Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Προδημοσίευση «ΛΙΓΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ», του Ισιδώρου Ζουργού – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Προδημοσίευση «ΛΙΓΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ», του Ισιδώρου Ζουργού – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Πατάκη
Σελίδες: 576
Τιμή: 17,91 €
Κυκλοφορεί: 31/3/2017

          Ο Ισίδωρος Ζουργός είναι ένας συγγραφέας από εκείνους τους σπάνιους που ανεβάζουν την ελληνική λογοτεχνία ένα "σκαλί" ψηλότερα. Ένας πραγματικός "τεχνίτης του λόγου" του οποίου το κάθε βιβλίο αποτελεί εκδοτικό γεγονός και το αναμένουν ανυπόμονα όλοι οι πολυάριθμοι αναγνώστες του. Το νέο μυθιστόρημα του εξαίρετου λογοτέχνη, λοιπόν, κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Πατάκη με τίτλο «Λίγες Και Μία Νύχτες», από το πρώτο κεφάλαιο του οποίου έχουμε την χαρά και την τιμή να φιλοξενούμε ένα εκτενές απόσπασμα. Ευχαριστώ θερμά τις αγαπημένες εκδόσεις Πατάκη για την παραχώρηση του ακόλουθου αποσπάσματος και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις πρώτες σελίδες του νέου εξαιρετικού και πολυαναμενόμενου μυθιστορήματος του αγαπημένου συγγραφέα. Ευχόμαστε ολόψυχα καλοτάξιδο και κάθε επιτυχία! 

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:


«Την άνοιξη του 1909 ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ εξορίζεται στη Θεσσαλονίκη και μένει έγκλειστος σε μια εντυπωσιακή έπαυλη.  Εκεί, κατά το μυθιστόρημα και μόνο, θα διηγηθεί για μερικές νύχτες σ’ ένα μικρό κορίτσι τη ζωή του. Ένα εντεκάχρονο όμως αγόρι κρυφακούει…

Εβδομήντα χρόνια μετά θα υπάρχει ακόμη μια νύχτα, μάλλον μια ζωή ολόκληρη σε μία μόνο νύχτα, άλλωστε στον 20ο αιώνα συχνά αργούσε να ξημερώσει.

Το Λίγες και μια νύχτες παίρνοντας αφορμή από την ερωτική ιστορία που φωλιάζει στην καρδιά της αφήγησης, είναι ένα μυθιστόρημα για το κυνήγι του πλούτου και την αναζήτηση της ευτυχίας. Το βιβλίο αναπλάθει μια μαγευτική συνοικία έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης, αυτή των Εξοχών, που έσβησε για πάντα. Είναι ακόμη μια γραφή για τα σπίτια, φτωχικά και πλούσια, για το μέσα και το έξω τους, για τους τοίχους και τα έπιπλα όπου υφαίνονται οι ανάσες ζώντων και τεθνεώτων.

Το Λίγες και μία νύχτες εμπεριέχει ακόμη με κάποιο τρόπο τον σχολιασμό του, διερωτάται πίσω από την κουίντα για τα άγονα χωράφια της γραφής, τα εργαστήριά της, τις αστοχίες και τα πάθη της, είναι με άλλα λόγια το κοίταγμα του ίδιου του μυθιστορήματος στον καθρέφτη.

Πέρα όμως και πάνω από όλα είναι ένα βιβλίο για την ανήκεστο βλάβη της ύπαρξης που προκάλεσε ο πιο δημεγέρτης αιώνας, ο εικοστός.» 

Απόσπασμα:

Κεφάλαιο 1ο 

Ο γέρος στο βαγόνι

Σιδηροδρομικός σταθμός, 22 Απριλίου 1909,
ευρωπαϊκή ώρα 22.45´

Θηρίο μ’ ένα κίτρινο μάτι μες στη νύχτα. Είναι σιδερένιο, είναι τρένο, είναι βρόμικο απ’ τον καπνό και νεφελώδες απ’ τους υδρατμούς που βγάζουν τα ίδια του τα σπλάχνα. Έφυγε απ’ τον σταθμό του Σιρκετζί[1]  στην Κωνσταντινούπολη και ταξιδεύει εδώ και είκοσι ώρες. Μέχρι στιγμής πρόλαβε ο δρόμος να του νυχτώσει δυο φορές και μια να ξημερώσει. Είναι ένα τρένο στοιχειωμένο, που κουβαλάει λίγους επιβάτες κι έναν αιμοσταγή βασιλιά.
Στο πολυτελές βαγόνι ακουμπούσε το γέρικο κεφάλι του στο τζάμι για ώρες. Ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης και της δεύτερης νύχτας του ταξιδιού κοιτάζοντας έξω σιωπηλός τις ασημένιες σκιές των δέντρων και των χαμηλών σπιτιών. Χάζευε τα είδωλα που έπλαθε το φεγγαρόφωτο και προς στιγμήν τού φάνηκε πως κάπου ανέμιζε μια σημαία με σελήνη – όχι αυτή της δικής του αυτοκρατορίας αλλά της νύχτας, αυτής της επικράτειας που κρατάει για πάντα.
Το τρένο ετοιμάστηκε από την Επαναστατική Επιτροπή μέσα σε λίγες ώρες ειδικά γι’ αυτόν, ένα τρένο έρημο για να τον στείλει μακριά απ’ την Κωνσταντινούπολη, για να τον εξορίσει. Τον μονάρχη συνοδεύουν οι δυο μικροί του γιοι, τρεις απ’ τις γυναίκες του, υπασπιστές, ένα τσούρμο υπηρέτες και η φρουρά που τον επιτηρεί μ’ ένα σφίξιμο στο στήθος. Δεν είναι πολύς ο καιρός που ο πατισάχ δεν είναι παντοδύναμος και οι υπήκοοί του θέλουν τον χρόνο τους για να το συνηθίσουν.
Στον σιδηροδρομικό σταθμό της Σαλονίκης δεν υπάρχουν επίσημοι να τον υποδεχτούν, μόνο μια ντόπια φρουρά κι ο διοικητής της Σχολής Χωροφυλακής, ένας Ιταλός στρατηγός, ο Ντε Ρομπιλλάν, που μιλάει σπασμένα τα οθωμανικά.
Ο Ιταλός διοικητής δείχνει στον έκπτωτο μονάρχη να μπει στο αυτοκίνητό του· εκείνος αρνείται. Ο ξεδοντιασμένος από την εξουσία σουλτάνος θέλει άμαξα να τον ταξιδέψει, θέλει ν’ ακούει οπλές στο λιθόστρωτο, τρίλιες από χάμουρα που κουδουνίζουν, θέλει να μυρίζει τις ανάσες των αλόγων που αχνίζουν στην υγρασία της νύχτας.
Φέρνουν μιαν άμαξα που ξεκινάει μέσα από στενούς δρόμους και σκοτεινούς. Οι εντολές του κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» είναι σαφείς: η μεταφορά πρέπει να γίνει διακριτικά, αν γίνεται και μυστικά, μακριά από το θορυβώδες Κέντρο και την παραλία όπου όλα τα καφέ σαντάν είναι ακόμη ανοιχτά και οι λάμπες του φωταερίου προδίδουν την κάθε κίνηση. Πάνε δυο μέρες που η Θεσσαλονίκη, σημαιοστολισμένη και φωταγωγημένη, γιορτάζει την εκθρόνιση του σουλτάνου· άλλωστε η έδρα της Επαναστατικής Επιτροπής ήταν πάντα εδώ. Η ίδια η αιτία της χαράς της, ο εξόριστος πατισάχ, έρχεται ίσια μες στον κόρφο της, αλλά είναι ακόμη νύχτα και η πόλη δεν το ξέρει.
Ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ κάθε τόσο τραντάζεται στη θέση του στην άμαξα καθώς τα στενά τής Άνω Πόλης είναι γεμάτα λακκούβες. Η μεγάλη μύτη του τρέχει από την υγρασία, κρατάει στο αριστερό χέρι ένα μαντίλι και με το άλλο γαντζώνεται γερά απ’ τη χειρολαβή, γιατί οι στροφές και οι τρύπες στα καλντερίμια δεν έχουν τέλος.
Κατηφορίζουν απ’ τα ανατολικά τείχη ενώ αριστερά διακρίνονται τα φώτα του Δημοτικού Νοσοκομείου Χαμιδιέ, που έχει τ’ όνομά του. Η «Σκιά του Θεού επί της Γης» φρόντιζε τους υπηκόους του για τριάντα-τόσα χρόνια. Αυτοί, συλλογίζεται θλιμμένος, τον αντάμειψαν με απαγωγή και φυλάκιση σ’ ένα άδειο τρένο.
Η ψυχή του πατισάχ και τα λαγόνια του κάπως γαληνεύουν όταν τσουλάνε στους κυβόλιθους της Λεωφόρου Χαμιδιέ, που έχει κι αυτή τ’ όνομά του. Κάπως ηρεμεί μιας κι από κει βλέπει τη θάλασσα – ένα κομμάτι σπασμένου καθρέφτη που γυαλίζει απ’ τη φωταύγεια της σελήνης. Κάτω απ’ το μαρμάρινο σιντριβάνι στην αρχή της λεωφόρου ο αλμυρός αέρας του Κόλπου είναι μυρμήγκιασμα στα γένια του. Στο μεταξύ ο αμαξάς καμτσικώνει τ’ άλογα, καθώς βιάζονται να περάσουν γρήγορα τον αριστοκρατικό δρόμο που ’ναι γεμάτος προξενεία, ενώ υπάρχουν πολλά μάτια πίσω απ’ τις κουρτίνες και κάποια καφενεία είναι ακόμη ανοιχτά.
Η άμαξα έστριψε αριστερά για την επόμενη λεωφόρο. Ο μονάρχης άφησε απ’ τα μάτια του τη θάλασσα και το βλέμμα του αιχμαλωτίστηκε στη μονοτονία των γραμμών του τραμ. Μέσα απ’ αυτές τις ράγες γυρίζει πενήντα χρόνια πίσω και θυμάται που είχε επισκεφτεί αυτήν την πόλη νεαρός πρίγκιπας. Τώρα αναρωτιέται πού τον οδηγούν αυτές οι σιδερένιες γραμμές – ίσως σε κάποιο μνήμα που χάσκει ανοιχτό και τον περιμένει.
Σε αυστηρή στοίχιση προπορεύονται έφιπποι αστυνομικοί που καλπάζουν σε ζευγάρια. Έχουν μαρμάρινους λαιμούς και κοιτάζουν μόνο μπροστά. Πίσω από την άμαξά του ακολουθεί ένα μικρό καραβάνι, που σέρνει τα υπολείμματα του κόσμου του από το ανάκτορο του Γιλδίζ, που το άφησε για πάντα.
Αυτή η λεωφόρος που τώρα διασχίζουν φαίνεται εντυπωσιακή: πεζοδρόμια αριστερά και δεξιά, δεντροστοιχίες, φωτισμός, μεγαλοπρεπείς επαύλεις με πύργους και θαλερούς κήπους που ξεχωρίζουν πίσω από ψηλά κάγκελα. Ο σουλτάνος δεν πολυκοιτάζει, ενώ κάπου κάπου τα μάτια του κλείνουν – είναι γέρος πια. Χαϊδεύει μόνο την αριστερή παλάμη με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού· φαίνεται κάτι να αναζητεί ψαύοντας τις γραμμές του χεριού του. Αν η μοίρα του είναι ανάγλυφη πάνω στο δέρμα, ο πατισάχ δε θ’ αργήσει ως χειρομάντης να την ανακαλύψει.
}
Είχε αρχίσει να φέγγει. Η πόλη σε λίγο θα ξυπνούσε. Ο Λευτέρης, άνιφτος ακόμη, φορτώθηκε το μουσλούκι[2]  και πήγε να το γεμίσει στην κοντινή δημόσια κρήνη. Η μάνα κοιμόταν. Ο ύπνος την έπαιρνε συνήθως πριν απ’ τα χαράματα, όταν σταματούσε ο βήχας. Η θάλασσα, που ήταν δυο βήματα κοντά, έστελνε τη μυρωδιά από τα φύκια της ακτής και τη νοτισμένη άμμο, που περίμενε το ανέβασμα του ήλιου για να ξεράνει την πέτσα της.
Πατέρας και γιος θρυμμάτισαν ξερό ψωμί στο ζεστό γάλα κι άρχισαν να τρώνε σιωπηλοί. Από τη μέσα κάμαρη ακουγόταν βαριά η ανάσα της μάνας. Ο Λευτέρης χτύπαγε επίτηδες το κουτάλι στο εμαγιέ πιάτο, γιατί υπήρχαν στιγμές που δεν άντεχε ν’ ακούει τον ρόγχο της. Ο πατέρας του έτρωγε ανέκφραστος και δεν τον πολυκοίταζε. Ο γιος του ήταν πια έντεκα χρονών, δεν είχε ανάγκη από κανακέματα.
Βγήκαν απ’ το σπίτι και πήραν τον χωματόδρομο που έβγαζε στη Λεωφόρο των Εξοχών. Στάθηκαν μπροστά στο αγίασμα της Αγίας Σολομονής. Ο πατέρας σταυροκοπήθηκε, κι ύστερα, όπως κάθε πρωί, οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο Λευτέρης τράβηξε κατά το κέντρο της πόλης, όπου ήταν τα πρακτορεία των εφημερίδων, και ο κυρ-Γιάννης ο Ζεύγος ανατολικά, στους κήπους των επαύλεων, στη βίλα του Αλλατίνι πάνω απ’ τους μύλους, εκεί όπου τέλειωνε η λεωφόρος με τις επαύλεις κι άρχιζε ο δρόμος για τη Γεωργική Σχολή.
Ο Λευτέρης κοντοστάθηκε για να χαζέψει το τραμ που περνούσε. Ήταν γεμάτο κουστουμαρισμένους άντρες με κρεμ καπέλα και κολλαρισμένους γιακάδες. Οι πιο πολλοί δούλευαν στον φραγκομαχαλά και στο Λιμάνι, στις τράπεζες και στα ναυτιλιακά γραφεία. Μια φορά είχε πάρει κι αυτός το τραμ για να πάει κάτω στο πρακτορείο να φορτωθεί εφημερίδες. Ήταν γιατί την προηγουμένη είχε χωθεί ένα καρφί στην πατούσα του κι έσερνε το πόδι σβαρνώντας το χώμα απ’ όπου περνούσε. «Μια φορά» λέγοντας εννοούμε με εισιτήριο, γιατί πολλές φορές αθέατος απ’ τον καθρέφτη του οδηγού είχε πηδήξει κι είχε σκαλώσει στην ουρά του βαγονιού. Το έκανε συνήθως μεσημέρια στη ζέστη και στο μεγάλο στρίμωγμα ζητώντας απ’ τους επιβάτες συνένοχη σιωπή. Έβαζε το δάχτυλο μπροστά στα χείλη και παρακαλούσε με το βλέμμα ασπροντυμένες καμαριέρες και γκουβερνάντες, οι οποίες κατέβαιναν κάπου στις επαύλεις του Αθ. Σωσσίδη, του Χρ. Γεωργιάδη, των Χατζημήσεφ, του Λεβή Μοδιάνο, των Άμποτ, του Περ. Χατζηλαζάρου…
Τάχυνε το βήμα γιατί ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Πέρασε έξω απ’ το ζυθοπωλείο Μικρός Κήπος όπου είδε έναν σερβιτόρο να σκουπίζει την αυλή.
«Άργησες, Λευτεράκη, μεσημέριασε!» του φώναξε.
Άνοιξε κι άλλο το βήμα και βούτηξε ως τον αστράγαλο στο νερό που κατέβαζε ο χείμαρρος παραδίπλα. Στο καφενείο του Λευκού Πύργου είχαν κιόλας καθίσει οι πρώτοι πελάτες και ρουφούσαν τον πρωινό τους καφέ. Κατάλαβε πως η ώρα είχε περάσει για τα καλά κι άρχισε να τρέχει. Βγήκε στη Λεωφόρο Χαμιδιέ και πέρασε σφεντόνα μπροστά απ’ το καφενείο Ο Παρθενών. Έκοψε τον δρόμο στη μέση κι έφτασε στο απέναντι πεζοδρόμιο αποφεύγοντας κάτι αλογίσιες κοπριές που άχνιζαν. Χώθηκε στα στενά της παλιάς πόλης, εκεί όπου έβλεπαν τον ήλιο μόνο το καταμεσήμερο.
}
Όταν ο Γιάννης Ζεύγος αντίκρισε τη βίλα από μακριά, είδε κόσμο συγκεντρωμένο έξω απ’ τα κάγκελα. Πλήθος οι ένστολοι ακόμη και μες στην αυλή ως το βάθος της, εκεί όπου ξεκινούσαν τα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Παραμέρισε κάποιους περίεργους σπρώχνοντας με τους αγκώνες αριστερά και δεξιά, ώσπου έφτασε στη θεόρατη καγκελόπορτα. Δε χρειαζόταν να ρωτήσει τι συνέβαινε· απ’ τις κουβέντες του πλήθους είχε καταλάβει: ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ήταν φυλακισμένος στην Έπαυλη Αλλατίνι.
Δύο χωροφύλακες με βλοσυρό ύφος τον σταμάτησαν στην είσοδο κι αυτός άρχισε τσάτρα πάτρα να τους εξηγεί στα οθωμανικά: δούλευε, τους είπε, κηπουρός εδώ και χρόνια στη βίλα, τις μισές μέρες της βδομάδας του εκεί τις περνούσε· ας ρωτούσαν και τον κύριο διευθυντή της Χωροφυλακής, που ίσαμε προχθές έμενε αυτός στη βίλα. Σε μια επιπλέον προσπάθεια πέρασε το δάχτυλο ανάμεσα στα κάγκελα και τους έδειξε το παράσπιτο, όπου φύλαγε τα εργαλεία του.
Ένας απ’ τους χωροφύλακες του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Ο κυρ-Γιάννης κράτησε στο χέρι του το καπέλο και υπάκουσε. Καθώς περπατούσε, έβλεπε γύρω του φοβισμένος αυτό που συνέβαινε. Όλη η αχανής αυλή με τους κήπους φιλοξενούσε μέσα της ένα μικρό άλσος από γυαλισμένες μπότες και ξίφη. Αξιωματικοί του στρατού και της αστυνομίας σε μικρές συντροφιές κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα. Συνέχισε να βαδίζει πίσω απ’ τον ψηλό χωροφύλακα πατώντας στο άσπρο χαλίκι με το οποίο είχε στρώσει αυτός ο ίδιος το μονοπάτι. Πάνω του τα δέντρα με τις φωλιές των πουλιών, πεύκα τα πιο πολλά και σφεντάμια, στην άκρη στα κάγκελα δάφνες και μυρτιές· τα ’ξερε όλα ένα προς ένα. Μάλιστα τους είχε δώσει και ονόματα, αλλά δεν το είχε πει σε κανέναν γιατί ντρεπόταν. Πέρασε δίπλα από τα σκαλισμένα παρτέρια του· χθες ακόμη είχε φυτέψει μέσα τους την ίδια την άνοιξη σε σπόρους. Πώς είχαν όμως έτσι αλλάξει τα πράγματα από χθες;
Στους στάβλους, μια αποθήκη με άχυρο είχε μετατραπεί σε Φρουραρχείο. Ένας αξιωματικός με τσιγκελωτό μουστάκι τού συμπλήρωσε ένα δελτίο εισόδου και το γέμισε σφραγίδες.
«Να το δείχνεις στην πόρτα», τον πρόσταξε, «πιο πολύ τις πρώτες μέρες, ώσπου να σε μάθουν οι φρουροί».
Βγήκε κρατώντας μαζί με το καπέλο κι αυτό το χαρτί. Σήκωσε προς στιγμήν τα μάτια στα παράθυρα του πρώτου ορόφου. Είχε συνηθίσει εδώ και καιρό να βλέπει την οικογένεια του διευθυντή της Χωροφυλακής, του Ρομπιλλάν πασά. Μέχρι χθες κατοικούσαν στη βίλα, αλλά αναγκάστηκαν να μετακομίσουν μέσα σε λίγες ώρες. Έβγαλαν έξω τους ανθρώπους και σε μία νύχτα τούς πήγαν αλλού. Αυτός ο σουλτάνος ήταν θεομηνία. Ήταν ήρεμοι άνθρωποι και δια-κριτικοί η οικογένεια του διευθυντή, κι αυτός, ο κυρ-Γιάννης ο κηπουρός τους, είχε συνηθίσει να δουλεύει μες στην ησυχία. Δύο φρουρούς είχε όλους κι όλους ο Ρομπιλλάν πασάς που εναλλάσσονταν μέρα και νύχτα, κι ο Γιάννης τούς ήξερε καλά. Τώρα ο κόσμος όλος είχε γεμίσει λοφία και καπέλα. Πώς ήρθε έτσι ο κόσμος ανάποδα; συνέχισε να αναρωτιέται. Πώς ένας σουλτάνος μπερδεύτηκε ανάμεσα στους κισσούς και στις τριανταφυλλιές του;
«Μα είναι πράγματι ο σουλτάνος;» αναρωτήθηκε φωναχτά μη μπορώντας να το πιστέψει, και κοίταξε πάλι στα μεγάλα παράθυρα του πρώτου ορόφου.
Είχε δει τους προηγούμενους μήνες κάτι σκίτσα που κυκλοφορούσαν σε ξένες εφημερίδες και σε καρτ ποστάλ. Άσχημος ήταν ο πατισάχ, κοντός, με καμπούρα, μεγάλη μύτη και λάγνο ύφος. Πολλά βράδια τούς έφερνε ο Λευτέρης στο σπίτι περιοδικά, που τα επέστρεφε στο πρακτορείο το επόμενο πρωί. Η γυναίκα του, η Ζιζέλ, τους διάβαζε και τις γαλλικές εφημερίδες. Ο ξένος Τύπος μιλούσε για ερωμένες και σκλάβες, όργια και αίμα πολύ, τον αποκαλούσε «Ο κόκκινος σουλτάνος». Απ’ το μαχαίρι του είχαν περάσει χιλιάδες, έτσι έγραφαν, και χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Στους εχθρούς του δεν έκανε διακρίσεις, ήταν σ’ αυτό δημοκρατικός κι ανεξίθρησκος, γιατί τους έσκαβε τον λάκκο με τον ίδιο τρόπο. Αυτή ήταν χειροπιαστή ισότητα κι αδελφοσύνη. Γιατί άραγε οι επαναστάτες του κομιτάτου τον εχθρεύονταν;
Κούνησε το κεφάλι αριστερά δεξιά, για να διώξει τις άχρηστες σκέψεις με τον ίδιο τρόπο που κοσκίνιζε το καστανόχωμα στο ζεμπίλι, για να φύγουν όλα τα χαλίκια, ακόμη και τα πιο μικρά που ήταν σαν φακόσπυρα. Τον περίμενε πολλή δουλειά, καθώς ήταν η εποχή που οι κήποι έπρεπε να σκαφτούν και να φυτευτούν, όμως μ’ όλ’ αυτά τα χαρτιά και τις βούλες είχε καθυστερήσει. Αφού έχωσε το χαρτί με τις υπογραφές στον κόρφο του, κίνησε για την αποθήκη να πάρει σκαπτικά, λιπάσματα και ποταμίσια άμμο. Εκείνη την ώρα ξεφόρτωναν μπροστά στην είσοδο της βίλας, στα μαρμάρινα σκαλιά, μπαούλα και κασέλες.
}
Κάθε μέρα, τουλάχιστον δύο φορές διέσχιζε τη μεγάλη λεωφόρο με τα πόδια· απ’ το καφενείο του Μοδιάνο, που ήταν πέρα κι απ’ τη βίλα του Αλλατίνι, ως το σιντριβάνι της Χαμιδιέ κι από κει στον λαβύρινθο της παλιάς πόλης και πάλι πίσω, για να προλάβει να δώσει ένα χέρι στον πατέρα του που έσκυβε απ’ τα χαράματα πάνω απ’ τα χώματα.
Ξεκινούσε απ’ το πρακτορείο δίπλα στην Οθωμανική Τράπεζα μ’ ένα ξέχειλο καρότσι εφημερίδες και μοίραζε πρώτα τις συνδρομές: Φάρος της Θεσσαλονίκης, Αλήθεια, Γενί Γαζέτα, El Avenir, Asir, Journal de Salonique κ.ά. Ανέβαινε σκάλες, χωνόταν σε γραφεία, σε καφενεία, σε μεγάλα εμπορικά στο Λιμάνι. Όταν τέλειωναν οι συνδρομές, έπαιρνε καμιά πενηνταριά φύλλα και τα έβαζε στο τσουβάλι του, που το είχε μετατρέψει σε σακίδιο για την πλάτη κρεμώντας το απ’ τους ώμους με σχοινιά. Κρατούσε ένα δυο φύλλα στο χέρι, αυτά κυρίως που είχαν τους πιο εμπρηστικούς τίτλους, κι έπαιρνε πάλι τον μεγάλο δρόμο για τις Εξοχές, που ξεκινούσε απ’ το καφενείο του Λευκού Πύργου.
Κάθε τόσο ξεφώνιζε σε τέσσερις πέντε γλώσσες τις εφημερίδες και με τον καιρό είχε μάθει ποιος κατοικούσε πού. Στεκόταν έξω απ’ τα αρχοντόσπιτα και φώναζε με το κεφάλι χωμένο στα κάγκελα τη γλώσσα των ενοίκων: τούρκικα, ελληνικά, λαντίνο, αρμένικα, γαλλικά, βουλγάρικα…
Τις πιο πολλές φορές, αφού ξελάφρωνε κάπως απ’ το βάρος, έστριβε για το Γενί Τζαμί κι έκανε μια στάση στο σπίτι τους, να δει μήπως τον χρειαζόταν η μάνα. Το σπίτι τους ήταν μια παλιά αποθήκη δίπλα στη θάλασσα, που την είχε παραχωρήσει με συμβολικό νοίκι εκείνος ο ευεργέτης του πατέρα του, ο πρώτος και μοναδικός του καπετάνιος.
Πάνε χρόνια που ο Γιάννης ο Ζεύγος είχε μπαρκάρει ναύτης. Με δοκιμή, του είπανε, για λίγους μήνες. Έμεινε τόσο όσο να περιμένει μήπως τα μέσα του τελικά την αντέξουν τη θάλασσα. Απ’ τη Σαλονίκη ως τη Μασσαλία ανέβασε κάμποσο τη στάθμη των κυμάτων ξερνοβολώντας κάθε τόσο με το κεφάλι έξω απ’ την κουπαστή. Βοήθησε ο Θεός κι έπρεπε να σταθμεύσουν στη Μασσαλία λίγες βδομάδες. Εκεί έδωσε όλο του τον εαυτό στη δουλειά, έγινε σκέτος χαμάλης, δούλος σωστός, γιατί τον καπετάνιο τον ντρεπόταν και το φιλότιμο τον έκανε ν’ ανεβοκατεβαίνει δυο δυο τα σκαλιά και τα φουγάρα.
Στη Μασσαλία γνώρισε τη Ζιζέλ. Δούλευε στο καπνοπωλείο του πατέρα της, ένα απ’ τα πρώτα καθώς έβγαινες απ’ το λιμάνι στην πόλη. Ο Γιάννης, μόλις είδε τα μελιά της μάτια, άρχισε να καπνίζει και στον ύπνο του. Πριν βγει εκείνος ο μήνας παντρεύτηκαν. Η μεταστροφή του στη δική της Εκκλησία, την καθολική, έγινε τόσο γρήγορα, που ούτε το κατάλαβε. Έμοιαζε με τσίμπημα κουνουπιού στη διάρκεια ενός μεγάλου ύπνου. Κοιτούσε τη Ζιζέλ υπνωτισμένος από έρωτα, γι’ αυτό τής χάρισε τη θρησκεία των πατέρων του, κράτησε όμως την πόλη του. Φύγανε με το τρένο για τη Σαλονίκη. Αυτή ήταν η προίκα της Ζιζέλ – δυο εισιτήρια για την επικράτεια του σουλτάνου.
Πήραν την παλιά αποθήκη του καπετάνιου και την ασβέστωσαν. Έκαναν πάγκο κουζίνας κι απόπατο. Τράβηξαν λούκι απ’ τη στέγη για να διώχνει τα βρόχινα νερά και κρέμασαν χοντροϋφασμένες κουρτίνες στα παράθυρα, γιατί δεν είχαν παντζούρια κι ούτε ήθελαν τα φιλιά τους να τα βλέπει η θάλασσα.
Ο Γιάννης άφησε τα καράβια της αναγούλας κι άρχισε να σκαλίζει τα χώματα, να φυτεύει, να κλαδεύει, να ξεβοτανίζει. Τον μάγευε αυτός ο άλλος μπάτης, αυτός του χώματος, που μύριζε τη σβουνιά που έριχνε για λίπασμα και το ηλιοψημένο χόρτο. Αγάπησε τη Ζιζέλ και το χώμα, κι έτσι τα μέσα του ηρέμησαν. Ναυτία τον έπιανε σπάνια πια – μόνο όταν του ’μπαινε η ιδέα ότι μπορεί κάποτε να χάσει τη Ζιζέλ.
Ο Λευτέρης γεννήθηκε στα 1898, όπως έλεγε το χριστιανικό ημερολόγιο, καταχείμωνο. Ήταν η χρονιά που ο Ποζέλλι[3]  είχε ολοκληρώσει την Καθολική Εκκλησία, όμως τότε ήταν που κάηκαν η Συναγωγή Ταλμούδ Τορρά και ο παλιός μύλος του Αλλατίνι. Η Ζιζέλ, μετά τη γέννα, σταμάτησε τα μεροκάματα στα καπνομάγαζα κι έμεινε στο σπίτι για να τον αναστήσει με τα στήθια της και με παραμύθια. Λίγα χρόνια αργότερα έπιασε πάλι δουλειά, αυτήν τη φορά σ’ ένα νηματουργείο στα Καραγάτσια, όχι μακριά απ’ την εκκλησία της Ανάληψης. Όταν ο βήχας της άρχισε ν’ ακούγεται παράξενος, την έδιωξαν κακήν κακώς. Λίγες μέρες αργότερα ο Λευτέρης το ’σκασε απ’ το σχολείο. Ύστερα από κάποιους μήνες ο πατέρας του θα τον ξανάστελνε με το ζόρι. Είχε γρήγορα μάθει να διαβάζει και να γράφει. Τα γαλλικά στο μεταξύ τα ’μαθε απ’ τη μάνα του, τα ρούφηξε αβίαστα όπως το γάλα της. Σχολείο του έγιναν πιο πολύ οι εφημερίδες και τα περιοδικά. Είχε μάθει να διαβάζει τις γαζέτες στα κλεφτά ακουμπώντας τες με τα δάχτυλα τόσο απαλά, σαν να ήταν τα χέρια του πόδια της αράχνης· ύστερα έπαιρνες όρκο πως τα φύλλα ήταν ανέγγιχτα.
Εκείνη την πρώτη μέρα του σουλτάνου στην πόλη έστριψε κατά το συνήθιό του απ’ τη λεωφόρο για το σπίτι τους. Από το πρωί η πλάτη του σαν να πονούσε, θαρρείς και το βάρος της πρώτης είδησης ήταν ασήκωτα τούβλα και κεραμίδια όπως αυτά που έβγαζε το εργοστάσιο του Αλλατίνι. Καθώς όμως όλα τα νέα τις τελευταίες μέρες ήταν συνταρακτικά, στο μισό της διαδρομής είχε σχεδόν ξεπουλήσει. Ήταν το καινούριο κίνημα του κομιτάτου στην πρωτεύουσα που εξουδετέρωσε την αντεπανάσταση και εκθρόνισε τον σουλτάνο, ήταν η νέα σφαγή των Αρμενίων στα Άδανα, αλλά πιο πολύ οι φήμες για τον αιχμάλωτο πια Αβδούλ Χαμίτ που τον έφερναν στη Σαλονίκη. Του έμειναν τέσσερις γαζέτες στο χέρι, δυο ελληνικές, μια εβραίικη και μια βουλγάρικη – γι’ αυτήν την τελευταία, όσο και να ξελαρυγγίστηκε έξω απ’ το αρχοντικό του Χατζημήσεφ, δεν του είχε ανοίξει κανείς.




[1] Sirkeci: σιδηροδρομικός σταθμός στο ευρωπαϊκό τμήμα της Κωνσταντινούπολης χτισμένος σε ρυθμό art nouveau· άνοιξε το 1890.
[2]  Μουσλούκι: μεταλλικό βρυσάκι.
[3] Vitaliano Poselli (1838-1918): Ιταλός αρχιτέκτονας που έχτισε μια σειρά από πολύ γνωστά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια στη Θεσσαλονίκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου