Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Συνέντευξη με τον Πασχάλη Πράντζιο - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Ο Πασχάλης Πράντζιος
            Τον αγαπητό συγγραφέα Πασχάλη Πράντζιο τον πρωτοσυνάντησα συγγραφικά μέσα από το βιβλίο του «Και Πάντα Με Χείλη Κόκκινα», ένα μικρό – αναφέρομαι στις σελίδες του και μόνο – λογοτεχνικό διαμαντάκι, με καυστικότατο χιούμορ, αστείρευτη φαντασία, ευρηματικούς διαλόγους και βαθιά σάτιρα όλων των καλώς και κακώς κειμένων μέσα σε μια κοινωνία και τους μικρόκοσμούς της. Με πίστη και εμπιστοσύνη πλέον στη γραφή του τον ακολουθώ σε κάθε συγγραφικό του βήμα έκτοτε.  Ο συγγραφέας είχε την καλοσύνη να μου παραχωρήσει μια εκτενή συνέντευξη για τους «Φίλους Της Λογοτεχνίας», απαντώντας με το γνωστό καυστικό χιούμορ και την έμφυτη οξυδέρκεια που τον διακρίνει και σαν συγγραφέα και σαν άνθρωπο.
            Οι απαντήσεις του, όπως θα διαπιστώσετε κι εσείς, είναι ειλικρινείς και εύστοχες καθώς διακρίνεται ο έμφυτος σεβασμός του προς την λογοτεχνία που υπηρετεί και ο ίδιος, αλλά και προς τον αναγνώστη, η εμφανής παιδεία και καλλιέργειά του, η αγάπη του για την ανάγνωση, καθώς θεωρεί πρώτα αναγνώστη τον εαυτό του και μετά συγγραφέα, και η μετριοφροσύνη του για το δικό του λογοτεχνικό έργο, παρά τη δεκαετή ενασχόλησή του με τη συγγραφή, χαρακτηριστικό τόσο σπάνιο και αξιέπαινο στον σύγχρονο λογοτεχνικό κόσμο, όπου συχνά και, συνήθως αδικαιολόγητα, η έπαρση νικά κατά κράτος την δυσεύρετη και πολυπόθητη αυτογνωσία που οφείλουμε όλοι μας να έχουμε. Τον ευχαριστώ θερμά, λοιπόν, για το χρόνο που μου διέθεσε, απαντώ στο τελευταίο ερώτημά του λέγοντάς  ότι μου φαίνεται εξαίρετη η ιδέα μιας συνέχειας του μυθιστορήματός του «Η Πόλη Έχει Ρεπό» και του εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στο συγγραφικό και εκπαιδευτικό του έργο.

1) Αγαπητέ κ. Πράντζιο, μας έχετε ήδη χαρίσει τέσσερα εξαιρετικά μυθιστορήματα με διαφορετική θεματολογία το καθένα. Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Θα μπορούσα να σας πω ότι το έναυσμα δόθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή ή μέσα από την αγάπη που τρέφω για τον έντεχνο λόγο και την Τέχνη ευρύτερα, ωστόσο θα επιλέξω να πω κάτι διαφορετικό. Ο κάθε άνθρωπος γεννιέται για ένα σκοπό κι αν η ζωή και οι επιλογές του τον οδηγήσουν στην αποκάλυψή του αφενός είναι τυχερός και αφετέρου βρίσκει το νόημα και τον προορισμό του. Κοινώς σας λέω πως υπήρξα τυχερός, γιατί βρήκα το κομμάτι που συμπληρώνει το δικό μου κενό. Αυτό είναι το έναυσμα για να γράψω. Από κει κι έπειτα η θεματολογία είναι συγγραφική επιλογή κι ενίοτε επιλεγμένος συγγραφικός στόχος.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και πόσο δύσκολο είναι να  συγκεντρώσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Ξέρετε, η λογοτεχνία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, οργανικά δεμένο. Δεν έχουμε δηλαδή από τη μια μεριά τη λογοτεχνία κι από την άλλη τη ζωή. Η λογοτεχνία αποτελεί αντανάκλαση της ζωής. Συνεπώς, η έμπνευση βρίσκεται δίπλα μας κάθε φορά, στην ιστορία μας και στον πολιτισμό μας. Όσον αφορά στη συγκέντρωση πληροφοριών που είναι απαραίτητες για το στήσιμο και το περίγραμμα της εκάστοτε μυθιστορηματικής περιήγησης, αυτό από τη μια συνιστά το σεβασμό στον αναγνώστη και από την άλλη αποτελεί μέρος της συγγραφικής διαδικασίας. Δημιουργικό στάδιο, για μένα τουλάχιστον.  

3) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες τις οποίες τυχόν περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Θεωρείτε πως τα ταξίδια είναι απαραίτητα, ούτως ή άλλως, και για τη "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Κοιτάξτε, τα ταξίδια είναι σημαντικά για κάθε άνθρωπο, ό,τι κι αν έχει επιλέξει να κάνει στη ζωή του. Τα πάντα όλα είναι τα ταξίδια. Στον απολογισμό των σαράντα τεσσάρων χρόνων μου, αν με ρωτήσετε τί θέλω να θυμάμαι, θα σας πω τα ταξίδια μου. Κι όχι γιατί συγγράφω. Η φαντασία εξάλλου έναν συγγραφέα μπορεί να τον πάει οπουδήποτε, ακόμη και έξω από τον ορισμένο χρόνο, βλέπε για παράδειγμα Ιούλιο Βέρν! Από κει κι έπειτα, θεωρώ αυτονόητο πως το βίωμα του οποιουδήποτε πράγματος, μπορεί να σε κάνει να αποδόσεις συγγραφικά βαθύτερα. Είναι σημαντικό επομένως και για έναν συγγραφέα να ταξιδεύει. Τώρα, αν ο συγγραφέας είναι φτωχός, είναι απλώς ένας από τους πολλούς πια Έλληνες που «τους βαστούν τα πόδια», για να μην μπορούνε να τρέξουνε.

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ σε βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Πόσο εύκολο ή επώδυνο ήταν αυτό και πόσο εφικτή ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Ξέρετε, δεν υπάρχει σε μένα η ανάγκη να κάνω τα βιώματά μου ιστορία βιβλίου. Ο εαυτός μου ούτως ή άλλως υπάρχει σε κάθε σελίδα, αφού εγώ είμαι αυτός που κινεί τα νήματα της εκάστοτε μυθοπλασίας. Άλλωστε, μου αρέσει περισσότερο να παίζω με το μυαλό μου και να δημιουργώ μυθιστορηματικούς χαρακτήρες, παρά να κάνω μυθιστορηματικό ήρωα τον Πασχάλη! Ο κάθε συγγραφέας έχει τη δική του πηγή από την οποία πίνει νερό. Κι ο δρόμος της συγγραφής στον οποίο σε οδηγεί κάθε φορά το βιβλίο που γράφεις είναι από μόνος του  ολισθηρός είτε αναφέρεσαι σε προσωπικά σου βιώματα, είτε διεισδύεις στα  βιώματα των ηρώων που στήνεις. Παντού μέσα είσαι δηλαδή. Άρα, δεν ξεχωρίζω το επώδυνο ως συγγραφικό βίωμα που μπορεί να προέλθει μονάχα από την κατάθεση ενός προσωπικού δράματος για παράδειγμα. Ο συγγραφέας «ματώνει», ό,τι κι αν γράφει.

5) Στα βιβλία σας έχετε καταπιαστεί με ποικίλα θέματα κοινωνικού,  μεταφυσικού, χιουμοριστικού και ερωτικού περιεχομένου. Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο;

Ο συγγραφέας οφείλει από σεβασμό και μόνο απέναντι στην ιστορία της λογοτεχνίας να μελετά αδιάκοπα, ίσως και περισσότερο από το χρόνο που ενδεχομένως διαθέτει για να ολοκληρώσει ο ίδιος ένα βιβλίο. Είμαστε ό,τι διαβάζουμε. Τώρα, όσον αφορά στο επιστημονικό υπόβαθρο, η επιστήμη είναι από μόνη της σε κάθε περίπτωση  αξία, για όποιον κι αν την κατέχει. Το επιστημονικό υπόβαθρο βέβαια δεν αρκεί από μόνο του για να συγγράψει κανείς, ωστόσο αν ένας συγγραφέας το διαθέτει,  τον βοηθά και να κατανοήσει ορθότερα κάποια γεγονότα και να δει τις προεκτάσεις τους και να υπηρετήσει, ενδεχομένως με μεγαλύτερη σαφήνεια, την Ιδέα που κάθε φορά κρύβεται πίσω από ένα μυθιστορηματικό κείμενο.

6) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που ‘ρέει’ αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Ανήκω στους συγγραφείς που δεν γράφουνε συνέχεια, δεδομένου ότι εργάζομαι στα σχολεία και η διδασκαλία απαιτεί και κατανάλωση ενέργειας και την ανάλογη  προετοιμασία. Γράφω κατά περιόδους και μερικές φορές εμμονικά, υπό την έννοια πως έχω μπει τόσο πολύ μέσα στην ιστορία μου που με βρίσκει το ξημέρωμα  με το μολύβι στο χέρι. Πιστεύω πως η μυθιστοριογραφία απαιτεί έμπνευση κυρίως ως προς τη σύλληψη της μυθιστορηματικής Ιδέας, από κει κι έπειτα η έμπνευση ορίζει ενδεχομένως μια στιγμή που θα καταπιαστείς με το βιβλίο σου, κυρίως όμως απαιτείται οργάνωση και επισταμένη δουλειά πάνω στο ίδιο το κείμενο. Έχουν υπάρξει βραδιές ολόκληρες που μπορεί να πειραματίζομαι και να ψάχνω την κατάλληλη για παράδειγμα λέξη, προκειμένου να αποδώσω αυτό που εγώ έχω στο μυαλό μου.

7) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο μυθιστόρημά σας αρκείστε στη δική σας μόνο αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του ή αναζητάτε πρώτα τη γνώμη κάποιου οικείου σας προσώπου του οποίου την κρίση εμπιστεύεστε;

Η φιλία είναι από μόνη της μία αυταπόδεικτη αξία και για μένα αποτελεί μία από τις προτεραιότητες των επιλογών μου. Έχω φίλους και αγαπώ τους φίλους μου. Όπως μοιράζομαι επομένως τις σκέψεις μου γύρω από τον εαυτό μου, με τον ίδιο τρόπο μοιράζομαι και τις αγωνίες μου για όσα γράφω. Ναι, υπάρχουν φίλοι κοντά μου κατά τη συγγραφή ενός βιβλίου και φίλοι με τους οποίους συνομιλώ για όσα γράφω και φίλοι που διαβάζουν το βιβλίο μου κάθε φορά που τελειώνει και ακούω με προσοχή όλες τις παρατηρήσεις. Ακόμη κι αν δεν μπορέσω να τις εφαρμόσω στο ολοκληρωμένο βιβλίο, τις λαμβάνω σίγουρα υπόψη στην καινούρια μου δουλειά.

8) Από τα τέσσερα μυθιστορήματά σας υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το καθένα και, γιατί όχι, την ιστορία ‘πίσω από την ιστορία’ του καθενός;

Όλα τα καθορίζει η στιγμή. Η ανάγκη του Πασχάλη να καταπιαστεί μ’ ένα θέμα και να ταξιδέψει μαζί του. Κάθε συγγραφέας αγαπά τα βιβλία του, συνδέεσαι πατρικά με τα έργα που ολοκληρώνεις. Για μένα κάθε καινούριο μυθιστόρημα είναι ένας συγκεκριμένος στόχος που προσπαθώ να φέρω σε πέρας. Αν επί παραδείγματι ο στόχος του πρώτου βιβλίου μου ήταν να δω εάν μπορώ να ολοκληρώσω ένα μυθιστόρημα, στα επόμενα οι στόχοι διαφοροποιήθηκαν, σε άλλο δοκίμασα τον εαυτό μου στην αφήγηση, σε άλλο προσπάθησα να πατήσω πάνω στο είδος της ηθογραφικής ψυχογραφίας, σε άλλο να μετασχηματίσω τη θεατρική τραγωδία ή την κωμωδία σε μυθιστόρημα, σ’ αυτό που ολοκληρώνω αυτό τον καιρό να γράψω δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην αφήγηση με στοχασμό. Θέλω να πω πως κάθε φορά για μένα η ολοκλήρωση ενός έργου είναι ένας μακρύς δρόμος για την κατάκτηση ενός επιδιωκόμενου στόχου, ένα εισιτήριο για να μπορέσω να πάω συγγραφικά παρακάτω.
Θα μπορούσα να αναφερθώ στο περιεχόμενο και στις κρυμμένες ιστορίες αλήθειας που κρύβονται πίσω από κάθε βιβλίο, μόλα ταύτα όμως, θα επιλέξω να πω ότι ένα βιβλίο όταν είναι καλό, δεν χρειάζεται να πεις τίποτα παραπάνω ως συγγραφέας. Άλλωστε, ένα μυθιστόρημα επιδέχεται τόσες ερμηνείες όσες και οι αναγνώσεις του. Ας αφήσουμε τον αναγνώστη λοιπόν να επιλέξει σε πρώτη φάση να με διαβάσει κι είναι ελεύθερος από κει κι έπειτα να σκεφτεί, να βιώσει, να ταυτίσει καταστάσεις μέσα από το δικό του μυαλό. Περιττό να κατευθύνω τη σκέψη του. Εγώ όσα έχω να πω, τα λέω γράφοντας το βιβλίο. Αν το βιβλίο αξίζει, δεν χρειάζεται καμία απολύτως διάνθιση με λέξεις και ιστορίες γύρω από αυτό.

9) Ο συγγραφέας  Πασχάλης Πράντζιος βρίσκει το χρόνο να διαβάζει και για δική του ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο του; Όταν συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστης και γιατί;

Ο Πασχάλης Πράντζιος, λοιπόν, αν έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στο συγγραφέας ή αναγνώστης, θα έλεγε χωρίς δεύτερη σκέψη «αναγνώστης». Υπήρξα περισσότερο από κάθε τι αναγνώστης στη ζωή μου και αναγνώστης επιθυμώ να παραμείνω. Υπάρχουν αριστουργήματα στο χώρο της ξένης και της ελληνικής λογοτεχνίας που δεν φτάνει μια ζωή για να έρθει κανείς σε επαφή. Τί σημαντικότερο από το να μπορεί να διαβάζει κανείς και να το απολαμβάνει! Όσο και να με αυτοπροσδιορίζει η συγγραφή, κυρίως θέλω να έχω το χρόνο για να μπορώ να διαβάζω. Η αναγνωστική μου πορεία πέρασε και περνά από διάφορα στάδια. Από την άναρχη επιλογή μυθιστορημάτων κατά τη διάρκεια της εφηβείας, που είδα τί μπορεί να κρύβει ένα βιβλίο, μέχρι την τακτοποίηση της λογοτεχνίας μέσα στο χρόνο με συστηματική μελέτη όλων των ειδών κατά τη διάρκεια των σπουδών και την αυστηρή επιλογή λογοτεχνικών κειμένων από κει κι έπειτα. Το κάθε βιβλίο έχει το κοινό του και ικανοποιεί μεταξύ των άλλων συγκεκριμένες ανάγκες του αναγνώστη κάθε φορά. Δεν μπορείς επί παραδείγματι συνεχώς να διαβάζεις βιβλία του βεληνεκούς Τζέιμς Τζόυς. Στο Οδυσσέα αναφέρομαι. Σίγουρα η λογοτεχνία έχει σκαλοπάτια, εκπληρώνει όμως και την ανάγκη που έχει η ψυχή και η φαντασία ενός αναγνώστη να χαθεί μέσα σε μια ιστορία και να ζήσει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Γι’ αυτό και δεν κρίνω κανέναν για τις μυθιστορηματικές επιλογές που κάνει. Ωστόσο, θα το ξαναπώ. Είμαστε ό,τι διαβάζουμε. Αυτό κατάλαβα στα χρόνια μου ως αναγνώστης.

10) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Θεωρείτε ότι έχετε δεχθεί επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, Έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Η λογοτεχνία μέσα στο χρόνο είναι από μόνη της μία αλυσίδα επιρροών. Το ένα λογοτεχνικό ρεύμα ακολουθεί το άλλο μέσα από ένα αλισβερίσι ιδεών. Κάθε συγγραφέας λοιπόν δέχεται επιρροές και δεν αποτελώ εγώ εξαίρεση. Έχω πολλά αγαπημένα βιβλία και συγγραφείς που αποδέχομαι και τους βγάζω το καπέλο. Δεν θα μιλήσω για τη σύγχρονη λογοτεχνία, δεδομένου ότι δεν την έχει κρίνει ακόμη ο χρόνος, παρότι διαβάζω αρκετά σύγχρονους λογοτέχνες. Θα αναφερθώ όμως στα ιερά τέρατα που γέννησε τούτος ο τόπος κι είναι δάσκαλοι για κάθε νεόκοπο συγγραφέα. Να σας πω, ας πούμε, πως ο Παπαδιαμάντης μου έμαθε να γράφω; Πώς ο Καζαντζάκης μου δίδαξε πως όταν περιγράφεις μια καλοκαιρινή μπόρα, μπορείς να κάνεις τον αναγνώστη να μυρίσει το χώμα; Να μιλήσω για τους ποιητές που με έκαναν να σκέφτομαι και να αισθάνομαι ταυτόχρονα; Έναν απέραντο θαυμασμό κρύβω για όλα αυτά τα μεγάλα πνεύματα κι αισθάνομαι ευλογημένος που παραμένουν ακόμη τα πρότυπά μου. Με βοηθούν να αυτοπροσδιορίζομαι, να υπηρετώ με σεμνότητα και σεβασμό αυτό που κάνω και πάνω απ’ όλα να έχω ένα μέτρο σύγκρισης για να μαζεύω την έπαρση που πολλές φορές μπορεί να παρασύρει τους ανθρώπους και να αλλοιώσει την αυτοεικόνα τους.

11) Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει και το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε να έχετε συγγράψει εσείς;

Δεν ζηλεύω ούτε εντός ούτε εκτός εισαγωγικών. Απλώς θαυμάζω. Και υποκλίνομαι. Τί σημασία έχει ποιο βιβλίο θα ήθελα να έχω συγγράψει εγώ; Δεν είναι μονάχα ένα άλλωστε. Το ζητούμενο είναι να γράφεις αυτά που εσύ θέλεις. Και να μπορείς.  

12) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "κεντρίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι καθαρά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να ‘περάσετε’ στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να είναι μονάχα «θέαμα – ανάγνωση» για ψυχαγωγία. Το καλό βιβλίο έχει πάντοτε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης κι αυτό δεν εμποδίζει την ψυχαγωγία που μπορεί να προσφέρει. Τι να το κάνεις ένα βιβλίο αν δεν έχει να σου δώσει τίποτε παραπάνω από μια απλή εξιστόρηση πάνω σε μία ευθεία γραμμή σκέψης; Είναι σημαντικό να διαβάζεις και να σκέφτεσαι, να παρατηρείς τον τόπο, τον χρόνο, την πολιτεία κι εκεί μέσα να περιδιαβαίνουν άνθρωποι που αλληλοπροσδιορίζονται μέσα από όλα αυτά. Το είπα και παραπάνω. Δεν έχουμε από τη μια μεριά τη λογοτεχνία και από την άλλη τη ζωή. Κι η ζωή έχει και πόνο και φτώχεια κι ανθρώπους με αδυναμίες που συχνά πυκνά είναι έρμαια των κοινωνικοπολιτικών καταστάσεων και πολλά πολλά άλλα. Γίνεται, επομένως, να μην μιλήσει ο λογοτέχνης για όλα αυτά; Εγώ μιλάω και μιλάω και στους αναγνώστες μου. Πάντοτε όταν γράφω τους έχω νοητά απέναντί μου και τους μιλώ. Από κει κι έπειτα, ο κάθε αναγνώστης είναι αξία αυθύπαρκτη, αυτός επιλέγει, αυτός κρίνει, αυτός σε ξαναδιαβάζει. Τι νόημα έχει να προσδιορίσω εγώ το αναγνωστικό κοινό που προσδοκώ να με διαβάσει; Εγώ μπορεί επί παραδείγματι να πιστεύω πως γράφω για το Χ κοινό. Αυτό δεν σημαίνει πως το Χ συμφωνεί μαζί μου!

13) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να πειραματίζεται θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Ο συγγραφέας και ευρύτερα ο κάθε καλλιτέχνης πρέπει να είναι ελεύθερος να επιλέγει τις θεματικές του και να τις υπηρετεί με γνώμονα τη δική του  ελευθερία σκέψης  και έκφρασης. Η αναγνώριση και η εμπορικότητα ενός βιβλίου σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, να είναι αυτοσκοπός του συγγραφέα. Ο λογοτέχνης οφείλει να γράφει αυτά που πιστεύει πως πρέπει να γράψει. Αλλιώς, δεν έχει καμία ουσία ο δρόμος της συγγραφής.

14) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε από το αναγνωστικό κοινό; Το χιούμορ και η σάτιρα, που υπάρχουν διάχυτα στα περισσότερα βιβλία σας, πιστεύετε πως παίζουν το δικό τους ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Κοιτάξτε, είμαι εκ φύσεως ανασφαλής, οπότε θεωρείστε δεδομένο πως και ενδοιασμούς είχα και αγωνίες. Με το πέρας των ετών αυτά υποχώρησαν όμως και η βαρύτητα δόθηκε στο πώς εγώ θέλω να εξελίσσομαι συγγραφικά.  Αυτό μ’ ενδιαφέρει να δω, τον εαυτό μου να γίνεται βήμα με βήμα συγγραφέας. Όσο για το χιούμορ που με ρωτάτε δεν ξέρω τί να σας πω. Δεν αποτελεί τη συνταγή μου πάντως. Απλώς έτσι γράφω κι έτσι είμαι και ως άνθρωπος για να πω την αλήθεια.

15) Θεωρείτε πως η πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει  πηγή έμπνευσης για ένα συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας;

«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
  Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα».
Τίτος Πατρίκιος

Φυσικά και αποτελεί η πραγματικότητα πηγή έμπνευσης για έναν συγγραφέα, ωστόσο αν η λογοτεχνία μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο, θα ήταν παράνομη!

16) Η ιδιότητά σας ως εκπαιδευτικός στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση κατά πόσο σας επηρεάζει στην αντίστοιχη συγγραφική σας ιδιότητα; Οι μαθητές σας γνωρίζουν την ενασχόλησή σας με την λογοτεχνία και πώς την αντιμετωπίζουν; Έχετε ποτέ σκεφτεί να ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Η ιδιότητα του φιλολόγου αποτελεί την επαγγελματική μου ταυτότητα. Την αγαπώ τη δουλειά μου και μου ταιριάζει. Δεν μ’ ενδιαφέρει όμως σε καμία περίπτωση να με τοποθετώ στα σχολεία που εργάζομαι με τη συγγραφική μου ιδιότητα. Επηρεάζομαι από την εργασία μου στο μέτρο που επηρεάζονται όλοι οι άνθρωποι από τη δουλειά τους. Όσο για τους μαθητές μου, φροντίζω να προσπερνούν την παράλληλη ιδιότητά μου και να γίνομαι πάνω απ’ όλα ο δάσκαλός τους. Το ότι εργάζομαι σε γυμνάσιο δεν φτάνει από μόνο του, για να γράψει κανείς παιδική ή εφηβική λογοτεχνία. Έχουμε εξάλλου αξιόλογους μυθιστοριογράφους παιδικής λογοτεχνίας που δεν υπήρξαν εκπαιδευτικοί. Είναι από μόνο του ένα ξεχωριστό είδος το παιδικό ή το εφηβικό μυθιστόρημα, που μέχρι τώρα τουλάχιστον δεν με απασχόλησε στο μέτρο του να γίνει μια δική μου μυθιστορηματική επιλογή.

17) Εσείς, με  την πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Μου φαίνεται τουλάχιστον αστείο να μου τίθεται εμένα μια τέτοια ερώτηση! Ανήκω κι εγώ στους νέους συγγραφείς, είναι λίγα τα δέκα χρόνια που έχω στο ενεργητικό μου. Η φυσική μου θέση δηλαδή είναι να δέχομαι εγώ συμβουλές και όχι να τις δίνω ο ίδιος.

18) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία αλλά, ειδικότερα, στο πιο πρόσφατο εξαιρετικό μυθιστόρημά σας, «Η Πόλη Έχει Ρεπό», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Σας ευχαριστώ κι εγώ για τις ερωτήσεις που μου κάνατε, δεδομένου ότι μου δώσατε την ευκαιρία να μιλήσω για πράγματα που σκέφτομαι πολλές φορές. Το καινούριο μου βιβλίο είναι σχεδόν έτοιμο να παραδοθεί στον εκδοτικό μου οίκο, είναι ένα διαφορετικό μυθιστόρημα από τα προηγούμενα και σε επίπεδο αφήγησης και σε επίπεδο θεματολογίας, έχει τίτλο «Το Καφενείο»  κι έχει ως θεματική του το χρόνο. Όσο για το επόμενο βήμα, αλήθεια πώς θα σας φαινόταν αν έγραφα τη συνέχεια από το «Η Πόλη Έχει Ρεπό»; Με γαργαλάει η ιδέα!

Πασχάλης Πράντζιος

Βιογραφία Πασχάλη Πράντζιου:

Ο Πασχάλης Πράντζιος γεννήθηκε στην Ανάβρα Καρδίτσας το 1971. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Από τις εκδόσεις "Ωκεανίδα" έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του «Και πάντα με χείλη κόκκινα»(2006) «Περί ανέμων και γάτων»(2009), «Λιωμένο μολύβι» (2012) και «Η Πόλη Έχει Ρεπό» (2014).



Βιβλιογραφία Πασχάλη Πράντζιου:

«Η ΠΟΛΗ ΕΧΕΙ ΡΕΠΟ»
Εκδόσεις: Ωκεανίδα
Σελίδες: 480
Τιμή: 12 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

Ένα e-mail που δημιουργεί παρανόηση στον παραλήπτη γίνεται αφορμή να γράψει ο αφηγητής μια παρωδία αστυνομικού μυθιστορήματος. "Η πόλη έχει ρεπό", μια πραγματικά ξεκαρδιστική ιστορία, όπου η μυθοπλασία μπλέκεται με την πραγματικότητα και οι λογοτεχνικοί ήρωες παίρνουν στα χέρια τους τη ζωή του συγγραφέα. Ο τελευταίος κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, παίζει μαζί του χαμογελώντας και κρύβει τα μυστικά του, για να φωνάξει στο τέλος: Σας την έσκασα! Ένα βιβλίο "άλλο" απ' αυτό που δείχνει. Γιατί, όταν η πόλη έχει ρεπό, όλα γίνονται!...

«ΛΙΩΜΕΝΟ ΜΟΛΥΒΙ»
Εκδόσεις: Ωκεανίδα
Σελίδες: 360
Τιμή: 11 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ένα άδειο κραγιόν, σπασμένα γυαλιά κολλημένα σαν σε καθρέφτη κι ένα λιωμένο μολύβι. Αυτά βρέθηκαν στα χαλάσματα της γκρεμισμένης παράγκας, όπου έζησε η Θεώνη τα τελευταία της χρόνια. Μόνο που στα χαλάσματα εκεί το λιωμένο μολύβι δεν ήταν ένα. Αμέτρητα λιωμένα μολύβια ξεφτισμένα από τη χρήση, μολύβια που λιώσανε μαζί με τη ζωή. Κι ένα χαρτάκι τυλιγμένο σαν σπίρτο, καλά κρυμμένο μέσα στο άδειο κραγιόν, με τρεις ημερομηνίες ξεθωριασμένες: Σάββατο 13 Αυγούστου 1938, Πέμπτη 13 Αυγούστου 1964, Παρασκευή 13 Αυγούστου 1982. Εκεί μέσα ήταν η Θεώνη».

 Ποια ήταν όμως η Θεώνη; Ποιο τρομερό μυστικό της ζωής της σκέπασε το νου της σαν λιωμένο μολύβι;

«ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ ΚΑΙ ΓΑΤΩΝ»
Εκδόσεις: Ωκεανίδα
Σελίδες: 400
Τιμή: 16,15 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Σκεφτήκατε ποτέ πως και η πιο ακραία φαντασία αδυνατεί να συλλάβει την τρέλα που κουβαλά ο κόσμος γύρω μας, πως οι άνθρωποι δρουν συχνά όπως τα ζώα, γεμάτοι πάθη, ένστικτα και άνομες ορμές ... πως θέλουν τη γυναίκα του γείτονα, τον άντρα της φίλης ή το κακό του διπλανού τους, και τις περισσότερες φορές ποθούν όσα δεν «πρέπει»;
Αν σας συνέβη, τότε σίγουρα δεν θα παραξενευτείτε που ένας παπάς κατακυριεύεται εφ' όρου ζωής από το καταστροφικό πάθος του για μια γυναίκα... που η κυρά-Χρυσούλα -κατά κόσμον Τσιαμπάρδω- ανατρέπει τις ζωές των πάντων όσο εύκολα μαθαίνει τα πάντα για τους πάντες ... που η γάτα της μηχανεύεται τρόπους ανθρώπινους για να φάει, να ερωτευθεί, να ζήσει τη δική της ζωή παράλληλα με τη δική μας, χωρίς απαραίτητα να τη ζηλεύει ...
Περί ανέμων και γάτων, λοιπόν...»

«ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΧΕΙΛΗ ΚΟΚΚΙΝΑ»
Εκδόσεις: Ωκεανίδα
Σελίδες: 400
Τιμή: 8 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Δυο ιέρειες των "οίκων απωλείας" εποπτεύουν από τον ουρανό το παρόν και αναθυμούνται τον επί γης παράδεισο.
Η ζωή, δεν είναι πάντα ή του ύψους ή του βάθους. Μπορεί να είναι και του ύψους και του βάθους ανά πάσα στιγμή. Αρκεί να ξέρεις να τη διακρίνεις πίσω από δυο χείλη κόκκινα.

«Mεγάλη λέρα ο Διαμαντής. Πουτάνας γιος. Γέννημα θρέμμα. Η μάνα του, λέγανε, είχε κι άλλα μπαστάρδικα, μα τον Διαμαντή είχε αποφασίσει να τον μεγαλώσει η ίδια. Μεγάλη καψούρα με τον πατέρα του, Διαμαντής κι αυτός, κι όταν γκαστρώθηκε ένιωσε ταραχή και λαχτάρα γι’ αυτό που επρόκειτο να συμβεί».

Ο Διαμαντής… Ο γιος της Κούλας και το παιδί της Φανάρας. Η Φανάρα η Σμυρνιά… η αφέντρα των «οίκων της απωλείας». Κι η φιλενάδα της η Μερόπη, που αλώνισαν μαζί σχεδόν ολόκληρο τον προηγούμενο αιώνα. Ο Φόρυς ο Ρίχτερ με τα αγαπητηλίκια του κι ο Λεό ο Τζερεμπράν που έβρισκε τις νότες με τα χέρια του… Ο Βαγγέλας ο Λαλάς με τη φουστανέλα… Η μαντάμ Ρόζα και η Ζηνοβία, η Γιούλα και τα άλλα κορίτσια... Ο κόσμος της Φανάρας, όπως τον άφησε κι όπως τον εποπτεύει από τον ουρανό…

Δεν ήταν ακριβώς πόρνη, δεν ήταν ακριβώς μητέρα, δεν ήταν ακριβώς επιχειρηματίας, κι ας ήταν και πόρνη και μητέρα κι ας είχε στήσει επιχειρήσεις που θα τις ζήλευαν και οι πιο επιτυχημένοι της πιάτσας. Ήταν η Φανάρα με τον μοναδικό της χαρακτήρα και την αμεσότητα της ανθρωπιάς της. Η Φανάρα και όλος ο θίασος που την περιβάλει και μας πάει πίσω στην αξέχαστη εκείνη εποχή που το ειδύλλιο της λογοτεχνίας με την ζωή στηριζόταν στην γνησιότητα των χαρακτήρων.»


1 σχόλιο: