Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

«ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΣΗΜΙΑ», της Μαίρης Κόντζογλου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΣΗΜΙΑ», της Μαίρης Κόντζογλου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 656
Τιμή: 16,92 €

            Έχω ήδη δηλώσει φανατική αναγνώστρια της συγγραφέως Μαίρης Κόντζογλου και αυτό είναι κάτι που ένιωσα από το πρώτο μυθιστόρημά της που πήρα στα χέρια μου. Κάθε νέο βιβλίο της λοιπόν, το περιμένω με μεγάλη ανυπομονησία αλλά και σιγουριά, καθώς γνωρίζω πως δε θα με απογοητεύσει ποτέ. Γυρνώντας, όμως, και την τελευταία σελίδα του 2ου μέρους της νέας τριλογίας της των «Παλιών Ασημιών», που φέρει τον τίτλο «Μια Προσευχή Για Τα Παλιά Ασήμια», συνειδητοποίησα πως ξεπέρασε κάθε προηγούμενο και πως αυτό το λογοτεχνικό ‘ταξίδι’ δεν ήθελα να τελειώσει. Ίσως, για αυτό το διάβαζα σιγά – σιγά, καθώς ήταν μία ψυχική τέρψη που προσπαθούσα να βιώσω για όσο περισσότερο μπορούσα. Πραγματικά, και χωρίς καμία διάθεση υπερβολής, το νέο βιβλίο της αγαπητής συγγραφέως είναι αριστουργηματικό και αποτελεί ένα πραγματικό κόσμημα για τη βιβλιοθήκη κάθε φιλαναγνώστη. Περιττό να πω ότι αδημονώ να πάρω στα χέρια μου το 3ο και τελευταίο μέρος αυτού του έπους, αν και είμαι βέβαιη πως θα λυπηθώ όταν θα χρειαστεί να αποχωριστώ οριστικά και αμετάκλητα τους τραγικούς ήρωές του.
            Το ‘ταξίδι’ στο χωροχρόνο που είχε ξεκινήσει με το 1ο μέρος της τριλογίας «Τα Παλιά Ασήμια» συνεχίστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Η ιστορία των ηρώων του πρώτου βιβλίου εκτυλίχθηκε ακόμα πιο συγκλονιστική, οδηγώντας τον αναγνώστη σε συναισθηματικές κορυφώσεις απίστευτης έντασης, με όχημα την απαράμιλλη γραφή της Μαίρης Κόντζογλου. Η χρήση της γλώσσας σε όλη την έκταση του βιβλίου είναι εκπληκτική, ζωντανεύοντας παλιές διαλέκτους και λεξιλόγιο χαμένο στη λήθη του χρόνου, αλλά τόσο ζωντανά και ταιριαστά με την κάθε εποχή και εθνικότητα, ώστε αναπαριστούν απόλυτα το κλίμα της και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Οι εικόνες από την Καππαδοκία του χθες και του σήμερα, από την Σμύρνη και τον Πόντο, τη Σινασό και την Καισάρεια απεικονίζονται ολοζώντανες μπροστά στα έκθαμβα μάτια του αναγνώστη, ο οποίος αισθάνεται σαν να ζει σε εκείνες τις μακρινές, αλλά όχι λησμονημένες εποχές και μέρη, αλλά και στη σημερινή, εκσυγχρονισμένη Ανατολία. Αισθάνεται το δριμύ ψύχος του ανελέητου χειμώνα, οσφραίνεται και βλέπει την μυροβόλο άνοιξη με τα χιλιάδες χρώματα και μυρωδιές, νιώθει την φλογισμένη κάψα του καλοκαιριού και ατενίζει τους καθάριους έναστρους ουρανούς.
Η συγγραφέας κατορθώνει να αναβιώσει και να αναπαραστήσει την καθημερινή ζωή, τις συνήθειες, τα έθιμα και τη γλώσσα των Ελλήνων και όχι μόνο, της Καππαδοκίας στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα με ασύγκριτη μαεστρία. Η οικογένεια Χατζηαβράμογλου και οι, μετά τρεις γενιές, απόγονοί τους που ζουν ογδόντα χρόνια αργότερα στις αρχές του 21ου αιώνα, έχουν ήδη γίνει ‘δικοί μας άνθρωποι’ από το πρώτο κιόλας βιβλίο της τριλογίας. Εδώ, όμως, ο βίος, οι έρωτες, οι απώλειες, τα πάθη, τα μίση και τα παθήματά τους μας συμπαρασύρουν σε μια συναρπαστική περιπέτεια, όπου γινόμαστε μάρτυρες γεγονότων και καταστάσεων που επηρεάζουν τις δικές τους ζωές αλλά και των μακρινών απογόνων τους. Τα ιστορικά γεγονότα των ταραγμένων και αλλοπρόσαλλων εκείνων χρόνων είναι αυτά που ρυθμίζουν τις τύχες τους με μοιραίο και αμετάκλητο τρόπο.
Οι δύο σύγχρονοι ήρωές μας, η Έλσα και ο Άλεξ συνεχίζουν την μοιραία, προκαθορισμένη σχέση τους που ξεκίνησε στο 1ο βιβλίο της τριλογίας, ταξιδεύοντας στην Καππαδοκία του σήμερα και πασχίζοντας να ενώσουν τα κομμάτια του μακρινού παρελθόντος τους και της πανίσχυρης Μοίρας, ή Κισμέτ, που τους έφερε κοντά. Μέσα από το ημερολόγιο της γιαγιάς της, Σεβαστής, η Έλσα προσπαθεί να βρει τις άκρες των νημάτων που οδήγησαν στην δική της ύπαρξη, ενώ ταυτόχρονα ο Άλεξ Κάρτερ επιδιώκει να βιώσει τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής του, μέσα από τη δική του αναζήτηση των πατρογονικών του ριζών. Στην αναδρομή τους αυτή, παίρνουν ως συνεπιβάτες τους εμάς τους αναγνώστες, οι οποίοι παρακολουθούμε με αμέριστη προσοχή και κομμένη την ανάσα τις ζωές των προγόνων τους. 
             Βλέπουμε την Μακρίνα και τον Αβράμη Χατζηαβράμογλου να προσπαθούν να κρατήσουν ενωμένη την οικογένειά τους σε πείσμα των χαλεπών καιρών που βιώνουν, ενώ βλέπουμε τα αξεπέραστα εμπόδια που το πεπρωμένο, οι συνθήκες και τα ιστορικά γεγονότα θέτουν μπροστά τους, αλλάζοντας δραματικά όλα τα δεδομένα. Βλέπουμε την αγάπη να ανθίζει μέσα στις νεανικές καρδιές της Σεβαστής και του Έλμερ, παρά τις αντιξοότητες και τις ουσιαστικές διαφορές στην εθνικότητα, τη θρησκεία και την κουλτούρα τους, ενώ διαπιστώνουμε πως η αγάπη και ο έρωτας μπορεί να μετατραπεί σε δηλητήριο στην περίπτωση δύο άλλων ανθρώπων, των οποίων η μοίρα είναι άρρηκτα δεμένη με των υπολοίπων ηρώων του τώρα και του χθες. Βλέπουμε πώς οι ορθολογικές αποφάσεις των γονιών, οι οποίες αποσκοπούν στο καλό και την ευημερία των παιδιών τους, μπορούν να γυρίσουν εναντίον τους και να αποβούν μοιραίες. Βλέπουμε πώς το μίσος και ο φθόνος για όσους νομίζουμε πως μας αδίκησαν μπορούν να οδηγήσουν στις πιο αποτρόπαιες και φριχτές πράξεις, με απρόβλεπτες συνέπειες για όλους. Βλέπουμε τέλος, τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλοι και ισχυροί αυτού του κόσμου αποφασίζουν ‘ελαφρά τη καρδία’ για τα πεπρωμένα και τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων, χωρίς κανένα συναίσθημα και καμιά ευαισθησία, απλά σαν να παίζουν ακόμα μια παρτίδα σκάκι. Πάντα έτσι γινόταν και, δυστυχώς, πάντα έτσι θα γίνεται.
Θα μπορούσα να γράψω πολλά ακόμα για αυτό το τόσο μεγαλειώδες βιβλίο, όμως φοβάμαι πως θα αποκαλύψω γεγονότα και καταστάσεις που πρέπει να ανακαλυφθούν από τον κάθε αναγνώστη διαβάζοντάς το. Πρόκειται για ένα αριστουργηματικό βιβλίο με ολοζώντανες εικόνες, γλαφυρή και μοναδική γραφή, γεμάτο συναισθήματα, αριστοτεχνικά δομημένη πλοκή και ατόφια Ιστορία, το οποίο σας προτείνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε, αφού φυσικά ξεκινήσετε από το πρώτο μέρος, τα «Παλιά Ασήμια». Πολλά και θερμά συγχαρητήρια στην εξαίρετη Μαίρη Κόντζογλου και την εκλιπαρώ, εκ μέρους όλων μας, να μην μας καθυστερήσει πολύ το τρίτο και τελευταίο μέρος της ανεπανάληπτης τριλογίας της, το «Πέρα Από Τα Παλιά Ασήμια». Ανυπομονούμε!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Μια προσευχή για τα ‘Παλιά Ασήμια’, μια ιστορία για αλησμόνητες πατρίδες και αλησμόνητους έρωτες.

Καισάρεια, Σινασός, Σμύρνη και Πόντος, στα πέτρινα χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής και της ανταλλαγής των πληθυσμών: ο καμβάς που πάνω του κεντιέται η ιστορία του έρωτα της Σεβαστής Χατζηαβράμογλου με τον Έλμερ Αλεξάντερ Κάρτερ.
Στο πλευρό της Σεβαστής, η μάνα και η αδελφή της, η εύθραυστη Μακρίνα και η σημαδεμένη από τη μοίρα Ελισσώ, θα πληρώσουν βαρύ φόρο αίματος και θα κληθούν να ξεπεράσουν τραγικά αδιέξοδα λαμβάνοντας αποφάσεις ζωής και θανάτου.
Κυρίαρχος όμως ο υπερβατικός έρωτας που ανοίγει πόρτες στις πετρόχτιστες αυλές της Ανατολίας, στα αγριεμένα παράλια του Ατλαντικού και στα ήρεμα νερά του Αιγαίου, που θα εκμηδενίσει τις αποστάσεις και θα αφήσει ανεξίτηλα τα αποτυπώματά του στον χρόνο.
Ογδόντα χρόνια μετά ελκύει την Έλσα, που κάνει ένα ταξίδι στα προγονικά χώματα κουβαλώντας μαζί της το ημερολόγιο της γιαγιάς Σεβαστής, και τον Άλεξ, που αναζητά τα χνάρια του καθηγητή Έλμερ Αλεξάντερ Κάρτερ. Δυο ανθρώπους από τόσο διαφορετικούς κόσμους που θα ’λεγε κανείς πως ούτε μια κοινή ματιά δεν θα μπορούσαν να ρίξουν στο λαξευμένο στον βράχο μοναστήρι της Παναγιάς που χαμογελάει, στην απόκοσμη Μονή των Παλιών Ασημιών…»

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

«ΕΝΑΣ ΓΑΤΟΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΛΕΓΑΝ ΜΠΟΜΠ», του Τζέιμς Μπόουεν – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη


«ΕΝΑΣ ΓΑΤΟΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΛΕΓΑΝ ΜΠΟΜΠ», του Τζέιμς Μπόουεν – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Anubis
Σελίδες: 240 & Τιμή: 8,33 €

            Αυτό το υπέροχο, τρυφερό, συγκινητικό και ανθρώπινο βιβλίο έχει σίγουρα εξασφαλίσει μια θέση ανάμεσα στα αριστουργήματα της ξένης λογοτεχνίας, όχι τόσο για την όποια λογοτεχνική αξία του, μια και ο συγγραφέας και κύριος ήρωας του βιβλίου δεν αξιώνει τέτοιου είδους αναγνώριση, όσο για τα μηνύματα που στέλνει προς όλους μας. Πρόκειται για την αληθινή ιστορία του Τζέιμς Μπόουεν και του πορτοκαλί κεραμιδόγατου Μπομπ, με τον οποίο κάποια στιγμή διασταυρώθηκαν οι δρόμοι τους, καθορίζοντας την μετέπειτα πορεία τους με εντελώς αναπάντεχο τρόπο.
            Όλα ξεκίνησαν όταν ο busker Τζέιμς (πλανόδιος τραγουδιστής), επέστρεψε στο διαμέρισμα που του είχε παραχωρήσει η κοινωνική πρόνοια του Λονδίνου, μετά από μια εξαντλητική μέρα υπαίθριας εργασίας. Στο χαλάκι ενός γειτονικού διαμερίσματος διέκρινε ένα πορτοκαλί κουβαράκι, που σύντομα κατάλαβε πως επρόκειτο για νεαρό γάτο. Την πρώτη μέρα, τον αγνόησε νομίζοντας πως ήταν του γείτονα. Την δεύτερη, το ίδιο. Την τρίτη, όμως, αποφάσισε να δράσει καθώς έβλεπε ότι το ζωάκι χρειαζόταν νερό, τροφή και περίθαλψη αφού φαινόταν ανήμπορο και πληγωμένο. Αφού διευκρίνισε ότι δεν ανήκε στο γείτονα, το πήρε στο σπίτι του, το τάισε, το φρόντισε και την επομένη τον πήγε στον δημόσιο κτηνίατρο. Ο γάτος, ανώνυμος ακόμα τότε, έδειξε ιδιαίτερη συμπάθεια προς τον Τζέιμς καθώς βρήκε στέγη, τροφή, περίθαλψη και αγάπη. Ο δε Τζέιμς, ο οποίος βρισκόταν σε πρόγραμμα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά με χρήση μεθαδόνης, βρήκε έναν λόγο να ανασυγκροτηθεί και να επαναδρομολογήσει τη ζωή του, καθώς τώρα ένα άλλο ζωντανό πλάσμα εξαρτιόταν από αυτόν.
            Όταν πια ο γάτος, που πλέον μας συστήνεται ως Μπομπ, αναρρώνει πλήρως και ανακτά όλες του τις δυνάμεις, ο Τζέιμς αποφασίζει ότι πρέπει να του χαρίσει την ελευθερία του, καθώς μετά βίας μπορεί να βγάζει τα δικά του έξοδα. Όμως, ο Μπομπ έχει άλλη άποψη κι έτσι οι δρόμοι τους πλέον ενώνονται και όπου πάει ο ένας ακολουθεί και ο άλλος! Στην κυριολεξία, όμως! Αφού ο Τζέιμς έχει φροντίσει να στειρώσει και να τοποθετήσει τσιπ στον τετράποδο φίλο του με τα δικά του στοιχεία, ώστε αν τον χάσει να μπορούν οι αρχές να τον εντοπίσουν, αποφασίζει ότι ο Μπομπ θα πρέπει να τον ακολουθεί στο καθημερινό του πρόγραμμα, δηλαδή το τραγούδι στο δρόμο. Αυτό που δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ο Τζέιμς είναι τη συνέπεια, την αγάπη και την αλληλεγγύη που θα του έδειχνε ο γατούλης, συνοδεύοντάς τον στην πολύωρη εργασία του, επιλέγοντας ως πιο κατάλληλη θέση μεταφοράς του, από και προς το στέκι τους έξω από το σταθμό του Κόβεντ Γκάρντεν, την πλάτη και τους ώμους του Τζέιμς!
            Μέσα λοιπόν από την καθημερινότητα αυτών των δύο ετερόκλητων φίλων ο συγγραφέας ρίχνει άπλετο φως στη δύσκολη και επικίνδυνη ζωή των αστέγων, των ναρκομανών, των ανθρώπων που βγάζουν το "ψωμί" τους στους πολυσύχναστους δρόμους του πολύβουου Λονδίνου, των υπαίθριων καλλιτεχνών, από αυτούς που παριστάνουν τα αγάλματα σε εκείνους που παίζουν μουσική και τραγουδούν, από κάποιους που ανεβασμένοι σε ξυλοπόδαρα δίνουν τις μοναχικές τους παραστάσεις, στους μικροπωλητές διαφόρων αγαθών, αλλά ακόμα κι εκείνους που πουλάνε εφημερίδες και περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας, όπως το Big Issue. Η ζωή αυτών των ανθρώπων δεν είναι καθόλου εύκολη ή ανέμελη, ούτε είναι πάντα προσωπική τους επιλογή να περιφέρονται στους δρόμους "βρέξει – χιονίσει"… Κάποιοι εξαναγκάστηκαν σε αυτό τον τρόπο ζωής, κάποιοι έπεσαν θύματα των παθών τους κι άλλοι απέτυχαν στο να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους και απλά αγωνίζονται με αυτό τον τρόπο για την οριακή επιβίωσή τους.
            Ο ήρωάς μας, και συγγραφέας αυτού του βιβλίου, εγκατέλειψε την οικογένειά του στην Αυστραλία σε πολύ νεαρή ηλικία και βρέθηκε στο Λονδίνο, όπου κάποια στιγμή προσπαθώντας να νιώσει καλύτερα και να βρει μια παρηγοριά στη δυστυχία του, κατέφυγε στα ναρκωτικά. Από εκεί η "κατρακύλα" ήταν μονόδρομος, όμως ο άνθρωπος έχει απίστευτες δυνάμεις κι έτσι ο Τζέιμς αποφάσισε ότι από τον αργό θάνατο προτιμούσε τη δύσκολη και επίπονη ζωή. Η παρουσία του Μπομπ δίπλα του ήταν καταλυτική από πολλές απόψεις. Καταρχάς, του κρατούσε συντροφιά κάθε ώρα και στιγμή της ημέρας, του έδειχνε την απόλυτη αγάπη του δίχως όρους, τον έκανε να αισθάνεται πιο υπεύθυνος, εφόσον τώρα έπρεπε να φροντίζει για την ασφάλεια και την ευημερία όχι μόνο τη δική του αλλά και του γάτου. Τέλος, αυτό που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ο Τζέιμς ήταν την απρόσμενη "συμβολή" του γατούλη στην καθημερινή εργασία του. Ο κόσμος πια δεν τον προσπερνούσε ως έναν ακόμα ανεπιθύμητο πλανόδιο μουσικό, ή ακόμα χειρότερα ως ζητιάνο, όπου η πιο ανώδυνη αντίδραση ήταν να τον αγνοούν και η πιο επίπονη να τον βρίζουν, να τον κλωτσούν και να τον συκοφαντούν. Τώρα οι περισσότεροι τον κοιτούσαν με συμπάθεια, κοντοστέκονταν για να χαζέψουν τον όμορφο γατούλη και πέρα από τα ολοένα και περισσότερα χρήματα που έδιναν, φρόντιζαν να προμηθεύουν και τον Μπομπ με διάφορα καλούδια, από γατοτροφές μέχρι κασκόλ!
            Η εξέλιξη του Τζέιμς, που πλέον ήταν αχώριστος με τον Μπομπ, ήταν ραγδαία και σημαντική. Κατάφερε να ξεφύγει από τα ναρκωτικά οριστικά, κατόρθωσε να αλλάξει εργασιακό αντικείμενο, καθώς το busking στο Κόβεντ Γκάρντεν ήταν πλέον πολύ δυσκολότερο και λιγότερο επικερδές από παλαιότερα για τους πλανόδιους μουσικούς, και προχώρησε ως επίσημος συνεργάτης του δικτύου πώλησης των τευχών του περιοδικού Big Issue στο Ίλινγκτον, όμως, αυτή τη φορά. Εκεί ήρθε και η αναγνώριση αλλά και η ιδέα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου από την μετέπειτα λογοτεχνική πράκτορα του Τζέιμς. Μερικοί νεαροί τουρίστες μαγνητοσκόπησαν το αχώριστο ‘δίδυμο’,  ανέβασαν το βίντεο στο διαδίκτυο το οποίο έκανε το γύρο του κόσμου και μετά ακολούθησε το βιβλίο αυτό που  έγινε παγκόσμιο best seller και ίσως γυριστεί και ταινία.
Η απίστευτη ιστορία των δύο ηρώων του βιβλίου αυτού πραγματικά αξίζει να διαβαστεί από όλους, καθώς είναι μια ανάσα αισιοδοξίας, ανθρωπιάς, αλληλεγγύης και αγάπης που θα αγγίξει όλους τους φιλόζωους. Διαβάστε το Φίλοι μου και δεν θα το μετανιώσετε!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

Ένας τετράποδος φίλος μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή.”
«Ο Τζέιμς Μπόουεν ζούσε για χρόνια στους δρόμους του Λονδίνου, παίζοντας μουσική στους περαστικούς για τα προς το ζην, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να ξεφύγει από τα ναρκωτικά. Όταν βρήκε έναν αδέσποτο γάτο κουλουριασμένο στην εξώπορτα του καταλύματός του, δεν είχε ιδέα πόσο πολύ θα άλλαζε η ζωή του...
Ο χαριτωμένος πορτοκαλής γάτος ήταν τραυματισμένος και είχε ολοφάνερα περάσει πολλά. Το τελευταίο που χρειαζόταν ο Τζέιμς ήταν ένα κατοικίδιο, όμως δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πανέξυπνο κεραμιδόγατο, τον οποίο πολύ σύντομα βάφτισε Μπομπ. Όταν η υγεία του Μπομπ βελτιώθηκε, ο Τζέιμς τον άφησε να φύγει, πιστεύοντας πως δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Αλλά ο Μπομπ είχε άλλα σχέδια...
Πολύ σύντομα έγιναν αχώριστοι, δύο πολύ χαρακτηριστικές φιγούρες του Κόβεντ Γκάρντεν. Οι περιπέτειες που έζησαν μαζί -τρυφερές, αστείες, αλλά και, κάποιες φορές, τρομακτικές- άλλαξαν τις ζωές τους και κατάφεραν να γιατρέψουν τις πληγές του παρελθόντος, κατακτώντας εκατομμύρια αναγνώστες διεθνώς.
Και όλα έγιναν χάρη σε ένα γάτο που τον έλεγαν Μπομπ...»

"Μια συγκινητική ιστορία με ένα γνήσιο μήνυμα ελπίδας." (Daily Mail)
"Μια ολοζώντανη απεικόνιση της ζωής στους δρόμους, όπου η αδικία και η απογοήτευση συνυπάρχουν με την ελπίδα." (The Times)

Δείτε τα βίντεο με τον Τζέιμς και τον Μπομπ!