Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

«ΑΘΛΟΣ – Τριλογία των ΙΒ’» - ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ, της Βίβιαν Φόρτη - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΑΘΛΟΣ – Τριλογία των ΙΒ’» - ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ, της Βίβιαν Φόρτη - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Εκδόσεις: Momentum Books
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 19/11/2015

            Η λογοτεχνία φαντασίας είναι, κατά την γνώμη μου, ένα πολύ δύσκολο λογοτεχνικό είδος. Τα όρια μεταξύ, φαντασίας, ονειροπόλησης, αληθοφανούς, ψεύτικου, ή ακόμα και αστείου, είναι συχνά δυσδιάκριτα. Λίγοι είναι εκείνοι οι συγγραφείς, διεθνώς, που αφήνοντας αχαλίνωτη τη δημιουργική τους φαντασία αποτύπωσαν στο χαρτί κόσμους φανταστικούς, ήρωες που μένουν χαραγμένοι για πάντα στη μνήμη των αναγνωστών και ιδανικά που, αν και βγαλμένα μέσα από ανύπαρκτες πραγματικότητες, μοιάζουν τόσο, μα τόσο αληθινά και ιδεώδη.
            Στην ελληνική φανταστική λογοτεχνία οι συγγραφείς που θεωρούνται άξιοι εκπρόσωποί της είναι ακόμα λιγότεροι, όμως διόλου δεν υστερούν από τους ξένους ομότεχνούς τους. Μία τέτοια συγγραφέας είναι και η Βίβιαν Φόρτη, η οποία μας εξέπληξε με το πρώτο μυθιστόρημά της, τον «Μύθο», συνέχισε να μας ξαφνιάζει ευχάριστα με τη συνέχειά του, το «Έρεβος» και τώρα έρχεται να ολοκληρώσει την επική τριλογία φαντασίας της με υπέρτιτλο «Τριλογία των ΙΒ’» με το τρίτο και τελευταίο μέρος της, τον «Άθλο», το οποίο αναμένεται να μας ενθουσιάσει ακόμα περισσότερο.
            Για όσους δεν γνωρίζετε την υπόθεση και τους ήρωες της τριλογίας αυτής, θα σας παραπέμψω στις αντίστοιχες κριτικές μου για τα δύο πρώτα μέρη. Οφείλω, όμως, να ομολογήσω πως πρόκειται για μία από τις πιο ευφάνταστες και ευρηματικές ιστορίες φαντασίας που βασίζονται και εμπνέονται από την ελληνική μυθολογία. Μύθοι, θρύλοι, ήρωες και αρχαίοι θεοί συνδυάζονται άψογα χαρίζοντας στους αναγνώστες μία εξαιρετική και ενδιαφέρουσα μυθοπλασία, προσφέροντάς τους ταυτόχρονα και την ευκαιρία να ξαναθυμηθούν ή να γνωρίσουν από την αρχή πολλά ξεχασμένα, άγνωστα, ή πασίγνωστα στοιχεία της δαιδαλώδους ελληνικής μυθολογίας, η οποία επιτέλους παίρνει τις διαστάσεις που της αναλογούν αλλά και τον σεβασμό που της οφείλουμε.
            Ευχαριστώ θερμά τις εκδόσεις Momentum για την προδημοσίευση του ακόλουθου αποσπάσματος στο ιστολόγιο των «Φίλων Της Λογοτεχνίας», εύχομαι καλή επιτυχία στη συγγραφέα Βίβιαν Φόρτη και να είναι καλοτάξιδο και αυτό το τρίτο μέρος της αξιόλογης τριλογίας της.

Απόσπασμα:

«Το σπίτι ήταν σκοτεινό, αλλά υπήρχε ένα μικρό φως που έβγαινε από το παράθυρο. Η μητέρα μου δεν αγαπούσε το σκοτάδι, όπως κι εγώ άλλωστε. Πάντα άφηνε ένα μικρό φως αναμμένο να φωτίζει το σπίτι και να διαχέεται από το μπροστινό παράθυρο του σαλονιού.  Ήξερα ακριβώς από ποιο αμπαζούρ προερχόταν το φως. Ένα μικρό ασημένιο τοποθετημένο πάνω στο πιάνο. Στο πιάνο όπου ο Φοίβος μου έπαιξε μία και μοναδική φορά το κομμάτι με το οποίο με νανούριζε η μαμά μου και μου είχε δώσει το οικογενειακό μου παρατσούκλι μου: “Belle”.
Μου έκανε εντύπωση που η μητέρα μου κατοικούσε ακόμα εκεί. Πόσο θάρρος είχε αυτή η γυναίκα, τι δύναμη ψυχής! Η μορφή της κυριαρχούσε στη σκέψη μου καθώς ανέβαινα τον λοφίσκο και στάθηκα λίγο έξω στον κήπο.
Κοιτούσα το πατρικό μου, αλλά δεν τολμούσα να μπω. Ήταν ένα μεγάλο σπίτι και κάποτε δεν μας χωρούσε όλους καλά-καλά! Γεμάτες οι ντουλάπες, ένα σωρό πράγματα στις αποθήκες… και κόσμος! Πολύς κόσμος! Αλήθεια, πόσοι άνθρωποι είχαν περάσει από εκεί! Πόσα τραπέζια, παιδικά πάρτι, γιορτές…
Με ένα σφίξιμο στην καρδιά θυμήθηκα εκείνη την Πρωτοχρονιά που ο Φοίβος είχε έρθει από την Αμερική για να είναι κοντά μου. Τότε είχα θεωρήσει ότι η μεγαλύτερη δυσκολία που είχα να αντιμετωπίσω ήταν η οικογένειά μου και οι αντιδράσεις της. Πόσο μικρή και ανώριμη ήμουν! Αλλά αθώα και ευτυχισμένη.
Δεν είχα κλειδιά, αλλά υπήρχε το επιπλέον κλειδί για ώρα ανάγκης. Πέρασα στο πίσω μέρος του σπιτιού και στην κρυψώνα μας δίπλα στο γκαράζ, μετακίνησα το τούβλο. Ήταν εκεί.
Μπήκα νιώθοντας περίπου παρείσακτη, μην ξέροντας πού να σταθώ και πώς να προετοιμάσω την ξαφνική μου εμφάνισή  στην μητέρα μου, η οποία όπου και να ήταν θα επέστρεφε.
Το σπίτι ήταν ίδιο. Είχε παραμείνει ίδιο όπως το είχα αφήσει, αλλά δεν θύμιζε πια εστία. Περπάτησα μέχρι το καθιστικό που φωτιζόταν αχνά από το αμπαζούρ.
Κάθισα αρκετή ώρα εκεί βυθισμένη στις αναμνήσεις μου. Πόσο μου είχε λείψει, πόσο μεγάλο κενό είχε αφήσει η απουσία της στη ζωή μου… Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να καλύψει αυτό το κενό, την απουσία της μητρικής παρουσίας, στη ζωή ενός ανθρώπου… Δάκρυα κύλησαν στα μάτια μου καθώς μου ήρθαν στο μυαλό τα λόγια του Ελύτη: «Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου». Ναι, τέτοια μητέρα ήταν η μητέρα μου…
Κάποια στιγμή άκουσα το κλειδί να γυρίζει στην πόρτα. Σηκώθηκα και κρύφτηκα στις σκιές σαν τον κλέφτη.
Μπήκε στο καθιστικό χτυπώντας τα τακούνια της, όπως πάντα.
Άφησε την τσάντα της στην πολυθρόνα απέναντι από το τζάκι. Ήταν μία απλή μεγάλη τσάντα από σκούρο δέρμα. Άθελά μου σκέφτηκα τις επώνυμες τσάντες που κρατούσε πάντα με τόση χάρη και τις άφηνε να γλιστρούν στο ελαφρώς καμπυλωμένο, με ανοδική πορεία μπράτσο της. 
Χαμογέλασα. Ξαφνικά κατάλαβα τι την έκανε τόσο διαφορετική. Είχε πάψει να είναι τόσο πολύ επιτηδευμένη. Κάθισε στην πολυθρόνα και έσκυψε να βγάλει τα παπούτσια της. Κινήθηκα ανεπαίσθητα χωρίς καν να το συνειδητοποιήσω.
Στράφηκε ταραγμένη προς το μέρος μου.
«Είναι κανείς εκεί;» ρώτησε.
«Εγώ είμαι, μαμά», είπα όσο πιο απαλά μπορούσα.
Σηκώθηκε αργά. Έκανα ένα βήμα προς το μέρος της, περνώντας στη φωτεινή άλω του μικρού φωτιστικού.
Με κοίταξε στυλώνοντας τα κατάμαυρα μάτια της επάνω μου.  Κάτι σαν χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της.
«Το ήξερα», ψιθύρισε πιο πολύ στον εαυτό της πάρα σε εμένα, «το ήξερα ότι είσαι ζωντανή… αν είχες φύγει… θα το ένιωθα, μέσα στην καρδιά μου».
Έκλεισε τα μάτια και αμέσως μετά τα κάλυψε με τα χέρια της. Δεν κουνήθηκε από τη θέση της, δεν έσπευσε να με αγκαλιάσει μόνο καθόταν εκεί στητή, ακίνητη  χωρίς να βγάζει κανένα ήχο μέσα στο απόκοσμο σχεδόν ημίφως και είχε καλύψει τα μάτια της με τα χέρια της σαν να μην ήθελε να δω την έκφρασή της… ή σαν παιδί που φοβόταν ή κρυβόταν…
Και τότε άρχισε να κουνιέται μπρος-πίσω, ανεπαίσθητα στην αρχή,  πιο έντονα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και ξαφνικά ένας περίεργος ήχος βγήκε από το στόμα της. Μια περίεργη κραυγή μακρόσυρτη, ανατριχιαστική σαν να υπέφερε και μαζί σαν να έβρισκε ανακούφιση. Κάλυψα τα λίγα μέτρα που μας χώριζαν με δυο δρασκελιές και την έκλεισα μέσα στα χέρια μου. Αρπάχτηκε από πάνω μου και με έσφιξε στην αγκαλιά της.
«Δάφνη μου, κοριτσάκι μου, μωρό μου», την άκουγα να λέει μέσα από ανάσες που ακούγονταν πιο πολύ σαν ρόγχος.
Πέρασαν αρκετά λεπτά πριν ηρεμήσει. Όταν κάπως ηρέμησε την πήγα ώς τον καναπέ και την έβαλα να καθίσει. Τα μάτια της γλίστρησαν στο πρόσωπό μου σαν χάδι.
«Παιδί μου», είπε απαλά.
Άπλωσε το χέρι της και μου χάιδεψε το μάγουλο. Έκλεισα τα μάτια. Τα χέρια της ήταν πιο τραχιά από όσο θυμόμουν. Ολόκληρη ήταν πιο τραχιά από όσο θυμόμουν. Ακόμα και το βλέμμα της. Ακόμα και η φωνή της.
 «Μαμά…», άρχισα.
Της τα εξήγησα όλα, τα έπιασα όλα από την αρχή. Από την πρώτη ημέρα στο πανεπιστήμιο, την πρώτη ώρα, την πρώτη στιγμή. Κι έφτασα στο τέλος όσο πιο σύντομα μπορούσα. Το τέλος. Τη μετάβασή της στην Υπερβορεία. Μόνο για τον μπαμπά δεν της είπα τίποτα. Αισθανόμουν πολύ αδύναμη για να το διαχειριστώ εκείνη τη στιγμή.
Με άκουσε χωρίς να με διακόψει. Μου έδινε την εντύπωση ότι κατέγραφε με προσοχή κάθε μου λέξη. Ήμουν σίγουρη ότι το πήρε αρκετά καλά. Μέχρι που μου μίλησε. Η φωνή της μόλις που ακούστηκε, όταν μου είπε:
«Μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό, παρακαλώ;»
Πήγα βιαστικά ώς την κουζίνα και επέστρεψα με ένα μεγάλο ποτήρι γεμάτο νερό.
Το πήρε με ευγνωμοσύνη. Ήπια μια γερή γουλιά και το ακούμπησε δίπλα της προσεκτικά σαν αν φοβόταν μήπως της πέσει από τα χέρια.
Σήκωσε το κεφάλι.
«Πότε θα φύγουμε;»
«Τώρα. Δεν υπάρχει χρόνος».
«Να ετοιμάσω τα πράγματά μου».
«Δεν θα χρειαστείς τίποτα στην Υπερβορεία. Θα σε προμηθεύσουμε εμείς με τα απαραίτητα».
Εμείς; σκέφτηκα αόριστα.
Σηκώθηκε αδιαμαρτύρητα.
«Είμαι έτοιμη», είπε.
Χαμογέλασα. Πάντα ήταν έτοιμη. Πάντα. Στο σχολείο της, στο σπίτι της, στις κοινωνικές της συναναστροφές.
«Πρέπει να πάμε στους Δελφούς πρώτα», συμπλήρωσα.
Με κοίταξε με απορία.
«Εκεί είναι η πύλη», είπα νιώθοντας μέχρι τα βάθη της ψυχής μου πόσο περίεργο θα ακουγόταν αυτό σε κάποιον μη μυημένο.
Όμως εκείνη ήταν η μαμά μου. Η σούπερ μαμά μου… Σούπερ… My super girl έπαιζε το mp3 player στο αυτοκίνητο. «Σου το αφιερώνω» της έλεγε ο μπαμπάς μου…
Τα μάτια της ήταν ακόμα θολά, αλλά χαμογέλασε απαλά.
«Όταν μου μιλούσες με ενθουσιασμό για τον Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της φωτιάς που στην πραγματικότητα ήταν μία πύλη που οδηγούσε τους ήρωες σε έναν άλλο κόσμο μόλις το άγγιζαν, απλά φοβόμουν μήπως μετά από αυτό σταματήσεις να διαβάζεις σοβαρή λογοτεχνία και ασχολείσαι μόνο με τη λογοτεχνία του φανταστικού».
Χαμογέλασα κι εγώ. Ακόμα  μία αναλαμπή από το φωτεινό παρελθόν παρεισέφρησε στο μυαλό μου και φώτισε το σκοτάδι γύρω μας και μέσα μας. Είναι πιο εύκολο να φωτίζεις το σκοτάδι, όταν είναι παρούσα η μαμά.
«Η λογοτεχνία του φανταστικού γενικότερα, αλλά και ο Χάρι Πότερ ειδικότερα, πάντα και για πάντα και για πάντα, είναι σοβαρή λογοτεχνία», είπα για πολλοστή φορά.
Στη φωνή μου άκουσα κάτι από το παλιό πείσμα.
Κούνησε το κεφάλι της με τον τρόπο που μόνο οι καθηγήτριες φιλολογίας το κάνουν.
«Τελικά όχι μόνο είμαστε αυτά που διαβάζουμε, αλλά εσύ έγινες αυτά που διάβαζες».
Της άπλωσα το χέρι.
«Πάμε, κυρία καθηγήτρια», της είπα.
Μου το έσφιξε απαλά. Με εμπιστοσύνη.
Μόνο να μην προδώσω την εμπιστοσύνη που μου δείχνει… Θεέ μου, να μην προδώσω την εμπιστοσύνη της!

***

Ήταν όλοι συγκεντρωμένοι γύρω μου. Οι κάτοικοι της μυθικής Υπερβορείας. περίμεναν να τους μιλήσω. Και τότε μίλησα:
«Υπερβόρειοι», ξεκίνησα και η φωνή μου ακούστηκε στεντόρεια.
Θεέ μου, ποια είμαι; Σε τι μεταλλάχθηκα; Ποια είμαι; Ποια είμαι;
«Δεν είμαι μία από εσάς. Ξύπνησα μία ημέρα στη γη σας φερμένη εδώ χωρίς τη θέλησή μου. Ο αέρας που ανέπνεα δεν ήταν δικός μου, δεν με έφτανε. Το νερό σας δεν με ξεδιψούσε και η έλλειψη της αίσθησης του βάρους τρέλαινε το μυαλό μου. Έκλαιγα και είχα απελπιστεί. Όλα ξένα, όλα διαφορετικά.
Μία ξένη είχε επιφορτιστεί να με φροντίζει, ένα κορίτσι που τότε δεν γνώριζα, μα  κατόπιν έγινε αδερφή μου. Ο πόνος της απώλειάς μου ήταν τεράστιος και με δυσκολία στάθηκα στα πόδια μου για να φτάσω μέχρι αυτό εδώ το μέρος όπου βρίσκομαι τώρα και σας μιλώ. Εδώ ακριβώς με οδήγησαν τα βήματά μου κι εδώ ακριβώς βρήκε παρηγοριά η ψυχή μου δίπλα στον δάσκαλό μου, τον δάσκαλο του άντρα μου, του Απόλλωνα.
»Έτσι ήρθε στη ζωή μου ο Άβαρις. Ήρθε και έμεινε για πάντα. Με παρηγόρησε, με γιάτρεψε, με δίδαξε. Με έμαθε πώς να ζω εδώ, πώς να κινούμαι και πώς να συνυπάρχω. Και με έμαθε κι άλλα πολλά. Στην πραγματικότητα με έκανε αυτό που είμαι σήμερα. Κι αυτή που στέκεται μπροστά σας και σας μιλάει, είναι αυτή που είμαι σήμερα, αυτή που έφτιαξε Άβαρις.
»Τότε, όταν  ήρθε η ώρα να φύγω, ήμουν ήδη μία από εσάς. Το μόνο που επιθυμούσα ήταν να βρεθώ πάλι εδώ ανάμεσά σας, δίπλα στον δάσκαλό μου και να εξακολουθώ να μαθαίνω. Όμως και πάλι δεν βρέθηκα εδώ από επιλογή, βρέθηκα από ανάγκη. Μα, όταν πάτησα το πόδι μου στο χώμα της γης σας, το ένιωσα βαθιά μέσα μου ότι εδώ ανήκω κι ότι γι’ αυτή τη γη και γι’ αυτούς τους ανθρώπους αξίζει να αγωνιστώ.
»Σας είπα πριν λίγο ότι η γυναίκα που στέκεται μπροστά σας αυτή τη στιγμή είναι το δημιούργημα του Άβαρι. Είμαι αυτή που σμίλεψε προκειμένου να σταθώ απέναντι σε κάθε εχθρό της γενιάς μας. Και αυτό έχω σκοπό να κάνω.
»Υπερβόρειοι, η συμφορά μάς χτύπησε και όπως πάντα η συμφορά χτυπάει σε πολλές μεριές. Οφείλω να σας πω την αλήθεια, όχι μόνο γιατί ο μοναδικός τρόπος να υπάρξει μία ελπίδα να αντιδράσουμε και να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας αλλά και ό,τι αγαπάμε, ό,τι είναι πολύτιμο για εμάς, υφίσταται μόνο αν ξέρουμε την απόλυτη αλήθεια, αλλά και γιατί με αλήθεια με δίδαξε εκείνος. Χωρίς υπεκφυγές, χωρίς ωραιοποιήσεις. Καθαρή, απόλυτη, αλήθεια κοφτερή σαν ατσάλι.
»Οι Δώδεκα έπεσαν σε Λήθη. Χωρίς αυτούς είμαστε απροστάτευτοι. Δεν είμαστε πολεμικός λαός. Ζούμε ειρηνικά και με αγάπη καθώς ο ίσκιος των Δώδεκα μας προστάτευε. Κι έπειτα ήταν κι ο Άβαρις. Ο Άβαρις ήταν πάντα έτοιμος να μας υπερασπιστεί. Και όλοι το ήξεραν και κανείς δεν αποτολμούσε μία επίθεση εναντίον μας. Όμως τώρα μείναμε μόνοι μας. Κι ο δάσκαλός μας με δίδαξε πολλά, όμως όχι τη χρήση της πτητικής του μηχανής».
Αισθανόμουν τους Υπερβορείους σαν ένα σώμα, μία ψυχή, όλους δικούς μου, όλους ενωμένους. Δεν μιλούσαν. Με κοιτούσαν.
«Οι Αριμασποί είναι μία πολεμική φυλή, εμείς πάλι όχι».
Έκανα μία παύση. Να τους πω για την πτητική μηχανή του Άβαρι;
Μόλις εκείνη την ώρα διέκρινα μέσα στο πλήθος τη Μελισσάνθη. Δίπλα της η μητέρα μου και τα παιδιά μου. Κάρφωσα τα μάτια μου στα μάτια της Μελισάνθης. Ένα γλυκό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη  της. Το βλέμμα μου γλίστρησε στα γαλάζια μάτια των παιδιών μου, τα μάτια του πάτερα τους χρωματισμένα με το ύφος που μόνο αυτοί είχαν.
Ο τρόπος που κοιτάζουν όλοι τους…
«Όμως εμείς είμαστε τα παιδιά των Δώδεκα, τους φέρουμε εντός μας, τους κουβαλάμε στο αίμα μας και σαν παιδιά τους θα πολεμήσουμε Κι αν εκείνοι βρίσκονται ακόμα  στη Λήθη είναι σαν να μας φροντίζουν, σαν να μας προσέχουν πάντα. Και με αυτή τη σκέψη θα ριχτούμε στη μάχη. Το άρμα του Άβαρι ίσως έρθει προς βοήθειά μας, ίσως όχι. Κάνεις δεν ξέρει. Αλλά οφείλουμε να παλέψουμε για τον κόσμο μας και για εκείνους που μας προστάτευσαν και μας προστατεύουν ακόμα κι αν βρίσκονται στο πιο βαθύ σκοτάδι. Γι’ αυτούς και για τον κόσμο μας θα αγωνισθούμε. Είθε ο ίσκιος τους να μας προστατεύει».
Σιωπή. Και ξαφνικά ένας Γηραιός χτύπησε το μπαστούνι του στο έδαφος. Συνέχισε να το χτυπάει ρυθμικά και ένας-ένας τον μιμήθηκαν όλοι. Οι Υπερβόρειοι φώναξαν δυνατά και κούνησαν τα χέρια τους. Μου θύμιζαν τους συμμαθητές μου όταν ο διευθυντής ανακοίνωνε την εκδρομή του σχολείου. Αυτό ήταν οι Υπερβόρειοι… Παιδιά.
Είμαστε χαμένοι…, σκέφτηκα, αντικειμενικά χαμένοι.

«ΑΘΛΟΣ – Τριλογία των ΙΒ’», της Βίβιαν Φόρτη
Εκδόσεις: Momentum Books
Σελίδες: 461
Τιμή: 14,31 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Η Λήθη διεκδικεί τους Δώδεκα και η Δάφνη ξεκινά μία μοναχική πορεία αυτογνωσίας και ωριμότητας από την Υπερβορεία έως τον Κάτω Κόσμο, αναζητώντας το πανάρχαιο αντικείμενο που θα διαλύσει το επικείμενο έρεβος.
Αυτός είναι ο δικός της Άθλος. Δίπλα της θα σταθούν ο τελευταίος των Ατλάντων, ένας Τραντέλληνας που φέρει το όνομα ενός αρχαίου βασιλιά και ένας μυθικός ήρωας που αντέχει αιώνες τώρα μία σκληρή μοίρα…
Μια αρχαία κληρονομιά θα έρθει στο φως. Μια απελπισμένη μάχη θα δοθεί για να σωθεί η ανθρωπότητα. Κι ένας έρωτας θα γεννηθεί και θα πεθάνει, γιατί «Ο Άθλος και ο Κίνδυνος είναι να κρατήσεις δικιά σου την καρδιά που κέρδισες, πρίγκιπα».
Μια επική περιπέτεια σε γνωστούς και άγνωστους κόσμους, σε παράλληλα σύμπαντα και σε ξεχασμένες από το χρόνο γωνιές της Γης, που ολοκληρώνει την τριλογία των Δώδεκα της Βίβιαν Φόρτη.

Έγραψαν για το Έρεβος:

«Το Έρεβος, για τους λάτρεις της φανταστικής λογοτεχνίας  αλλά και για τους εν γένει αναγνώστες, είναι η όαση μιας εκπληκτικής και αστείρευτης φαντασίας. Η συγγραφέας καταφέρνει να σαγηνεύει με την πλοκή και το συγγραφικό στιλ της ενώ δημιουργεί αριστοτεχνικά δομημένους ήρωες . Το Έρεβος είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι που θα μαγέψει τον αναγνώστη».
Δημήτρης Βαρβαρήγος, συγγραφέας

«Στο Έρεβος η συγγραφέας δομεί με αριστοτεχνικό τρόπο τους ήρωές της που κινούνται στο όριο του μύθου και του ρεαλισμού, του φωτός και του σκότους, του έρωτα και του μίσους, του θανάτου και της αθανασίας. Η παράθεση πλούσιων αναφορών από την ελληνική μυθολογία, καθώς και αναφορών σε άλλα αριστουργήματα της λογοτεχνίας, είναι δηλωτικό της έρευνας που έκανε η συγγραφέας ενώ αυτό που καθιστά το βιβλίο αξιόλογο είναι η πολλαπλή ερμηνεία του, η πολλαπλή προσέγγισή του και η επιθυμία που δημιουργείται στον αναγνώστη για πολλαπλές αναγνώσεις».
Diavasame.gr. , Ευμορφία Ζήση, φιλόλογος-βιβλιοκριτικός

«ΕΡΕΒΟΣ – Τριλογία Των ΙΒ’», της Βίβιαν Φόρτη

Εκδόσεις: Momentum Books
Σελίδες: 552
Τιμή: 11,83 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:


«"Έλα, μακάριε Λυτρωτή, εξολοθρευτή του Τιτυού, Φοίβε Λυκωρέα...

Εσύ που έχεις χρυσή λύρα, γονιμοποιέ και προστάτη των γεωργών, Πύθιε, Τιτάνα... Άγριε, πνεύμα του φωτός, αγαπημένε, δόξα της νιότης..."
Ο Φοίβος έχει επιτέλους βρει δίπλα στη Δάφνη, τη γαλήνη και την ευτυχία που αναζητούσε αιώνες. Η αποδοχή και η προστασία του αδιαφιλονίκητου ηγέτη των Δώδεκα, τους προσφέρει ασφάλεια. Έτσι τουλάχιστον, πιστεύουν...
Όμως, οι αρχαίοι εχθροί του Φωτός εισβάλλουν στη σύγχρονη εποχή, χρησιμοποιώντας συμμάχους ισχυρότατους και ικανούς.
Εκεί που τελειώνει ο Μύθος, η Δάφνη θα συναντήσει το Έρεβος. Και ο Απόλλων θα πολεμήσει εναντίον του, με τον τρόπο που μόνο ένας από τους Δώδεκα μπορεί.»

Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για το «ΕΡΕΒΟΣ» στον ακόλουθο σύνδεσμο:

«ΜΥΘΟΣ – Τριλογία Των ΙΒ’», της Βίβιαν Φόρτη

Εκδόσεις: Διόπτρα
Σελίδες: 552

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:


«Το να ερωτευτείς τον καθηγητή σου είναι οπωσδήποτε κλισέ, αλλά και πώς μπορείς να το αποφύγεις όταν το βλέμμα του είναι τόσο σοφό και διαπεραστικό;


Η Δάφνη Δημητριάδη, δευτεροετής φοιτήτρια στην Αμερική, θα ερωτευτεί με την πρώτη ματιά τον εντυπωσιακό καθηγητή Φοίβο Κρίστιαν. Αγνοώντας τα σημάδια της λογικής και ακολουθώντας το ένστικτό της, θα δέσει τη ζωή της με το επικίνδυνο πεπρωμένο του. Το πεπρωμένο και τη βαριά ευθύνη να ανήκεις στον μυστηριώδη κύκλο των Δώδεκα.

Μέσα από τις σελίδες του Μύθου, ξεδιπλώνεται μια σύγχρονη ερωτική ιστορία κεντημένη με την ελληνική μυθολογία, αγωνία και δυνατά συναισθήματα. Η Βίβιαν Φόρτη ανοίγει μια ελάχιστη χαραμάδα για έναν κόσμο θρύλων, σε ένα βιβλίο που δεν θα μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου!»

Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για τον «ΜΥΘΟ» στον ακόλουθο σύνδεσμο:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου