Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Συνέντευξη με τη ΝΟΕΛ ΜΠΑΞΕΡ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Νοέλ Μπάξερ
            Την εξαίρετη κ. Νοέλ Μπάξερ είχα την τιμή να την γνωρίσω από κοντά στην παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου μιας πολυαγαπημένης μου και πολυγραφότατης συγγραφέως. Με εντυπωσίασε το απλό και ανεπιτήδευτο ύφος, η εγκαρδιότητα, η ευγένεια και η προσήνειά της. Μακάρισα επομένως τον εαυτό μου για τα βιβλία της, τρία τότε στον αριθμό, τα οποία είχα φροντίσει να αποκτήσω και να τοποθετήσω ευλαβικά στην βιβλιοθήκη μου. Έβαλα στο μυαλό μου τον στόχο να τα διαβάσω το συντομότερο δυνατό. Ακόμα δεν τα έχω καταφέρει δυστυχώς, όμως διαβάζοντας τις έξοχες, μεστές, πανέξυπνες και ειλικρινείς απαντήσεις της στο ερωτηματολόγιο των «Φίλων Της Λογοτεχνίας» ειλικρινά ανυπομονώ να τα διαβάσω όλα, ξεκινώντας από το νέο της βιβλίο, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα, με τίτλο «Το Χνάρι Που Δεν Έσβησε».  Μία συγγραφέας που δεν διστάζει να ομολογήσει ανοιχτά πως "ζηλεύει" πολλά λογοτεχνικά έργα – και για να απαντήσω και άμεσα στο ερώτημά της αν «υπάρχει κανείς που να έχει πει το αντίθετο;» – ναι, αγαπητή μου κ. Μπάξερ, υπάρχουν κάποιοι που διστάζουν να το παραδεχτούν δημόσια, λέγοντας πως "δεν είναι του χαρακτήρα τους να ζηλεύουν", ίσως φοβούμενοι να μην τους "κακοχαρακτηρίσουν" οι αναγνώστες… Συγχωρέστε μου την έκφραση της προσωπικής μου γνώμης, μα πιστεύω πως είναι στην ανθρώπινη φύση μας η ζήλεια για οτιδήποτε ωραίο και θαυμαστό, συνήθως – θέλω να ελπίζω – με την καλή έννοια του όρου. Είμαι βέβαιη, λοιπόν, πως τα έργα της κ. Μπάξερ είναι πολύ αξιόλογα και, πραγματικά, ζηλευτά μυθιστορήματα τα οποία αξίζουν να διαβαστούν και να κατέχουν μία εξέχουσα θέση στις βιβλιοθήκες και τις καρδιές όλων των βιβλιόφιλων.
            Ευχαριστώ θερμά τη συγγραφέα για το χρόνο που διέθεσε απαντώντας στη συνέντευξη των «Φίλων Της Λογοτεχνίας», της εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στο πρόσφατο μυθιστόρημά της «Το Χνάρι Που Δεν Έσβησε» από τις εκδόσεις Διόπτρα και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις της, ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την αγαπητή Νοέλ Μπάξερ!

1) Αγαπητή κ. Μπάξερ, μας έχετε ήδη χαρίσει τρία εξαιρετικά μυθιστορήματα, ενώ σύντομα αναμένεται να κυκλοφορήσει το πολυαναμενόμενο τέταρτο βιβλίο σας από τις εκδόσεις Διόπτρα με τίτλο «Το Χνάρι Που Δεν Έσβησε».  Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Δεν μπορώ να εντοπίσω την αρχή, πότε ξεκίνησε όλο αυτό. Φαντάζομαι ότι εδώ ταιριάζει αυτό το ανόητο "από πάντα" που λένε, που δεν μπορεί ασφαλώς να είναι αλήθεια. Θυμάμαι καλά πως από πολύ μικρή με προσκαλούσε το λευκό χαρτί, μου έλεγε «έλα», ουδέποτε με φόβισε. Ακούω τώρα ιστορίες από το σχολείο, που η ίδια τις έχω ξεχάσει, και καταλαβαίνω δύο πράγματα: το ένα, πως η ενασχόλησή μου με τον γραπτό λόγο ήρθε μαλακά και φυσικά. Και το δεύτερο, πως συνέβη πολύ πίσω στον χρόνο μου.
Όμως και πάλι. Υπήρξε ένα πολύχρονο διάλειμμα. Μέχρι που κάποια στιγμή αναγκάστηκα να το συζητήσω με τον εαυτό μου. Ότι ή θα το κάνω σοβαρά ή θα το αφήσω τελεσίδικα. Με τρόμαξε η πιθανή γεροντίστικη ερώτησή μου, που θα έθετα αργότερα στον εαυτό μου, πού είναι τα γραμμένα μου, τα γραπτά μου εννοώ. Τότε παράτησα μια καλή επαγγελματική καριέρα, απομονώθηκα και στρώθηκα! Αξίζει λοιπόν να βάλουμε την κουκκιδίτσα της αρχής εκεί. Στα 1990.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να  συγκεντρώσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Την έμπνευση δεν την αντλώ, έρχεται από μόνη της. Ισχύει όμως ότι μπορεί να περιφέρομαι σε μια περιοχή και να την αναζητώ. Από κει και μετά ξεκινάει το παιχνίδι. Το στήσιμο της μυθοπλασίας και το κυνήγι της έρευνας. Το τελευταίο, που με ρωτάτε, δεν με δυσκολεύει. Γνωρίζω καλά τη διαδικασία. Και από εμπειρία και από σπουδές. Έρευνα ήταν το μεταπτυχιακό μου. Επιπλέον, είμαι υπομονετική, μπορώ να περιμένω. Μόνο στην αρχή ζοριζόμουν. Τώρα το ξέρω πως η αναμονή βγαίνει συνήθως σε καλό και δίνω τον χρόνο που κρίνω πως χρειάζεται για την έρευνα. Το ένα σε οδηγεί στο άλλο, η μια ιστορική πηγή στην άλλη, φαινομενικά δεν έχει τελειωμό αυτό κι εκεί είναι η δυσκολία. Να μάθεις να αναγνωρίζεις πως εδώ πρέπει να σταματήσεις. Άμα βιάζεται ο συγγραφέας να ξεκινήσει το βιβλίο του, κινδυνεύει να το κάνει πριν την ώρα του. Θα δώσει αυτό ακριβώς, ένα βιαστικό βιβλίο. Δεν θέλω να γράφω βιαστικά βιβλία.

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα, αλλά και τις σπουδές τους. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Σπούδασα ελληνική φιλολογία. Είμαι μέσα στο αντικείμενο των σπουδών μου. Και αρχαιολογία σπούδασα. Δεν τη ξεχνώ, κι αυτήν παίρνω στα βιβλία μου. Είμαι προνομιούχα για τα ελληνικά δεδομένα, αφού το επάγγελμά μου ταιριάζει με τις σπουδές μου. Για αρκετά χρόνια, μετά, εργάστηκα στη διαφήμιση. Στην Επικοινωνία γενικότερα. Έπρεπε να αφήσω αυτό για να επιστρέψω στα γράμματα, δεν μου άφηνε χώρο. Το έκανα και δεν το μετάνιωσα. Το προτείνω σε όσους διαβάζουν αυτήν μου την απάντηση: Τολμήστε και κυνηγήστε το όνειρό σας!
Από κάθε ενασχόλησή μας μαθαίνουμε κάτι. Κατά μία έννοια, είναι ένα σχολείο. Η διαφήμιση εμένα με δίδαξε την οργάνωση και την ιεράρχηση –περιέργως, περισσότερο από την έρευνα–, με έκανε πιο πρακτική και γρήγορη, και επίσης με καλόμαθε να είμαι μπροστά από την εποχή μου. Να το προσπαθώ τουλάχιστον. Τα πήρα μαζί μου όλα αυτά και τα χρησιμοποιώ και στην συγγραφή. Ίσως τώρα που το ξέρετε να τα αναγνωρίσετε.

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ στα βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Πόσο εύκολο, ή επώδυνο ήταν αυτό και πόσο εφικτή ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Δεν πιστεύω πως υπάρχει αντικειμενική προσέγγιση συγγραφικά. Υπάρχει υποκειμενική, και μάλιστα υποκειμενικότατη. Σε αυτό λοιπόν μέσα είτε ως πειρασμός είτε για προσωπικούς λόγους, από επιλογή του συγγραφέα, ενδέχεται να πλεχτούν μέσα σε μια μυθοπλασία και ρεαλιστικά στοιχεία, αυτοβιωματικά συνήθως. Προσωπικά δεν το αγαπώ αυτό, ειδικά όταν γίνεται σε μεγάλη έκταση. Δεν μ’ αρέσουν τα μπερδεμένα πράματα. Και ως συγγραφέας και ως αναγνώστρια θέλω την μυθοπλασία ελεύθερη. Γυμνή. Να μην φοράει τα παλιά ανθρώπινά μας.
Είναι αυτονόητο πως στήνοντας πλοκή και ήρωες ο συγγραφέας αντλεί από τη δεξαμενή του. Ο καθένας μας έχει το κελάρι του και μόνο αυτός έχει το κλειδί. Οι εικόνες του θα επιστρέψουν, οι ήχοι θα ξανακουστούν, τα χάδια θα ξανατρέξουν ένα κορμί, τούτη τη φορά κάποιου ήρωα. Χρώματα ξεθωριασμένα από τον χρόνο θα  ξαναζωντανέψουν για να βάψουν ένα κτίριο ή ένα φουστάνι κι αυτό είναι θαυμάσιο. Δεν είναι ένα μικρό θαύμα; Ας μην το δραματοποιήσουμε λέγοντας ότι κάτι πεθαμένο παίρνει ζωή. Ας το πούμε πιο συγκρατημένα. Πως κάτι ξεχασμένο περνάει σε νέα μνήμη. Έτσι του δίνεται μια ακόμη ευκαιρία να ζήσει. Να που δραματοποιήθηκε, δεν το γλιτώσαμε!
Προσωπικά, δύο φορές μόνο έβαλα προσωπικά βιώματα, κι αυτά όχι δικά μου. Στο «Από Δρυ Παλιά Κι Από Πέτρα». Η ιστορία του Έκτορα στην Μάχη της Κρήτης και κατόπιν η αιχμαλωσία του από τους Γερμανούς ήταν η αληθινή ιστορία του Βρετανού πατέρα μου. Μόνο αυτό το κομμάτι, κατά τα άλλα ο Έκτορας ήταν άλλος "άνθρωπος" κι έζησε μια διαφορετική ζωή. Το έκανα από αγάπη στον πατέρα μου. Πρόσφατα τον είχα χάσει.
Η δεύτερη φορά, πάλι στο ίδιο βιβλίο, αφορούσε τον πατέρα της Τίνας. Τον έκανα πολύ κοντό άντρα ώστε να περάσει η χατζάρα του Τούρκου πάνω απ’ το κεφάλι του και να μην το κόψει. Θα μπορούσα να βρω χίλιους δυο άλλους λόγους να τον σώσω αλλά επέλεξα αυτόν γιατί ήταν η δραματική ιστορία ενός γέρου Αρμένη που την είχα ακούσει κάποτε, παιδί, κι είχε επιζήσει. Στο κελάρι μου. Την είχα φυλάξει φαίνεται. Το έκανα από σεβασμό, γιατί και κάποιος άλλος έπρεπε να ακούσει την ιστορία του.

5) Στα βιβλία σας έχετε καταπιαστεί με πολλά και διαφορετικά θέματα, ενώ κυρίαρχο ρόλο παίζει η ιστορική πραγματικότητα της εκάστοτε χρονολογικής τοποθέτησης της μυθοπλασίας σας. Θεωρείτε, ίσως, ότι η Ιστορία αποτελεί μια σημαντική "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;

Όχι, η Ιστορία δεν μπορεί να είναι πηγή ιδεών σε μια μυθοπλασία. Αυτά τα δύο αντικρούονται. Η μυθοπλασία είναι φαντασία, η ιστορία είναι πραγματικότητα. Δεν γίνεται να πατάς στο έδαφος και την ίδια ώρα να υπερίπτασαι. Ο ρόλος της Ιστορίας στα βιβλία μου δεν είναι πρωταγωνιστικός. Ξεκάθαρα είναι υποστηρικτικός.

6) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Δεν θα το έλεγα επιστημονικό αλλά τεχνικό. Θέλει τεχνική η γραφή κι αυτό έρχεται με σπουδή και γνώση. Όσο μεγάλο κι αν είναι το ταλέντο, μια έστω αυτοεκπαίδευση του συγγραφέα είναι απαραίτητη. Οι τεχνικές είναι διάφορες, οι λογοτεχνικές σχολές επίσης. Το προσωπικό ύφος είναι αποτέλεσμα καλλιέργειας. Μπορεί να γεννηθείς με το χωράφι και να είναι το πιο εύφορο της γης, χρειάζεται όμως όργωμα, σπορά και φροντίδα. Δεν είναι λογικό;

7) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Δεν διακρίνω σε μένα κανένα μοτίβο. Δεν περιμένω την έμπνευση και τότε να καθίσω να γράψω. Το αντίστροφο συμβαίνει. Είναι ώρα να γράψω, δημιουργώ τις συνθήκες και ξεκινώ. Καθ’ οδόν, στο δρόμο, συναντώ και την έμπνευση. Με περιμένει καθισμένη σε κάποιο πεζούλι, πίσω από μια κλειστή πόρτα…, σε διάφορα μέρη, όπως της έρθει και μου έρθει. Της χαμογελώ όταν την αναγνωρίζω. Όταν γράφω θα με δείτε συχνά να χαμογελώ. Είμαι ευτυχισμένη. Πραγματικά νιώθω ευτυχία. Μου είναι δύσκολο να σας το εξηγήσω.

8) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο μυθιστόρημά σας αρκείστε στη δική σας μόνο γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου του οποίου την κρίση εμπιστεύεστε;

Πρώτος αναγνώστης είναι ο άντρας μου. Ανάλογα με το θέμα και τη φάση μου, ζητάω τη γνώμη κι από ακόμη ένα-δυο συγκεκριμένα άτομα. Μέχρι εκεί. Δεν είμαι από αυτούς που περιφέρω από χέρι σε χέρι ένα χειρόγραφο. Ούτε μαζεύω γνώμες. Έχω άποψη, το έχω μελετήσει καλά, το έχω σχεδιάσει με προσοχή, το έχω γράψει με κόπο. Αντικειμενικά, το ξέρω καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Φιλτράρω, σκέφτομαι καλά τις γνώμες που θα μου δοθούν. Δεν τις εκτελώ τυφλά. Είμαι δύσκολη αλλά όχι απόλυτη. Ο τελικός κλήρος πέφτει εκ των πραγμάτων σε μένα. Περνάω πολλά χέρια και πολλά μάτια στο αρχικό κείμενο. Μόνο όταν είμαι έτοιμη, εννοώ πανέτοιμη, το προχωράω στον εκδότη μου.

9) Από τα τέσσερα μυθιστορήματά σας  υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το κάθε βιβλίο σας και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" του καθενός;

Ισχύει αυτό που λένε, πως το κάθε μου βιβλίο είναι ένα παιδί μου. Δεν ξεχωρίζω κανένα, τα αγαπάω όλα. Αναγνωρίζω στο καθένα τα χαρίσματά του, όπως σε ένα παιδί. Η «Δρυς» ήταν η πρωτότοκη και ως τέτοια έχει ιδιαίτερη αξία. Επιπλέον αρέσει σε όλους και αυτό αυτονόητα μου δίνει χαρά. Η «Νύχτα» με βοήθησε να καταλάβω πως συγγραφικά, από τεχνική άποψη, μπορούσα με επιτυχία να καταπιαστώ με τα δύσκολα. Με έσπρωξε μπρος, να είμαι όσο ονειρεύομαι τολμηρή. Η «Θάλασσα» ήταν ένα ονειρεμένο συγγραφικό ταξίδι και η πρώτη μου φορά στον μαγικό ρεαλισμό. Στο «Χνάρι» το ταξίδι ήταν διαφορετικό, γεμάτο συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα. Έντονο βιβλίο, θα μου μείνει αξέχαστο!
Και τα τέσσερα έχουν ήρωες που λατρεύω. Και συγκρούσεις ή επεισόδια που με κάνουν υπερήφανη.

10) Η συγγραφέας  Νοέλ Μπάξερ βρίσκει το χρόνο να διαβάζει και για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Όσο περνάει ο καιρός χάνω από την απόλαυση της αναγνώστριας. Δεν διαβάζω με τον ίδιο τρόπο όπως παλιά. Τώρα βλέπω την τεχνική, σκαλώνω στην πλοκή… Έχει συμβεί σε βιβλία η γραφή τους να με διώξει. Χωρίς να το επιδιώξω έχω γίνει φαίνεται απαιτητική αναγνώστρια. Ενώ δεν είμαι απαιτητικός άνθρωπος γενικά.
Δεν διαβάζω τα πάντα. Διαβάζω αργά. Αυτό με κάνει επιλεκτική. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν διάβαζα ό,τι μου πέσει στο χέρι. Τώρα ακόμη περισσότερο. Έχω την σειρά μου και δεν θέλω να μου την χαλάνε. Δεν έχω πρόγραμμα αλλά γνωρίζω συνήθως ποιο θα είναι το επόμενο και γιατί.
Διαβάζω μυθιστορήματα και πολλά διηγήματα και κάμποση νομίζω αρχαία ελληνική γραμματεία. Ποίηση λιγότερο. Δοκίμια ναι, όταν το θέμα μού κεντρίσει το ενδιαφέρον. Συλλογές πιο σπάνια. Αμιγώς ιστορικά πλέον μόνο όταν ψάχνω κάτι. Μια εποχή ή έναν λαό ή μια ιστορική προσωπικότητα... Πρέπει να έχω κάτι στο μυαλό μου.

11) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Θεωρείτε ότι έχετε δεχθεί επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Διάβασα κάπου να με χαρακτηρίζουν ως νέο Καραγάτση. Μεγάλη μου τιμή.
Ασφαλώς κι έχω αγαπημένα βιβλία και αγαπημένους συγγραφείς, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως απαραίτητα τους φέρνω στο δικό μου έργο. Στο θέμα των επιρροών είμαι πολύ σκεπτική και εξαιρετικά προσεκτική. Με όλους.

12) Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει,  το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε, ή ονειρεύεστε να έχετε συγγράψει εσείς;

…Πολλά! (Υπάρχει κανείς που να έχει απαντήσει το αντίθετο;)
Κι αν δεν είναι ολόκληρο το βιβλίο, είναι κάποιο περιστατικό ή κάποιος ήρωας. Ή κάποια πένα, πώς ένας συγγραφέας απέδωσε κάτι. Υπάρχουν λογοτεχνικές σελίδες για φίλημα!

13) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Είναι χρήσιμο, χωρίς να είναι απαραίτητο. Μαζεύουμε εμπειρίες, δεν σταματάμε να είμαστε συλλέκτες, αλλά αυτό δεν προϋποθέτει φυσικά να είμαστε με μια βαλίτσα στο χέρι! Όμως αν έχουμε επιλέξει έναν τόπο για το επόμενο βιβλίο, τότε ναι, ένα ταξίδι είναι πολύ βοηθητικό. Κι ας έχουμε ξαναπάει χίλιες φορές εκεί. Εκείνη τη νέα φορά θα περπατήσουμε μαζί με την ηρωίδα μας, θα ακούσουμε τα τακούνια της στο οδόστρωμα, θα την κοιτάξουμε όπως πέφτει πάνω της το φως του δειλινού. Θα περάσουν αυτά στο μυθιστόρημα, θα το ομορφύνουν.

14) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

100% να ρισκάρει και 100% να πειραματίζεται. Το ζήτημα, το στοίχημα για τον δημιουργό αν θέλετε, είναι να προοδεύει την τέχνη του. Κάθε στάσιμο, όπως τα ύδατα, δεν είναι για καλό.
Που με ρωτάτε, το θεωρώ και το κάνω. Μετά το «Από Δρυ Παλιά Κι Από Πέτρα» όλοι περίμεναν μια ακόμη «Δρυ». Μια ασφαλή επιλογή από τη μεριά μου. Επέστρεψα με «Τη Νύχτα Που Γύρισε Ο Χρόνος». Το «Το Χνάρι Που Δεν Έσβησε» είναι πάλι ένα τολμηρό βιβλίο. Βέβαια σε όλα υπάρχει ένας κοινός παρανομαστής, κι εκεί είναι κρυμμένη η ασφάλεια μου: Η ίδια πένα, η ίδια ματιά, το ίδιο "πέταγμα". Πείραμα επομένως, αλλά αρκετά εκ του ασφαλούς.

15) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "κεντρίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι καθαρά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Κανένα μου δεν είναι μόνο ψυχαγωγικό. Και κανένα μου, νομίζω, κι από τα μελλοντικά, δεν θα είναι. Το να περνάς σε ένα ψυχαγωγικό μυθιστόρημα γνώση, με εύπεπτο τρόπο, εύκολα και χωρίς να απαιτείται προσπάθεια από τον αναγνώστη, είναι πιστεύω κέρδος γι’ αυτόν, και μάλιστα μεγάλο. Έχοντας επίγνωση της ευθύνης μου αυτής, κάθε στοιχείο γνώσης που υπάρχει σε μυθιστόρημά μου είναι αξιόπιστο και χιλιοελεγμένο. Δεν συμφωνώ καθόλου, μα καθόλου, με την άποψη πως επειδή είναι μυθιστόρημα μπορεί να λέει τερατώδη ψέματα, ή έστω μικρούλες ανακρίβειες. Η πληροφορία μπορεί να αποτελέσει γνώση για κάποιον αναγνώστη μας. Το να είμαστε οι συγγραφείς ακριβείς είναι καθήκον μας.

16) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει  πηγή έμπνευσης για ένα συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Το παρόν της Κρίσης και της προσφυγιάς θα το δούμε σε πολλά ελληνικά μυθιστορήματα. Η γνώμη μου είναι πως είναι νωρίς γι’ αυτό. Τα συναισθήματα χρειάζεται να κατακάτσουν και οι σκέψεις να δουλευτούν κι άλλο. Εξάλλου το ζήτημα δεν έχει λήξει ακόμα, είναι σε εξέλιξη. Όπως στην οργή έτσι νομίζω και στην συγγραφική διαδικασία ισχύει το «όχι εν θερμώ».
Σήμερα αν το ζητούμενο του αναγνώστη είναι η φυγή ή όχι, δεν μπορώ να πω. Άλλοι θα θέλουν να ξεφύγουν ενώ άλλοι να σκεφθούν και να μελετήσουν το φαινόμενο. Ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, ειλικρινά ό,τι θέλει ο καθένας. Αν πρέπει να ψηφίζω κάτι, και στα δύο ψηφίζω ναι!

17) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των περισσοτέρων βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Δεν είχα ενδοιασμούς. Ούτε είχα την συστολή του πρωτάρη. Είχα πίστη στην «Δρυ». Της είχα εμπιστοσύνη. Θαρρώ πως έτσι πρέπει να πηγαίνει στον υποψήφιο εκδότη του ο κάθε πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας. Μόνο με εμπιστοσύνη στο βιβλίο του. Με εμπιστοσύνη μα όχι με αλαζονεία. Έχει σημασία η "δόση".

18) Εσείς, με  την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Να μην σταθούν στο πρώτο ή στο δεύτερο χέρι στο χειρόγραφό τους. Αυτό νομίζω γίνεται συνήθως κι είναι λάθος. Να το ιδρώσουν και να το στραγγίξουν.
Να είναι αυστηροί κριτές του έργου τους αλλά όχι αδέκαστοι. Έχω συναντήσει νέους συγγραφείς που καταστρέφουν οι ίδιοι το ωραίο έργο τους.
Να ομολογήσουν στον εαυτό τους πως ένα λάθος από επιπολαιότητα ή αμάθεια σε ένα βιβλίο δεν αποτελεί καλλιτεχνική πρόταση.
Να ακούνε και να μην ακούνε τις γνώμες των άλλων. Να τις φιλτράρουν. Όλες οι γνώμες δεν είναι απαραίτητα σωστές, κι ας προέρχονται από αυθεντίες. Στην τέχνη δεν υπάρχουν σοφοί.
Πριν κάνουν αλλαγές που τους προτείνονται, να σκεφθούν πολύ καλά κάθε οδηγία που τους  έχει δοθεί. Ζητούμενο είναι το προσωπικό ύφος. Ο υποκειμενισμός στην τέχνη είναι και εχθρός και φίλος. 
Να θυμούνται, τέλος, πως ο Πικάσο στα πρώτα του έργα ήταν νατουραλιστής, κόπιαζε να αντιγράψει την φύση. Όταν έκανε το "πέταγμά" του στην τέχνη και δημιούργησε τα αφηρημένα έργα που τον καθιέρωσαν παγκοσμίως, κάποιοι θα τράβηξαν τα μαλλιά τους. Πρώτοι οι δάσκαλοί του και οι συγγενείς του υποθέτω.

19) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία αλλά, ειδικότερα, στο νέο  μυθιστόρημά σας «Το Χνάρι Που Δεν Έσβησε», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Το πέμπτο μυθιστόρημα! Θα αργήσει λίγο αλλά θα έρθει!

Βιογραφία Νοέλ Μπάξερ:

Η Νοέλ Μπάξερ γεννήθηκε στην Αθήνα από Βρετανό πατέρα και Ελληνίδα μητέρα. Τα παιδικά της χρόνια τα έζησε στην Καβάλα. Σπούδασε στην Ελλάδα (Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων) και στην Αγγλία (μεταπτυχιακές σπουδές στην Αρχαιολογία). Εργάστηκε στη διαφήμιση και, μετά, ως υπεύθυνη επικοινωνίας και δημοσίων σχέσεων σε ελληνικές επιχειρήσεις. Αρθρογραφεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Κείμενά της κοινωνικού προβληματισμού εμφανίζονται τακτικά στο Διαδίκτυο. Έχει εκδώσει μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Μια φορά και έναν καιρό σήμερα. Από τις Εκδόσεις Ψυχογιός εκδόθηκαν τα μυθιστορήματά της «Από Δρυ Παλιά Κι Από Πέτρα» (2008), «Τη Νύχτα Που Γύρισε Ο Χρόνος» (2010) και «Ακολουθώντας Τη Γραμμή Της Θάλασσας» (2012). Από τις εκδόσεις Διόπτρα αναμένεται να κυκλοφορήσει το νέο της μυθιστόρημα «Το Χνάρι Που Δεν Έσβησε» στις 13/4/2016.

Περισσότερες πληροφορίες για τη συγγραφέα στο επίσημο προφίλ της στο site των εκδόσεων Διόπτρα: https://www.dioptra.gr/Suggrafeas/417/Noel-Mpaxer/
Επικοινωνία µε τη συγγραφέα στα ακόλουθα:
noellebaxer@gmail.com και Noelle Baxer στο Facebook.

Βιβλιογραφία Νοέλ Μπάξερ:

«ΤΟ ΧΝΑΡΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΣΒΗΣΕ»
Εκδόσεις: Διόπτρα (2016)
Σελίδες: 656
Τιμή: 15,93 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Στην Πόλη που Κύλησε στη θάλασσα, στο παλιό αρχοντικό με το μεγάλο πεύκο που έκρυψε αναστεναγμούς, μυστικά, προδοσίες και λάθος έρωτες, μια γυναίκα φορώντας παλιά νυφικά στριφογυρίζει σαν τους δερβίσηδες σε έναν χορό που ενώνει τους χρόνους. Ένα μαργαριτάρι θα κυλήσει ανάμεσα στο στήθος δύο γυναικών από διαφορετικές γενιές, μαρτυρώντας πως τα ανθρώπινα λάθη, όπως τα πάθη, δυστυχώς επαναλαμβάνονται.
Η μαύρη πέτρα που έριξε στη θάλασσα ένας άντρας φορτωμένος με όνειρο βαρύ κατέληξε στον βυθό που δεν ξέπλυνε ούτε ξεθώριασε ούτε έσβησε τις μνήμες και τις αδικίες μιας χώρας η οποία βάδισε σπαρταρώντας από τον Μεταξά ως τη Χούντα. Σε αυτή την Ελλάδα περιφέρεται μια κοπέλα σέρνοντας τη βαλίτσα της γεμάτη αγιογραφίες της Παναγίας, κι ένας αριστερός νέος, ανίδεος τι τον περιμένει, μπαίνει σώγαμπρος στο σπίτι χουντικών, παλιών βασιλοφρόνων.
Επί δεκαεπτά χρόνια, ένα αντρικό πανωφόρι περίμενε υπομονετικά σε ένα παλιό υπόγειο το γνώριμο σώμα, αυτόν που θα πατήσει το χνάρι που δεν έσβησε. Ένα αγόρι, το 1990 πια, στον δρόμο προς την άνδρωση.
Ένα πληθωρικό πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, γραμμένο με ψυχή και με την ιδιαίτερη χαρακτηριστική γραφή της Νοέλ Μπάξερ που, για μία ακόμη φορά, μπλέκοντας έξοχα τη μυθιστορία με την ελληνική ιστορία, ανιχνεύει τις μύχιες πτυχές της ανθρώπινης φύσης.»

«ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ»
Εκδόσεις: Ψυχογιός (2012)
Σελίδες: 536
Τιμή: 7,52 €  

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ο σκισμένος χάρτης κάποιου ονειροπόλου ενετού χαρτογράφου του 18ου αιώνα θα οδηγήσει τη Βενέτα στο νησί που κρέμεται από μια κλωστή στη θάλασσα. Ο Χρόνος, νοσταλγώντας να ξαναζήσει μια γενναία ανθρώπινη ιστορία και να φέρει πάλι μιαν ανέλπιστη σωτηρία από τη θάλασσα, οδηγεί σήμερα την εγγονή της στην πρώτη κουκκίδα του χάρτη: στο σημείο όπου θα αποχαιρετήσει ένα όνειρο. Ήρθε και γι' αυτήν η ώρα να ακολουθήσει τη γραμμή της θάλασσας.
Η νεαρή Βενετία αφήνει την Κεφαλονιά για ένα ταξίδι αποχαιρετισμού. Θα εγκαταλείψει το όνειρο να γίνει αρχαιολόγος και να συνεχίσει τις ανακαλύψεις του Ερρίκου Σλήμαν αναζητώντας τα ίχνη του στο πρώτο του ταξίδι στην Πελοπόννησο το 1868.
Ένα νεανικό όνειρο μπροστά σ' ένα αξεπέραστο εμπόδιο και το χαμένο όνειρο μιας παντρεμένης γυναίκας για παντοτινή αγάπη. Μια κοπέλα καταδικασμένη να φτιάχνει μπομπονιέρες, ένας πατέρας με την εμμονή να δημιουργήσει το άλυτο σταυρόλεξο αυτού του κόσμου κι ένας παππούς που όλοι τον θεωρούν αστείο αλλά... Ακόμα. ένας ποιητής που απαγγέλλει την "Κόλαση" του Δάντη στο σιωπηλό αρχοντικό του. Στην άλλη άκρη της θάλασσας, μια γυναίκα που την κυνηγούν οι ερινύες μετράει τα όσα έχασε, έχοντας συντροφιά ένα φίδι.
Ένα ορμητικό και πολυπρόσωπο σύγχρονο μυθιστόρημα που πατάει με τρυφερότητα στο δρόμο της Ιστορίας, μεταφέροντας τον αναγνώστη από τη σκληρή σημερινή εποχή στο ρομαντισμό της Ελλάδας των χρόνων του Σλήμαν.»

«ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ»
Εκδόσεις: Ψυχογιός (2010)
Σελίδες: 440
Τιμή: 10,85 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Έχει μπροστά της μια ολόκληρη νύχτα για να κάνει μια καινούργια αρχή... Γι' αυτή τη νύχτα επιλέγει να επιστρέψει στις ρίζες της, στην Κερασούντα του Πόντου. Σε ένα μοναχικό καφενείο, καθισμένη απέναντι από τον Τούρκο ξάδερφό της Σερχάτ, για να βυθίζεται στα θαλασσιά μάτια του που της θυμίζουν τη γιαγιά της, η Σουλτάνα περιμένει να πέσει το σκοτάδι για να ξεκινήσει, με οδηγό της το σήμερα, την κατάβαση σε γεγονότα παλιά, ανθρώπους που πέρασαν, κομμάτια Ιστορίας, μνήμες, συναισθήματα. Με την ελπίδα ότι την αυγή θα ξημερώσει μια νέα μέρα. Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος, τη νύχτα που γίνεται πενήντα χρόνων και ξεκινάει το δεύτερο μισό της ζωής της, θα συναντήσει το παρελθόν της και θα απελευθερωθεί. Μεγαλωμένη από τη γιαγιά της στο παλιό Κουρουτζού, το καπνοχώρι της Καβάλας, καταφύγιο των προσφύγων του Πόντου, κουβαλάει το βάρος του εκτοπισμού των δικών της και ένα οικογενειακό μυστικό που την εμποδίζει να ζήσει το παρόν ελεύθερη. Μια κοριτσίστικη πλεξούδα και ένα έγκλημα στη σύγχρονη Αθήνα θα είναι η αφορμή για να ανοίξει το παλιό, σκουριασμένο κουτί από μπισκότα... Ένα αλησμόνητο ταξίδι στην ιστορία ενός λαού που κρατάει τη μνήμη της χαμένης πατρίδας του, και, ταυτόχρονα, το πορτρέτο μιας σύγχρονης γυναίκας που βρίσκει τη δύναμη να χαράξει τον δικό της δρόμο στη ζωή. Που μπόρεσε και... γύρισε το χρόνο!»

«ΑΠΟ ΔΡΥ ΠΑΛΙΑ ΚΙ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ»
Εκδόσεις: Ψυχογιός (2008)
Σελίδες: 564
Τιμή: 12,39 €  

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ήρθε η ώρα να σου πω για το σκισμένο γράμμα, για ένα τόπι κασμίρι και για μια Κύπρια που μύριζε η αγκαλιά της πασχαλιά. Για μια μαγευτική πόλη, τη Σμύρνη μου, που κάηκε σαν φωτογραφία, και για ένα πλοίο που μετέφερε μια γυναίκα που έσταζε γάλα. Για μια Τουρκάλα που χάθηκε και σώθηκε μόνο το τραγούδι της. Κι αν θέλεις, μόνο αν το θέλεις, θα σε αφήσω να κρατήσεις στα χέρια σου τα δυο μονάκριβα κλειδιά μου, του σπιτιού στο Αϊδίνι και του σπιτιού στη Σμύρνη». 
Ένα πληθωρικό μυθιστόρημα, που στριφογυρίζει με τρυφερότητα γύρω από την ιστορία του ελληνικού 20ου αιώνα, πλημμυρισμένο με εικόνες και μυρωδιές εποχής.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου