλοι μας αποζητάμε και ευχόμαστε σε κάποιο σημείο της ζωής μας.
            Η κύρια ηρωΐδα μας είναι η Δήμητρα, η εγγονή του παππού Μιχελή και εικοσάχρονη τελειόφοιτος της σχολής Δημοσιογραφίας. Σπουδάζει στην Αθήνα, αλλά κατάγεται από ένα νησί, στη δική μου φαντασία 'φωτογράφισα' την αγαπημένη Κρήτη με τα οροπέδιά της και τις ρακές της, ίσως και να κάνω λάθος. Ο συντοπίτης και συμφοιτητής της Κωνσταντίνος είναι ερωτευμένος μαζί της. Η Δήμητρα, αν και το γνωρίζει, θεωρεί πως πρέπει να ασχοληθεί με κάποια πιο φλέγοντα θέματα, όπως το παλιό ημερολόγιο του παππού της του καπετάν - Μιχελή, που της κληροδότησε πριν πεθάνει, μαζί με την προσταγή – παραίνεση να βρει το Φάντασμα του Βάλτου και να τον ρωτήσει να της πει όσα εκείνος δεν μπόρεσε να μάθει, ή δεν ήθελε να της πει. Επίσης, είναι απαραίτητη κι επιτακτική η συμμετοχή της σε ένα διεθνή διαγωνισμό δημοσιογραφίας για την πιο πρωτότυπη συνέντευξη, με έπαθλο μια περίοπτη θέση στη διεθνή δημοσιογραφία και ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Τι πιο πρωτότυπο, λοιπόν, από την συμμετοχή της με μια συνέντευξη με το φάντασμα του Βάλτου;
            Η συγγραφέας ξεδιπλώνει μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας ένα εκπληκτικό ταξίδι στα ταραγμένα χρόνια της Κατοχής και της ελληνικής Αντίστασης, της υποβοηθούμενης από την αγγλική αντικατασκοπεία, των ηρώων και των δωσίλογων, των αθώων θυμάτων εξαιτίας της ‘απαγορευμένης’ καταγωγής τους, των μισών και των παθών, των προκαταλήψεων, των μεγάλων ερώτων που μπορούν και αντιστέκονται στον χρόνο και τους νόμους της Φύσης, της επικοινωνίας με αδικοχαμένους αγαπημένους νεκρούς, της απόδοσης δικαιοσύνης, έστω και καθυστερημένα, και των ανέφικτων – σύμφωνα με την λογική – ταξιδιών στο χρόνο και της αναβίωσης γεγονότων και καταστάσεων που έχουν υπάρξει, έχουν τελεστεί, αλλά δεν έχουν χαθεί.
            Ένα αριστουργηματικό βιβλίο που, παρά το μεταφυσικό κλίμα του - δεν είναι συνηθισμένο άλλωστε να βλέπεις και να συνομιλείς με φαντάσματα, ή να ταξιδεύεις στο παρελθόν και να το ζεις εκ νέου με μέσο μια κεχριμπαρένια μπάλα – καταφέρνει να αποδώσει ολοζώντανα το ταραγμένο κλίμα της εποχής του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, την οδύνη και την αγωνία των νέων που δεν πρόλαβαν να ζήσουν όλη τη ζωή τους και να γευτούν τους καρπούς της, την προδοσία από ανθρώπους που το κακό τους περισσεύει και η αγάπη δεν τους έχει γλυκάνει την ψυχή και, κυρίως, την αναπόδεικτη αλήθεια ότι οι ψυχές ζουν αιώνια και κάποτε, ίσως βρίσκουν τον τρόπο να επικοινωνήσουν με τα αγαπημένα τους πρόσωπα που άφησαν πίσω. Αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στην αγαπημένη συγγραφέα για το εξαιρετικό, γεμάτο συναισθήματα και εικόνες, βιβλίο της το οποίο και σας προτείνω ανεπιφύλακτα Φίλοι μου!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ένα ξεχασμένο ημερολόγιο και ο Χρόνος. 
Ένα παιδί, ο Μιχελής, που καταφέρνει να σώσει το έργο της αντικατασκοπείας. 
Ένας Άγγλος αξιωματικός που σκοτώνεται, όμως εξακολουθεί να είναι παρών. Η Δήμητρα που έχει εμπλακεί με πάθος και ζητά να λύσει το αίνιγμα. 
Η υπερφυσική δύναμη μιας κεχριμπαρένιας μπάλας θα τη βοηθήσει να μπει στα μυστικά του χρόνου. 
Θα τη φέρει στην ίδια παράλληλο με τα γεγονότα εκείνα και, λειτουργώντας σαν μια άγνωστη τεχνολογία, θα την οδηγήσει στους ίδιους δρόμους, στα ίδια περιστατικά που θα διαδραματιστούν μπρος στα έκπληκτα μάτια της, έτσι ακατέργαστα όπως τα γέννησε ο χρόνος, η ματωμένη εκείνη ώρα. 
Γιατί ό,τι έχει υπάρξει, υπάρχει στον χρόνο. 
Ο τόπος συμμετέχει ενεργά στο μυθιστόρημα με όλη την άγνωστη δύναμή του. 
Και η ηρωίδα χρησιμοποιεί το μαγικό στοιχείο που κρύβει για να βρει το νόημα μιας άλλης αλήθειας, μιας άλλης δικαιοσύνης. 
Γιατί η γνώση είναι δύναμη.» 




Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

«Ο ΓΛΑΡΟΣ ΙΩΝΑΘΑΝ ΛΙΒΙΝΓΚΣΤΟΝ», του Richard Bach - Γράφει η Αργυρώ Χαρίτου

«Ο ΓΛΑΡΟΣ ΙΩΝΑΘΑΝ ΛΙΒΙΝΓΚΣΤΟΝ», του Richard Bach - Γράφει η Αργυρώ Χαρίτου
Εκδόσεις: Διόπτρα
Σελίδες: 144
Τιμή: 10,70 €

           Τι είναι αυτό που μας κρίνει διαφορετικούς από τους άλλους; Το χρώμα; Το ύψος; Το ύφος; Το χαμόγελο; Η ομορφιά; Η απλά αυτό που είμαστε;
           Το βιβλίο μας έχει να κάνει με ένα γλάρο. Ναι, με ένα γλάρο που ήθελε να πετάξει πιο ψηλά από τους άλλους. Όχι, για να φανεί ο καλύτερος ή πιο δυνατός από τους άλλους, αλλά για να μπορέσει να πετύχει καλύτερες τροφές και να μην τρώει συνέχεια βρεγμένο ψωμί και άνοστα ψάρια.
            Ο Ιωνάθαν έτσι όπως ονομάζεται ο φίλος μας, μέσα από σκέψη, πολλές προσπάθειες, απογοητεύσεις, αποτυχίες και πολύ δύναμη μπόρεσε και κατάφερε το αδύνατο. Πέταξε με 140 μίλα την ώρα. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη. Αμέσως είδε τις προοπτικές που ανοίγονταν σε εκείνον, αλλά και στους φίλους του. Έδειξε με έναν άκομψο τρόπο τις δυνατότητες που ανοιγόντουσαν με το πέταγμα του. Το ίδιο βράδυ τον κάλεσαν να σταθεί στο κέντρο. Στο κέντρο ένας γλάρος καλούνταν να καθίσει μόνο για ατίμωση ή τιμή. Όλα αυτά συμβαίνουν στο πρώτο μέρος του βιβλίου.
            Στο δεύτερο μέρος ο φίλος μας, ο γλάρος, έχει πετάξει ακόμα πιο ψηλά. Έχει ανακαλύψει το πώς να πιάνει τρία μέτρα κάτω από τη θάλασσα τα πιο νόστιμα ψάρια που υπάρχουν. Απολαμβάνει τον αέρα, τον ουρανό, τη θέρμη του ήλιου. Κάποια στιγμή εμφανίζονται κοντά του δυο γλάροι οι οποίοι λάμπουν. Αυτός προσπάθησε να τους αποφύγει. Προκάλεσε μια απότομη πτώση. Κάτι στο οποίο αντέδρασαν οι δυο άμεσα. Ήταν το πρώτο του τεστ.
            Τους έβαλε και άλλο τεστ. Μετά το δυνατό, γρήγορο πέταγμα, μετέτρεψε αυτή τη ταχύτητα σε μακριά, κάθετη, αργή περιστροφή. Οι λαμπεροί γλάροι τον μιμήθηκαν χαμογελώντας. Όταν εκείνος τους ρώτησε τι ζητάνε από έναν γέρο γλάρο, του απάντησαν ότι έχει τη δύναμη να πετάξει ακόμα πιο ψηλά…..
            Ο Ιωνάθαν χαμογέλασε και πέταξε. Τότε ξεκίνησε να βρίσκεται στον παράδεισο. Οι λαμπεροί γλάροι έφυγαν από κοντά του. Είδε όμως πολύ λίγους από τους δικούς του. Περίμενε περισσότερους. Κάποια στιγμή ρώτησε το δάσκαλο: «Δεν είναι ο κόσμος αυτός ο παράδεισος. Έτσι δεν είναι;»
            Στο Τρίτο μέρος του βιβλίου βλέπουμε τον φίλο μας και πάλι να επιστρέφει στη γη.
Αυτή τη φορά έψαχνε να βρει γλάρους σαν εκείνον. Να έχουν το ‘μικρόβιο του πετάγματος’ μέσα τους.
            Στην αρχή βρήκε τον Φλέτσερ. Έπειτα βρήκε και άλλους 6. Όταν τους είχε εκπαιδεύσει να πετάνε με κάθε δυνατό τρόπο, επέστρεψαν στο σμήνος το οποίο τους κοίταζε παράξενα. Οι γέροι γλάροι απαγόρευσαν στο σμήνος να τους μιλήσει. Το σμήνος τους γύρισε την πλάτη. Πολλοί ήταν όμως εκείνοι που κοίταζαν τους μαθητές του Ιωνάθαν, κρυφά, να εκτελούν τις εντολές του δασκάλου τους. Το τι συνέβη μετά σας αφήνω να το ανακαλύψετε εσείς. 
           Γιατί μου άρεσε το βιβλίο; Γιατί μιλάει για την ελευθερία. Για τη δυνατότητα ότι μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα. Ότι με δύναμη, πυγμή, επιθυμία, αγάπη τα πάντα είναι δυνατά. Τα πάντα θέλουν ΥΠΟΜΟΝΗ και ΕΠΙΜΟΝΗ.
«Ναι, γνωρίζω…» θα λέτε τι μας λέει. Απλά ανατρέξτε στη ζωή σας και δείτε όσα επιθυμήσατε και παλέψατε για να τα αποκτήσετε. Τα πετύχατε; Το μυαλό είναι η δύναμη μας. Οι σκέψεις μας τα καλούπια για τα συναισθήματα μας. Τα συναισθήματα είναι η ενέργειά μας που παρακινεί το σώμα. Όλα όμως συνειδητοποιημένα από το Εγώ, Τσι, ψυχή. Όπως θέλετε πείτε το. Όλα ξεκίνησαν από μια σκέψη. Ο γλάρος ήθελε να πετάξει. Εσείς τι θέλετε;

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Άνθρωποι που ακολουθούν τους δικούς τους νόμους όταν ξέρουν πως έχουν δίκιο. . . Άνθρωποι που αντλούν ιδιαίτερη χαρά από αυτό που κάνουν πολύ καλά (ακόμα και αν είναι μόνο για τον εαυτό τους). . . Άνθρωποι που ξέρουν ότι υπάρχει στη ζωή κάτι παραπάνω απ' ό,τι μπορεί να δει το μάτι. . . Όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα συμπορευτούν με τον Γλάρο Ιωνάθαν από την αρχή μέχρι το τέλος. Άλλοι απλώς θα ξεφύγουν από την καθημερινότητα, ζώντας την απολαυστική περιπέτεια της ελευθερίας και της πτήσης.»


Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

«ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», της Τάνιας Θεοδοσίου - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», της Τάνιας Θεοδοσίου - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Ίαμβος
Σελ: 424
Τιμή: 13,79 €

Ένα υπέροχο βιβλίο που δε μπορούσα να αφήσω από τα χέρια μου! Όπως και το "Άρωμα Της Μανόλιας" της αγαπημένης Τάνιας Θεοδοσίου, που διάβασα πριν από καιρό, έτσι και αυτό το βιβλίο της με κράτησε σε αγωνία με την κάθε σελίδα του, με συγκίνησε, με έκανε να κλάψω, να χαρώ, να οργιστώ και να δικαιωθώ.
Η ηρωΐδα, η Μυρτώ είναι μια σύγχρονη γυναίκα που αναζητά, όπως όλοι μας άλλωστε, την αληθινή αγάπη και κάποια στιγμή νομίζει πως τη βρήκε στο πρόσωπο του συζύγου της. Πολλές φορές όμως τα πράγματα και οι καταστάσεις δεν είναι αυτά που φαίνονται. Οι άνθρωποι συχνά δεν παραμένουν σταθεροί στις πεποιθήσεις και στις υποσχέσεις τους και οι αναπάντεχες δυσκολίες μπορεί να αναποδογυρίσουν μια, μέχρι πρότινος, αρμονική ζωή και πραγματικότητα. Εναπόκειται σε εμάς τους ίδιους αν θα «παραδώσουμε τα όπλα» αμαχητί, ή εάν θα συγκεντρώσουμε όλες μας τις δυνάμεις και θα παλέψουμε μέχρις εσχάτων. Στο ίδιο ακριβώς δίλημμα βρίσκεται και η ηρωΐδα αυτού του πανέξυπνου και καλογραμμένου μυθιστορήματος, την οποία παρακολουθούμε σε κάθε βήμα και σε κάθε «πέσιμό» της, αγωνιώντας για το ποιά πορεία θα ακολουθήσει.
Η πλοκή είναι αριστοτεχνικά πλεγμένη, περιλαμβάνοντας ίσες δόσεις από κοινωνικά, ερωτικά, αστυνομικά στοιχεία και η περιγραφή των χαρακτήρων και των καταστάσεων τοποθετούν τον αναγνώστη στο επίκεντρο της υπόθεσης. Οι ήρωες του βιβλίου αυτού είναι κοινοί άνθρωποι με πάθη, με αδυναμίες αλλά και με αστείρευτη δύναμη ψυχής. Παρατηρώντας τη συμπεριφορά τους παίρνουμε ένα πολύ αληθινό και πανανθρώπινο μάθημα ζωής: Με τη θέλησή μας, τη δύναμη και την προσήλωση στους στόχους μας μπορούμε να ξεπεράσουμε τα όποια εμπόδια παρουσιάζονται στο δρόμο μας. Αν πιστέψουμε αρκετά στον εαυτό μας και χρησιμοποιήσουμε τα ανεξάντλητα ψυχικά μας αποθέματα τότε μπορούμε να αλλάξουμε τη μίζερη και ψυχοφθόρα πραγματικότητα που ίσως βιώνουμε. Αρκεί να μείνουμε σταθεροί και απαρέγκλιτοι στις αρχές και τα πιστεύω μας και να μη συμβιβαστούμε με ό,τι μας κάνει δυστυχισμένους.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην αγαπημένη συγγραφέα για το πανέμορφο βιβλίο της, το οποίο και σας προτείνω ανεπιφύλακτα!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Όλα όσα κέντησαν, όλα όσα πόνεσαν την καρδιά της Μυρτώς, κάηκαν, έγιναν στάχτη. Και κάηκαν, γιατί τούτη η δυνατή καρδιά, δεν έστερξε την τόση τυραννία. Ανέβηκε μόνη τον κακοτράχαλο δρόμο της, προσέχοντας να μη γδάρει την ψυχή της, περνώντας μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια της ζωής. Πάλεψε, μάτωσε, ώσπου κάποτε, η ελπίδα της άνοιξε το παράθυρο στον ήλιο. Η μοίρα τελικά νικήθηκε και σαν άλλος κλειδούχος, γύρισε με το κλειδί της τη γραμμή του πεπρωμένου στο φως. Και κείνη, ζωσμένη με δύναμη, σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε κατάματα το εκτυφλωτικό φως της δικαίωσης, που ανέτειλε απρόσμενα μπροστά της. Κρατώντας το χέρι του αγαπημένου της, ατένιζε το μέλλον με καρδιά και νου να πλέουν σε ήρεμα νερά, πάνω στα ύφαλα μέρη της αισιοδοξίας. Η ζωή κάποτε την πρόδωσε και τη βύθισε στα πιο βαθιά μπουντρούμια μιας ανελέητης οδύνης. Όμως, εκείνη είχε μάθει πια, πως, για να φτάσει κανείς στη χαρά και στην ευτυχία, θα έπρεπε να περάσει μέσα από το δίαυλο του πόνου και της θλίψης. . .»