Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Συνέντευξη με την ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΛΛΙΟΝΤΖΗ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Αναστασία Καλλιοντζή
            Όταν πριν από τουλάχιστον μια δεκαπενταετία διάβασα το αλησμόνητο για μένα βιβλίο της Αναστασίας Καλλιοντζή «Μη Μου Λες Αντίο» δεν μπορούσα καν να διανοηθώ ότι κάποια στιγμή στο τότε "άδηλο" μέλλον μου θα είχα τη δυνατότητα να της απευθύνω ορισμένες ερωτήσεις που αφορούν την συγγραφική της ιδιότητα, αλλά ούτε ότι θα είχα την ευκαιρία και την χαρά να την γνωρίσω και από κοντά και να αποκομίσω τις καλύτερες εντυπώσεις. Τιμή ιδιαίτερη, λοιπόν, αυτή η συνέντευξη που μου παραχώρησε η αγαπητή συγγραφέας, η οποία έχει να επιδείξει πλούσιο και αξιολογότατο έργο, συγγραφικό και μεταφραστικό, με ποικίλα, ασυνήθιστα και φλέγοντα θέματα. Διαβάζοντας κάποια από τα μυθιστορήματά της διαπίστωσα ότι είναι ένας άνθρωπος βαθιά προβληματισμένος και συναισθανόμενος τα όσα συμβαίνουν γύρω της και, κυρίως μία συγγραφέας που δεν διστάζει να "βάλει το μαχαίρι στο κόκκαλο", να θίξει ζητήματα-ταμπού χωρίς φόβο και χωρίς προκατάληψη, κάτι που αποτελεί αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό της. Το δε μεταφραστικό της έργο πλουσιότατο και αξιομνημόνευτο με πολλές υποδειγματικές μεταφράσεις – αξέχαστη εκείνη της «Κότας Που Ονειρευόταν Να Πετάξει» με την λατρεμένη Μπουμπουκίτσα – βιβλίων που έχουν αφήσει το στίγμα τους.
            Την ευχαριστώ θερμά για το χρόνο που διέθεσε απαντώντας στο ερωτηματολόγιο των «Φίλων Της Λογοτεχνίας», για τις ουσιώδεις και εκ βαθέων απαντήσεις της, της εύχομαι καλή επιτυχία σε όλα τα έργα της, να έχει πάντα πρωτότυπες και αστείρευτες εμπνεύσεις για να μας χαρίζει τέτοια "βιβλία-θηρία" και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις της, ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την αγαπητή Αναστασία Καλλιοντζή!

1) Αγαπητή κ. Καλλιοντζή, μας έχετε ήδη χαρίσει οκτώ αξιόλογα μυθιστορήματά σας, αλλά και πολλές εξαιρετικές μεταφράσεις σας ξένης λογοτεχνίας, με πιο πρόσφατη την επανέκδοση του πολυαγαπημένου πρώτου μυθιστορήματός σας «Μη Μου Λες Αντίο» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Ήταν μια βαθιά εσωτερική ανάγκη αυτοέκφρασης, που έπρεπε πάση θυσία να εκτονωθεί. Προφανώς αυτή η ανάγκη δούλευε στα εντός μου επί μακρόν, δίχως να της έχω δώσει τη δέουσα σημασία, και κάποια στιγμή βγήκε στην επιφάνεια κι από τότε δεν μπορώ να τη σταματήσω. Το έναυσμα… παραμένει ανεξήγητο μυστήριο. Όλα ξεκίνησαν μια τυχαία μέρα του 1999 στο δικηγορικό μου γραφείο. Άνοιξα τον υπολογιστή έχοντας την πρόθεση να συντάξω μιαν εξώδικο. Αντί για την εξώδικο, όλως παραδόξως και μυστηριωδώς, άρχισα να αραδιάζω λέξεις τη μια μετά την άλλη σαν ποτάμι. Ήταν οι πρώτες στιγμές του «Μη Μου Λες Αντίο».

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να συγκεντρώσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Την έμπνευση μπορώ να την αντλήσω από οπουδήποτε και από οτιδήποτε. Ένα στιγμιότυπο, ένας άνθρωπος, ένα βλέμμα, ένα γέλιο, μια κατάσταση… οτιδήποτε, οπουδήποτε. Κάτι που σε κάποιον άλλο άνθρωπο μπορεί να μην προκαλέσει καμία εντύπωση, για μένα μπορεί να είναι το τσακμάκι που θα βάλει φωτιά στην έμπνευσή μου για να γεννηθεί ένα ολόκληρο βιβλίο! Σε ό,τι αφορά τους χαρακτήρες, όλοι είναι απολύτως φανταστικοί – όλοι γεννιούνται από μια έμπνευση της στιγμής, αποκτούν δική τους ταυτότητα κι έχουν μια εντελώς δική τους, αυτόνομη πορεία. Ενίοτε βέβαια συγκεντρώνουν και χαρακτηριστικά από το φορτίο των δικών μου εμπειριών στη ζωή – νομίζω πως αυτό γίνεται ασυναίσθητα. Σε ό,τι αφορά τη συγκέντρωση πληροφοριών, οφείλω να πω πως απέχω ενσυνείδητα από ιστορίες που για να γραφτούν χρειάζεται έρευνα. Κάνω έρευνα επί καθημερινής βάσεως στη δουλειά μου ως δικηγόρου εδώ και είκοσι χρόνια, απίστευτη έρευνα, είμαι συνέχεια πάνω από ένα βιβλίο ή μέσα στο διαδίκτυο και ψάχνω τα νομικά που χρειάζομαι για να στηρίξω τις υποθέσεις των εντολέων μου. Έχω την αίσθηση ότι θα με εξόντωνε ψυχικά το να κάνω και έρευνα για να γράψω ένα μυθιστόρημα. Εξ ου και απέχω από τη συγγραφή ιστορικών, π.χ., μυθιστορημάτων. Γράφω μονάχα για πράγματα που τυγχάνει να γνωρίζω καλά. Να, επί παραδείγματι, το «Μη Μου Λες Αντίο» μου βγήκε αβίαστα γιατί έζησα στην Κομοτηνή τέσσερα ολόκληρα χρόνια, κι έζησα την πόλη εν τω βάθει.  

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα, αλλά και τις σπουδές τους. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Έχω περάσει από τα έδρανα της Νομικής και της Θεολογικής. Εργάζομαι ως δικηγόρος από το 1997, αυτό είναι το επάγγελμά μου, σ’ αυτό στηρίζω τον βιοπορισμό μου - άλλωστε το να γίνω δικηγόρος ήταν το μεγάλο μου όνειρο από παιδάκι ακόμη. Ο συνδυασμός της δικηγορίας με τη συγγραφή, σε μένα τουλάχιστον, δουλεύει αρμονικά. Οφείλω να πω ότι η δικηγορία λειτουργεί για μένα ως αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τη συγγραφή, καθόσον στα βιβλία μου καταπιάνομαι ως επί το πλείστον με κοινωνικά θέματα, και το δικηγορικό λειτούργημα καθιστά τον φορέα του άμεσα εμπεπλεγμένο με την κοινωνία και όλες τις εκφάνσεις του βίου. Το κακό στις μέρες μας, προϊούσης και βαθαίνουσας της οικονομικής κρίσης, είναι ότι για να μην κινδυνεύσει ο βιοπορισμός αναγκάζεσαι να διαλέξεις. Ανάγκη επιτακτική… Γι’ αυτό λοιπόν, ελλείψει χρόνου και λόγω της δέουσας αφοσίωσης που συνεπάγεται η συγγραφή, τούτο τον καιρό έχω ρίξει όλο μου το βάρος στη δουλειά μου ως δικηγόρου και μεταφράστριας.

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ στα μυθιστορήματά σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Πόσο εύκολο, ή επώδυνο ήταν αυτό και πόσο εφικτή ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Θέλοντας και μη, είτε για να διευκολύνω τις ανάγκες της πλοκής είτε εντελώς ασυναίσθητα, έχω συμπεριλάβει αρκετές φορές προσωπικά μου βιώματα στα μυθιστορήματά μου. Δεν θα το χαρακτήριζα επώδυνο αυτό, δεδομένου ότι δεν είναι απαραίτητο πως πρόκειται για τέτοιου είδους βιώματα. Η αντικειμενική προσέγγιση, συγγραφικά, για μένα τουλάχιστον είναι μονόδρομος. Εγώ γράφω μεν, αλλά ο ήρωας είναι που βιώνει. Αυτός είναι που με καλεί να τον αποτυπώσω. Είπαμε, έχει δική του αυτόνομη πορεία, δική του βούληση…

5) Στα βιβλία σας έχετε καταπιαστεί με πολλά και διαφορετικά θέματα, ενώ κυρίαρχο ρόλο μπορούμε να πούμε ότι παίζει η ίδια η ζωή και η πραγματικότητα με τα πιο απρόβλεπτα και "απίθανα" σενάριά της. Θεωρείτε, ίσως, ότι η ζωή αποτελεί μια σημαντική και ανεξάντλητη "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;

Προφανώς. Η ίδια η ζωή. Αστείρευτη δεξαμενή πρωτογενούς υλικού. Φτάνει να έχουμε τα μάτια και τα αυτιά μας ανοιχτά, να είμαστε καλοί δέκτες και να μην αφήνουμε τη ζωή και τις εμπειρίες της να περνούν από πάνω μας όπως το νερό πάνω από το φτέρωμα της πάπιας…

6) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Δεν θεωρώ το επιστημονικό υπόβαθρο ως αναγκαία και ικανή συνθήκη για να γραφτεί ένα βιβλίο ή ένα καλό βιβλίο, ούτως ειπείν. Για να γραφτεί ένα βιβλίο που θα αγγίξει τις καρδιές κι ίσως να μείνει και στην Ιστορία, αρκεί μια γόνιμη φαντασία και μια αλήθεια στην προσέγγιση. Το επιστημονικό υπόβαθρο ωστόσο βοηθάει στην ορθή χρήση της γλώσσας και ενδεχομένως στην ευχερέστερη αποτύπωση των ιδεών.

7) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Ενώ το κανάλι είναι μονίμως ανοιχτό και η έμπνευση ρέει μέσα μου μαζί με το αίμα μου, για κάποιον λόγο μυστηριώδη που δεν τον έχω αποκρυπτογραφήσει ποτέ, γράφω αποκλειστικά και μόνο στο δικηγορικό μου γραφείο. Δεν ξέρω ούτε εγώ πώς να το εξηγήσω αυτό. Έχω βέβαια πάντα μαζί μου ένα σημειωματάριο, όπου σημειώνω οτιδήποτε χρειάζεται να σημειωθεί.

8) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο μυθιστόρημά σας αρκείστε στη δική σας μόνο γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε;

Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν έχω μοιραστεί ποτέ με κανέναν καμία μου δουλειά. Έτσι όπως είναι, φρέσκια, ακόμη "αχνίζει" που λένε, την πηγαίνω κατευθείαν στον εκδότη. Έτσι ξεκίνησα με το πρώτο μου βιβλίο και φαντάζομαι έτσι θα πάει το πράγμα μέχρι τέλους.

9) Από τα μυθιστορήματά σας  υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το κάθε βιβλίο σας και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" του καθενός;

Όλα μου τα πνευματικά πονήματα τ’ αγαπώ εξίσου, ωστόσο η μεγάλη μου αδυναμία είναι το τέταρτο παιδάκι μου, με τίτλο «Έσχατοι Καιροί». Το βιβλίο αυτό γράφτηκε το 2004, σε μια εποχή όπου ζούσαμε όλοι εποχές μεγάλης ευμάρειας και ευωχίας, ενόψει και των Ολυμπιακών αγώνων που μας δόξασαν παγκοσμίως, αλλά εμένα κάτι δεν μου πήγαινε καλά – ίσως ήταν το γεγονός ότι λόγω της δουλειάς μου ως δικηγόρου έβλεπα κάποια αχνά, πολύ πρώιμα δείγματα της κρίσης που αχνοφαινόταν κάπου στα βάθη των οριζόντων. Κι έτσι λοιπόν, μέσα σ’ όλο αυτό το πανηγύρι των παχέων αγελάδων, έγραψα τους «Έσχατους Καιρούς», μια αλληγορία που μιλά για την εξέγερση των λαϊκών στρωμάτων λόγω της καταπίεσης που υφίστανται. Όταν κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο, το οποίο ομολογουμένως είναι σκληρό, σχεδόν ωμό, όλοι νόμισαν ότι τρελάθηκα. Δυστυχώς, όχι πολλά χρόνια αργότερα η πραγματικότητα με δικαίωσε - και δεν χάρηκα καθόλου.
Το «Μη Μου Λες Αντίο» είναι μια ερωτική ιστορία ανάμεσα σε μια χριστιανή φοιτήτρια κι έναν μουσουλμάνο δάσκαλο στην πόλη της Κομοτηνής. Το "πίσω από την ιστορία", όπως εύστοχα το θέτετε, είναι ο έρωτας και ως πολιτική πράξη, δεδομένων των ιδιαζουσών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή της Θράκης. Το «Όλα Ήταν Τόσο μα Τόσο Υπέροχα» είναι επίσης μια ερωτική ιστορία, αυτή τη φορά μεταξύ δύο παντρεμένων. Μιλάει για την εμμονή που μπορεί να γεννηθεί στο πρόσωπο του ενός –ή και των δύο– εμπεπλεγμένου σε μια παράλληλη σχέση. Το «Πες πως Ήταν Όνειρο», που επανακυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο με τον τίτλο «Πόσο Λίγο Κρατάει η Ευτυχία», ήταν μια απότομη στροφή που έκανα από τις ερωτικές ιστορίες σε ζητήματα πιο κοινωνικά. Μιλάει για την αλαζονεία της εξουσίας, αλλά και τη λυτρωτική δύναμη της μετάνοιας. Για τους «Έσχατους Καιρούς» αναφέρθηκα στην προηγούμενη παράγραφο. Ακολούθησε το «Θυμάσαι;», μια συλλογή διηγημάτων με παράξενη θεματολογία και αρκετά μεταφυσική χροιά. Το βιβλίο αυτό το έγραψα γιατί ήθελα να δοκιμαστώ σε μικρότερες φόρμες, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα μυθιστορήματά μου είναι τεράστια σε έκταση, κάποιοι μάλιστα αναγνώστες χαριτολογώντας τα αποκαλούν "θηρία". Ύστερα ήρθε το «Χαμένο Χτες», μια επιστροφή στους έρωτες, αλλά με παράδοξη χροιά, μιας και οι ήρωες έχουν μεταξύ τους τεράστια διαφορά ηλικίας. Έπειτα η «Αγαστή Συνεργασία», που μιλά για τα ευτράπελα της ζωής ενός συγγραφέα και τη σχέση του με το εκδοτικό κύκλωμα, τη συγγραφή, το αναγνωστικό κοινό και, η «ιστορία πίσω από την ιστορία», η κοινωνικοπολιτική κατάσταση στην Ελλάδα του 2010. Τέλος, ήρθε η «Παράνοια», η οποία έχει χαρακτηριστεί από τους αναγνώστες της ως "Ευαγγέλιο της κρίσης". Δυο παράλληλες ιστορίες, ενός επιχειρηματία που εξέπεσε οικονομικά, κι ενός μετανάστη από την Αφρική, που έρχεται λαθραία στην Ελλάδα με το όνειρο μιας καλύτερης ζωής. Ώσπου αυτοί οι δυο άνθρωποι συναντώνται.

10) Η συγγραφέας Αναστασία Καλλιοντζή βρίσκει το χρόνο να διαβάζει και για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Μου αρέσει πάρα πολύ το διάβασμα, για δική μου ευχαρίστηση, ορθώς το θέσατε. Διαβάζω τα πάντα για να ενημερώνομαι για το "τι τρέχει" στην εγχώρια και διεθνή εκδοτική παραγωγή. Η ιδιαίτερή μου όμως προτίμηση, η ξεκούρασή μου αν θέλετε, είναι τα Θεολογικά βιβλία – Πατέρες, Δογματική κ.λπ. – ενώ από λογοτεχνία προτιμώ τα αστυνομικά και τις ιστορίες τρόμου. Δεν είμαι σίγουρη γιατί προτιμώ αυτά - μάλλον με έχει επηρεάσει η δουλειά μου ως δικηγόρου.

11) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Θεωρείτε ότι έχετε δεχθεί επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Αγαπημένα μου βιβλία: «Οι Άθλιοι»-Βίκτωρ Ουγκό. «Η Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά»-Χάριετ Μπίτσερ Στόου. «Παραμύθια και Άλλα»-Πηνελόπη Δέλτα. «Κούτζο»-Στήβεν Κινγκ. «Ανεμόσκαλα»-Μιχάλης Σπέγγος. «Κράτα με, η Κιβωτός Σαλπάρει»-Θάλεια Κουνούνη. «Η Απαγωγή του Εκδότη»-Δημήτρης Μαμαλούκας. «Η Καρδιά Κυνηγάει Μονάχη»-Κάρσον Μακ Κάλλερς. «Έγκλημα και Τιμωρία»-Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. «Ασκητική»-Νίκος Καζαντζάκης. Τα συγκεκριμένα βιβλία τα έχω διαβάσει τουλάχιστον τριάντα φορές - έχω κι άλλα αγαπημένα, πολλά, φοβάμαι ότι θα χρειαστούν δέκα σελίδες για να τα αναφέρω όλα. Αγαπημένοι μου συγγραφείς: πολλοί, όμως έχω μεγάλη αδυναμία στον Δημήτρη Μαμαλούκα, στον Μιχάλη Σπέγγο, στην Πηνελόπη Δέλτα και στην Θάλεια Κουνούνη. Η αθωότητα και η αγνότητα της τελευταίας, στη γραφή και στη θεματολογία της, με συγκλονίζει. Από ξένους, λατρεύω Στήβεν Κινγκ, Ντην Κουντς, Γκράχαμ Μάστερτον, Βίκτωρ Ουγκό και, μια καινούργια λατρεία που απέκτησα από την ιδιότητά μου ως μεταφράστριας, την Ιρλανδέζα Τάνα Φρεντς. Έχω επηρεαστεί, έχω την εντύπωση, από την Πηνελόπη Δέλτα και τον Ντην Κουντς. Ως προς την αμεσότητα με την οποία μπορώ να σερβίρω ακόμα και τα πιο σκληρά πράγματα.

12) Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει, το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε, ή ονειρεύεστε να έχετε συγγράψει εσείς;

Το εμβληματικό έπος του Βίκτωρ Ουγκό «Οι Άθλιοι». Εγώ αποκλείεται να το είχα γράψει καλύτερα από τον συγγραφέα του. Όταν με θάψουν, θα ήθελα κάποιος καλός άνθρωπος να έρθει και να αφήσει ένα αντίτυπο στον τάφο μου, δημόσια παράκληση.

13) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει, γενικώς. Για να διευρύνει τους ορίζοντές του.  Για να βιώνει. Για να νιώθει. Για να καταγράφει. Πολίτης του κόσμου είναι άλλωστε, αιώνιος συνοδοιπόρος, παρατηρητής των ανθρώπων. Οφείλει να γεμίσει μέσα του με εικόνες τόσες που να μην χωράνε άλλες. Στη σημερινή εποχή, βέβαια, δεν είναι εύκολο για έναν συγγραφέα να ταξιδεύει. Μας λείπει μια βασική προϋπόθεση, αναγκαία και ικανή συνθήκη: λεφτά… J

14) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Προσωπικά πιστεύω πως ο συγγραφέας πρέπει να υπακούει μονάχα στην έμπνευσή του. Μόνο αυτή εμπεριέχει αλήθεια και συνέπεια. Οι πεπατημένες, η ασφάλεια, η σιγουριά, οι εμμονές, το μη-ρίσκο δεν ταιριάζουν στην έννοια και τον ορισμό του καλλιτέχνη. Το αναγνωστικό κοινό, υποθέτω, αγαπάει τον συγγραφέα περισσότερο για τον τρόπο γραφής του και τη γενικότερη "αύρα" που αποπνέουν τα έργα του, παρά για τη θεματολογία αυτή καθαυτή. Μιλώντας για μένα, δεν δίστασα ποτέ να ρισκάρω, πειραματιζόμενη θεματολογικά. Κατ’ εμέ, η μεγαλύτερη ανάγκη που πρέπει να εκπληρώνεται είναι να βγάζει ο συγγραφέας από μέσα του αυτό που θέλει να πει, όποιο κι αν είναι το κόστος. Μου είναι αδιανόητο π.χ. να εξαντλούσα όλη μου τη συγγραφική πορεία αποκλειστικά στους έρωτες, επειδή έτυχε να γίνει μεγάλη επιτυχία το πρώτο μου βιβλίο που είχε ερωτική θεματολογία. Ρίσκαρα πολύ, έως πάρα πολύ θα έλεγα. Δεν το μετάνιωσα ποτέ.

15) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "κεντρίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι καθαρά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Εξαρτάται από το ποιος είναι ο σκοπός για τον οποίο γράφουν οι συγγραφείς. Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα να διαβάσω ένα πιο "ανάλαφρο", αν μπορούμε να το πούμε έτσι, βιβλίο. Θεωρώ ότι κι αυτό εκπληρώνει κάποιον σκοπό, κάτι έχει να προσφέρει σε κάποιον. Μόνο για μένα μπορώ να μιλήσω. Εμένα ανέκαθεν ο σκοπός μου ήταν να προβληματίσω, να κεντρίσω, να κινητοποιήσω. Μη φανταστείτε πως θεωρώ τον εαυτό μου υπηρέτη της "στρατευμένης τέχνης", ουχί, ποσώς. Απλά να, μαζεύω μέσα μου τόσο υλικό από τη δουλειά μου ως δικηγόρου, που κάπως πρέπει να το εκτονώσω για να αποφορτιστώ, αλλά και για να μάθει ο κόσμος ότι υπάρχει και άσχημο πρόσωπο στη ζωή, να μην του έρχονται όλα ξαφνικά και κυριευθεί από κατάπληξη… Δεν ξέρω ακριβώς αν "επιδιώκω" να περάσω μηνύματα, σίγουρα όμως, μέσα από τις ιστορίες των ηρώων μου, προσπαθώ να περάσω το μήνυμα να μην το βάζουμε ποτέ κάτω. Όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα, ακόμα και ζοφερά. Πρέπει να παλεύουμε μέχρι την τελευταία μας ανάσα. Και κάτι ακόμα: για μένα έχει μέγιστη σημασία η έννοια της θυσίας. Ο άνθρωπος καμιά φορά θυσιάζεται για έναν σκοπό που είναι ιερός. Κάποιοι αναγνώστες στενοχωριούνται όταν π.χ. ορισμένοι ήρωες πεθαίνουν άδοξα πάνω στο καθήκον, μα εγώ το βλέπω αλλιώς: υπάρχει σπουδαιότερο και πιο αισιόδοξο πράγμα από το να είσαι έτοιμος να δώσεις και τη ζωή σου ακόμα για έναν ιερό σκοπό; Σε ό,τι αφορά το αναγνωστικό κοινό, όπως είναι αναμενόμενο, απευθύνομαι σε όλους – και δοξάζω τον Θεό που υπάρχουν άνθρωποι που καταλαβαίνουν τι θέλω να πω μέσα από τα βιβλία μου. Τους ευχαριστώ όλους.

16) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει  πηγή έμπνευσης για ένα συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Φυσικά και η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για έναν συγγραφέα. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει κιόλας. Στον αντίποδα, υπάρχει μια τάση από το αναγνωστικό κοινό να θέλει να "ξεφεύγει" από τον ζόφο που ζούμε. Προσωπικά το βρίσκω μάταιο, διότι το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο του ως διά μαγείας, αλλά απ’ την άλλη δεν βρίσκω και απολύτως τίποτα το κακό στο να θέλει ένας αναγνώστης να περάσει λίγες ώρες ξεγνοιασιάς, ταξιδεύοντας μακριά από τον ζόφο του σήμερα μέσα απ’ τις σελίδες ενός βιβλίου. Το καλύτερο μάλλον θα ήταν ένας συνδυασμός, κάτι σαν το «μέτρον άριστον» που ευαγγελίζονταν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Σε ό,τι με αφορά πάντως, ακόμα και το βιβλίο που ετοιμάζω τώρα, κοινωνικό είναι. Για τον ζόφο μιλάει. Δεν μπορώ να γράψω τίποτ’ άλλο μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες υποδούλωσης που ζούμε. Συγχωρήστε με… ντρέπομαι L

17) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των περισσοτέρων βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Κανέναν ενδοιασμό δεν είχα, διότι είχα την ορμή του ερασιτέχνη πρωτοεμφανιζόμενου και, πιστέψτε με, ακριβώς έτσι νιώθω και τώρα, έπειτα από τόσα χρόνια και τόσα βιβλία… Φυσικά και θέλω να πηγαίνουν καλά τα βιβλία μου, διότι αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος που καταλαβαίνει αυτό που θέλω να πω, όμως όχι, δεν μπορώ να πω πως αγωνιώ ως προς την αποδοχή που θα τύχουν τα βιβλία μου. Αυτό συμβαίνει μάλλον γιατί ποτέ δεν είδα τον εαυτό μου ως επαγγελματία συγγραφέα - θα παραμείνω ερασιτέχνης στο διηνεκές. Επειδή η θεματολογία των βιβλίων μου είναι ποικίλη και ίσως και λίγο περίεργη, στο πέρασμα των χρόνων νομίζω πως έχω φανατικούς αναγνώστες… και το αντίθετο J

18) Εσείς, με  την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Να μη φοβηθούν τίποτα. Να προχωρήσουν, να βγάλουν από μέσα τους τη βάσανο, να την κάνουν λόγο, να γίνει βιβλίο, να εκδοθεί και να φτάσει ως την άκρη του κόσμου. Η τέχνη είναι το μόνο πράγμα που σε περνάει στην αθανασία. Βέβαια αν ο σκοπός τους είναι να βγάλουν χρήματα, ας έχουν υπόψη ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος της απογοήτευσης. Δεν είναι όμως το χρήμα το ζητούμενο εδώ. Αν έρθει, καλώς να ορίσει. Αλλά κι αν δεν έρθει, θα ξέρουν τουλάχιστον ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος στον οποίο έκαναν ένα μεγάλο καλό: τον έχουν ταξιδέψει.

19) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία αλλά, ειδικότερα, στην πρόσφατη επανέκδοση του υπέροχου  μυθιστορήματός σας «Μη Μου Λες Αντίο», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Σας ευχαριστώ κι εγώ από καρδιάς για την τιμή της φιλοξενίας και τις θερμές ευχές σας! Από μένα, όπως είπα και λίγο παραπάνω, να περιμένετε κάτι βγαλμένο μέσα από τούτες τις μέρες… από την εποχή μας. Από τη ζωή.

Βιογραφία Αναστασίας Καλλιοντζή:

Η Αναστασία Καλλιοντζή γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από τη Νομι­κή Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπι­στημίου Θράκης το 1995 και από το 1997 ασκεί τη μαχόμενη δικηγορία.

Εργογραφία:
«Μη μου λες αντίο»
, 2000.
«Όλα ήταν τόσο, μα τόσο υπέροχα…», 2001.
«Πες πως ήταν όνειρο», 2003.
«Έσχατοι καιροί», 2005.
«Θυμάσαι;», 2006.
«Χαμένο χτες», 2009.
«Αγαστή συνεργασία», 2010.
«Παράνοια», 2011.

Περισσότερες πληροφορίες για την συγγραφέα και το έργο της στο επίσημο προφίλ της στο site των εκδόσεων Μεταίχμιο: http://www.metaixmio.gr/author/3471-.aspx?ContributorPageIndex=1

Βιβλιογραφία Αναστασίας Καλλιοντζή:

«ΜΗ ΜΟΥ ΛΕΣ ΑΝΤΙΟ» (2016)
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 728
Τιμή: 14,94 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Δύο ιστορίες, δύο άνθρωποι που κανονικά μάλλον δε θα συναντιούνταν ποτέ· όμως η μοίρα είχε αλλιώς αποφασίσει, ήταν γραφτό. Και τους έφερε κοντά. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται ένας μεγάλος έρωτας. Ένας έρωτας απρόβλεπτος, απόλυτος και καταλυτικός, καταστροφή αλλά και αναγέννηση, παράδεισος και κόλαση, από αυτούς τους έρωτες που είναι τόσο τέλειοι, ώστε να προκαλούν τη μήνι των θεών, ένα ασυγκράτητο πάθος που αναζητά απελπισμένα την ολοκλήρωσή του, με κάθε θυσία, με κάθε τίμημα. Κι όλα αυτά με φόντο την πόλη της Κομοτηνής, μιας πόλης ερωτικής, που όσοι πέρασαν από εκεί, έστω και για λίγο, την κουβαλάνε πάντα μέσα τους και νιώθουν παντοτινά αποτυπωμένο σε κάθε μόριο του κορμιού τους το άρωμα Ανατολής που αποπνέει.
Καλό σας ταξίδι στον ονειρικό κόσμο των μυστικών, καλά κρυμμένων πόθων.

Το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη από τον σκηνοθέτη Μανούσο Μανουσάκη και πρωταγωνιστές τη Θάλεια Ματίκα και τον Μέμο Μπεγνή.»

«ΠΟΣΟ ΛΙΓΟ ΚΡΑΤΑΕΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ» (2014)
Εκδόσεις: Μεταίχμιο (Επανέκδοση του «Πες Πως Ήταν Όνειρο»)
Σελίδες: 760
Τιμή: 14,88 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Τι θα μπορούσε να συμβεί όταν απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, μεγαλειώδεις μέσα στην ανθρώπινη φύ­ση τους, βρίσκονται άθελά τους μπλεγμένοι στα δίχτυα μιας εξαιρετικά επικίνδυνης συνωμοσίας που απειλεί να εξαλείψει καθετί καλό και αγαθό, κάνο­ντας τους πάντες υποχείρια ενός αρχομανούς, ιδιο­φυούς επιστήμονα;
Πώς θα μπορέσει μια αγάπη να γεννηθεί και να ανθίσει σ’ έναν κλοιό βίας και θανάτου;
Η ελπίδα και η πίστη στην καλοσύνη της ανθρώ­πινης ψυχής νικά εμπόδια ανυπέρβλητα. Κι αν το τέλος δεν είναι παραμυθένιο, η ίδια η ζωή είναι έ­να θαύμα, ένα όνειρο…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου