Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Συνέντευξη με τον ΝΙΚΟ ΨΙΛΑΚΗ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

κ. Νίκος Ψιλάκης
          Τον εξαίρετο λογοτέχνη Νίκο Ψιλάκη τον γνώρισα συγγραφικά μέσα από το αριστουργηματικό ιστορικό του μυθιστόρημα «Πολυφίλητη», το οποίο πραγματικά με συγκλόνισε και με εντυπωσίασε, καθώς πραγματεύεται την πολυετή πολιορκία του Χάνδακα από τους Οθωμανούς την εποχή της Ενετοκρατίας. Ένα μυθιστόρημα συναρπαστικό και καθηλωτικό, το οποίο δεν "στέκεται" απλά και μόνο στα ιστορικά γεγονότα, αλλά υφαίνεται αριστοτεχνικά γύρω από τους ανθρώπους της εποχής, πραγματικούς και φανταστικούς, τις μεταξύ τους σχέσεις και την πορεία τους κατά τη διάρκεια όλων αυτών των είκοσι τριών μαρτυρικών χρόνων της πολιορκίας. Ευχαριστώ θερμά τον πολυγραφότατο και βραβευμένο συγγραφέα για τον χρόνο που διέθεσε ώστε να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο των «Φίλων Της Λογοτεχνίας», του εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία σε κάθε πόνημά του και ιδιαίτερα στην αγαπημένη μου «Πολυφίλητη» και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις του ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα τον αγαπητό Νίκο Ψιλάκη!

1) Αγαπητέ κ. Ψιλάκη, μας έχετε χαρίσει πολλά αξιόλογα βιβλία, με πιο πρόσφατο το εξαιρετικό ιστορικό σας μυθιστόρημα «Πολυφίλητη», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καρμάνωρ. Ποιο ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Δύσκολο ν' απαντήσω... Δεν ξέρω!
Κάποτε, πριν κλείσω τα έντεκα, πήρα μολύβι και χαρτί, κάθισα κάτω από μια γέρικη ελιά κι άρχισα να γράφω κάτι ανάμεσα στην ιστορία και το παραμύθι. Δεν ξέρω γιατί. Νομίζω πως ήταν η πρώτη μου συνάντηση με τον μαγικό κόσμο της γραφής· η ελιά ήταν μέσα στην ιστορία, είχε ρόλο κι αυτή, όπως είχα κι εγώ. Κι αργότερα, στα δεκαεφτά μου, άρχισα να γράφω το πρώτο μου (αδημοσίευτο, ευτυχώς) μυθιστόρημα. Δεν ξέρω γιατί, μα δεν προσπάθησα να μάθω. Μεγάλωσα ακούγοντας αφηγήσεις, τότε οι άνθρωποι μιλούσαν πιο πολύ, η πραγματικότητα πορευόταν στους ίδιους δρόμους με τη φαντασία, βάδιζαν χέρι - χέρι· τα ξωτικά συναντούσαν ανθρώπους, οι άνθρωποι ζούσαν μέσα κι έξω από τον χρόνο. Κι εγώ συναντούσα ανθρώπους. Βοσκούς, ζευγολάτες, γιαγιάδες που έκαναν τραγούδι την ιστορία και το τραγουδούσαν στις αποσπερίδες της γειτονιάς, παραμυθάδες που μας μάζευαν δίπλα τους σε μικρές ιεροτελεστίες, αξέχαστες. Ήταν οι γενιές της προφορικότητας. Είχαν μεγαλώσει με τους θρύλους κι είχαν ζήσει πολλές ζωές, όσες μπορούσε να σηκώσει η μνήμη. Κάπως έτσι νομίζω ανακάλυπτα κι εγώ τον κόσμο, αλλά, χωρίς να το ξέρω, ανακάλυπτα και τον εαυτό μου συνάμα. Πριν πάω στο σχολείο, πριν μάθω το αλφαβητάρι, πριν ακόμη πιάσω χαρτί και το μολύβι στα χέρια μου, νομίζω πως είχα διδαχτεί την αφήγηση.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να σταχυολογήσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Θα σας αφηγηθώ μια μικρή ιστορία που δεν έχει τέλος. Μ' έναν εκλεκτό κι αξέχαστο φίλο, τον εμπνευσμένο αρχαιολόγο Γιάννη Σακελλαράκη, ανοίξαμε κάποτε μια συζήτηση που κράτησε χρόνια, πολλά χρόνια. Θέμα της, η διαίσθηση. Ένας αρχαιολόγος χωρίς διαίσθηση είναι καταδικασμένος να ψάχνει στα τυφλά. Συμφωνούσαμε, διαφωνούσαμε, συζητούσαμε πάντως κι ανταλλάσαμε απόψεις για το αν διαίσθηση είναι η μη συνειδητοποιημένη ενυπάρχουσα γνώση ή, μήπως, η υπερ-συνειδητοποιημένη ενυπάρχουσα γνώση. Τώρα που το σκέφτομαι νομίζω πως θα μπορούσε ν' αρχίσει μια παρόμοια συζήτηση για την έμπνευση. Πάντα έρχεται απρόσκλητη, αλλά και πάντοτε αναδύεται μέσα από ένα σύνολο εμπειριών, γνώσεων, ερεθισμάτων. Βάλτε και κάμποσο συναίσθημα σ' όλα αυτά, λίγη ψυχή, όπως θα μπορούσε να πει κανείς με απλά λόγια. Τι είναι, λοιπόν, η έμπνευση; Αυτό που ψάχνεις να βρεις; Αυτό που σε βρίσκει χωρίς να το ψάχνεις; Ίσως αυτό που ταξιδεύει σαν τον άνεμο και συνήθως πηγάζει από τον μέσα μας κόσμο. Όταν μιλούσαμε με τον Γιάννη για τη διαίσθηση τονίζαμε κι οι δυο την «ενυπάρχουσα γνώση», πιστεύαμε πως χωρίς αυτήν δεν μπορούσε να υπάρχει διαίσθηση.  
Αν πούμε πως έμπνευση είναι το προζύμι της λογοτεχνίας, τότε πρέπει να θυμηθούμε πως δεν χρειάζεται μόνο προζύμι για να φτιάξεις ψωμί. Θέλεις υλικά, θέλει μαστοριά, και προπάντων θέλει δουλειά. Δεν μπορείς να μιλήσεις για μιαν εποχή αν δεν την ξέρεις, δεν μπορεί να μιλήσεις για γεγονότα και τόπους αν δεν τους ξέρεις. Και, βέβαια, δεν είναι εύκολο να σταχυολογήσεις πληροφορίες. Αν αναφέρεσαι σε κάποια μακρινή εποχή, πρέπει να γνωρίζεις τα πάντα γι' αυτήν. Πώς ντύνονταν οι άνθρωποι, τι τρώγανε, τι κουβέντιαζαν, πώς κάθονταν στο τραπέζι (αν υπήρχε τραπέζι). Πιο πολύ, όμως, πρέπει να γνωρίζεις τις νοοτροπίες, τα υλικά που σμίγουν και συνθέτουν ταυτότητες.
Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι δύσκολο είδος. Όσο δύσκολο είναι ν' αναπλάσεις την περασμένη ζωή. Ποτέ δεν θα ήθελα να δημιουργήσω μυθιστορηματικούς ήρωες ξεκομμένους από την εποχή τους, να ζουν -ας πούμε- στον 17ο αιώνα και να σκέφτονται όπως οι άνθρωποι του 21ου. Δεν αρκεί να μελετήσει κανείς τα ιστορικά γεγονότα, χρειάζεται έρευνα σε πλάτος και βάθος, σε κάθε δυνατή πηγή, κυρίως σε έγγραφα, επιστολές, προικοσύμφωνα, διαθήκες, αυτά μεταφέρουν το έθος, το ήθος, τη γνώση, τη συλλογική συνείδηση.      

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Ασφαλώς και αλληλοεπηρεάζονται! Το κείμενο είναι σαν τον καθρέφτη. Το κοιτάζεις και βλέπεις τον μέσα σου κόσμο. Οι σκέψεις, τα συναισθήματα, η φαντασία, η πλοκή, το λογικό ή το παράλογο, είναι κομμάτια μιας ολότητας, μεταφέρουν κομμάτια δικά σου, ο επινοημένος κόσμος της μυθιστορίας ξεκινά από τον πραγματικό κόσμο. Κι αυτόν τον πραγματικό κόσμο τον κουβαλά κανείς, τον διαμορφώνει, ή μάλλον τον συνδιαμορφώνει, γιατί ο συγγραφέας δεν είναι ξεκομμένος από το κοινωνικό σύνολο.

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ στα βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Πόσο εύκολο ή επώδυνο ήταν αυτό και πόσο εφικτή ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Ακόμη κι αν ήθελα να απαρνηθώ το βίωμα δεν θα μπορούσα. Το βίωμά μου είμαι εγώ. Μόνο που δεν θα ήθελα να γίνω ένας αφηγητής προσωπικών βιωμάτων, απλώς αυτά που έμαθα κι αυτά που βίωσα μετουσιώνονται, ταξιδεύουν μέσα από τη μαγεία της γραφής, αναπλάθονται. Δεν γράφω αυτοβιογραφικά σημειώματα και δεν νομίζω πως είναι επώδυνο να προσεγγίσεις το παρελθόν ακόμη κι αν βλέπεις κάποιες πληγές να ματώνουν ακόμη. Αρκεί να μπορέσεις να προσεγγίσεις μαζί και το παρελθόν των άλλων, και το μέλλον των άλλων, αρκεί να συναντούν οι λέξεις το όνειρο. Οι βιωμένες εμπειρίες είναι κομμάτι του κόσμου μας, ό,τι κι αν κάνομε δεν μπορούμε να τ' απαρνηθούμε.

5) Στα βιβλία σας έχετε καταπιαστεί με πολλά και διαφορετικά θέματα, όμως τον κυρίαρχο ρόλο παίζει η Ιστορία και, αν δεν απατώμαι, η Λαογραφία και ο πλούτος της κρητικής γης. Ποια θεωρείτε ως την πιο σημαντική, ίσως και ανεξάντλητη, "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;

Τη μελέτη του κόσμου! Ο τόπος είναι το σκηνικό, το στημόνι της ιστορίας. Αλλά, μόνο με το στημόνι δεν κάνεις υφαντό. Χρειάζεσαι και το υφάδι, τα εργαλεία, τη μέθοδο. Διαβάζω με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον λογοτεχνικά έργα που διαδραματίζονται σε τόπους άγνωστους κι είναι σαν να κάνω ταξίδια, να συμμετέχω στη ζωή των κοινωνικών ομάδων, να βιώνω καθημερινότητες που θα ήταν αδύνατο να τις γνωρίσω με άλλους τρόπους. Η λογοτεχνία φέρνει πιο κοντά τους λαούς. Κι εμένα με φέρνει πιο κοντά στα κοινά προβλήματα και στις κοινές επιδιώξεις, με κάνει να στοχάζομαι· σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης υπάρχουν άνθρωποι που πάσχουν κι ονειρεύονται. Μέσα από την καλή λογοτεχνία γνωρίζω καλύτερα τον κόσμο, γνωρίζω κι αυτό που σας είπα πριν: τις νοοτροπίες. Η Λαογραφία παρέχει στον συγγραφέα τα εργαλεία για να διεισδύσει στο άδυτο.
Ένας από τους πιο συγκροτημένους μελετητές της Λαογραφίας και εξαιρετικός θεωρητικός της Λογοτεχνίας, ο καθηγητής Μιχάλης Μερακλής, σημειώνει πως η Λαογραφία φωτογραφίζει απόψεις της ζωής και η Λογοτεχνία φιλοτεχνεί τις λήψεις αυτές σε ζωγραφικούς πίνακες. Με γοήτευσε η άποψή του. Συνδυάζει, βλέπετε, και μια τρίτη δική μου μεγάλη αγάπη, τη Φωτογραφία. Η ματιά του λογοτέχνη και του φωτογράφου είναι υποκειμενική, ωστόσο και οι δυο τέχνες χρησιμοποιούνται όλο και πιο συχνά σε κοινωνικές αναπαραστάσεις από τις ανθρωπιστικές επιστήμες.
Μελετώντας τις αφηγήσεις των διαφόρων λαών μέσα από τα παραμύθια τους, βλέπει κανείς τα κοινά μοτίβα, που τα μελέτησε από νωρίς η Λαογραφία. Και πίσω από τα κοινά μοτίβα βλέπει τον ίδιο τον άνθρωπο. Νομίζω πως όταν γράφω για τον τόπο μου δεν απευθύνομαι μόνο στους ανθρώπους του τόπου μου. Κι όταν γράφω για την Κρήτη θαρρώ πως γράφω για όλον τον κόσμο. Διάβασα πολλές φορές αφρικάνικα παραμύθια κι ένιωσα πιο βαθιά την ανθρώπινη αγωνία, την ολότητα του κόσμου, τον πόνο του διωγμένου, την περιπέτεια, τις αξίες, που κι αυτές μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά κι αναπλάστηκαν πολλές φορές, τις αξίες που συνεχίζουν ν' αναπλάθονται και να προσαρμόζονται στις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε εποχής.

6) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Το ταλέντο χρειάζεται, αλλά δεν είναι αρκετό. Μερικοί άνθρωποι έχουν το θείο χάρισμα ν' αφηγούνται. Οι παραμυθάδες του παλιού καιρού αφηγούνταν για μέρες ή και βδομάδες ολόκληρες ένα και μόνο παραμύθι. Αυτοσχεδίαζαν, δημιουργούσαν παρένθετες ιστορίες, οι αφηγήσεις τους είχαν πλοκή. Όλοι αυτοί είχαν ταλέντο. Αλλά και εμπειρία μαζί. Είχαν μιλήσει πολλές φορές, είχαν στοχαστεί και μελετήσει τον κόσμο για να φτάσουν σ' αυτό το επίπεδο. Ναι, η γνώση χρειάζεται, γιατί λειτουργεί συμπληρωματικά με τη φαντασία. Η βαθιά γνώση, η χωνεμένη. Δείτε τον μεγάλο κι αξεπέραστο δάσκαλο, τον Όμηρο, που οι αφηγήσεις του αποτελούν αξεπέραστα ορόσημα στην ιστορία των πολιτισμών. Όπως έχει αποδειχτεί σήμερα, αυτός ο μεγάλος ραψωδός κατάφερε να αντλήσει το απόσταγμα της προφορικής παράδοσης. Οι μελετητές ασχολούνται σήμερα με τους μύθους που διέσωσε, με τις γεωγραφικές γνώσεις, με τις κοινωνικές αναπαραστάσεις που μεταφέρθηκαν μέσα από την Ιλιάδα και την Οδύσσειά του, με τη βαθύτερη σχέση του ανθρώπου με το θείον. Από μόνο του το ταλέντο δεν αρκούσε για να γίνουν όλα αυτά. Μήτε η φαντασία, νομίζω...

7) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;  

Νομίζω πως είναι τρόπος ζωής! Κάποτε κατέγραφα τις ιδέες μου, ακόμη και στίχους ολόκληρους, αλλά με τον καιρό σταμάτησα να το κάνω. Ξέρω πως είναι αδύνατον να υλοποιηθούν όλες οι εμπνεύσεις, γι' αυτό και έμαθα να κρατώ τις πόρτες μου ανοιχτές. Ιδέες κι εμπνεύσεις μπαίνουν και βγαίνουν ελεύθερα. Κάποτε - κάποτε παρατηρώ τους ανθρώπους, όλοι από κάπου έρχονται κι όλοι κάπου πηγαίνουν. Είναι ακριβώς το σημείο συνάντησης της φαντασίας με την πραγματικότητα. Πρόσφατα μιλούσα μ' έναν άνθρωπο που τον βλέπω χρόνια τώρα στους δρόμους, κρατά δυο μεγάλες τσάντες και πουλά βότανα. Μου αφηγήθηκε στιγμές από τη ζωή του. Ήταν, με κάποιες φυσικές αποκλίσεις, αυτά που είχα φανταστεί, αυτά που φανταζόμουν όταν τον έβλεπα φορτωμένο με τα μυρωδικά του. Κατά κάποιον τρόπο είχα πλάσει την καθημερινότητά του κι ας μην γίνει ποτέ μυθιστορηματικός ήρωας.   

8) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο βιβλίο σας αρκείστε μόνο στη δική σας γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου, την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε;

Το διαβάζουν πρώτα οι πολύ δικοί μου άνθρωποι. Τα μέλη της οικογένειάς μου, μια φιλόλογος και μια αρχαιολόγος, που νομίζω πως διαθέτουν, πέρα από τις γνώσεις, κι ένα αλάνθαστο κριτήριο. Κάποτε διαφωνούμε κιόλας, αλλά ο διάλογος είναι πάντα πηγή δημιουργίας, μα και πηγή καινούργιων εμπνεύσεων. Αμέσως μετά το διαβάζουν δυο ή τρεις άνθρωποι, πολύ στενοί φίλοι, συνήθως ειδικοί σε κάποιο αντικείμενο.

9) Από τα μυθιστορήματά σας υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τα βιβλία σας και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" κάποιων από αυτά;

Μου αρέσει όπως το λέτε. Η ιστορία πίσω από την ιστορία. Η αφήγηση μιας γυναίκας, που όλοι γύρω της νόμιζαν πως είχε λέπρα κι ένιωσε στο πετσί της την απομόνωση, αποτέλεσε την αφορμή για το μυθιστόρημα «Δυο φεγγάρια δρόμο». Δεν καταπιάστηκα με το πολυσυζητημένο θέμα της απομόνωσης σ' ένα νησί, αλλά με το στίγμα, τις δοξασίες, τα πάθη, τις νοοτροπίες· καταπιάστηκα με την ελληνική κοινωνία των μετεμφυλιοπολεμικών χρόνων, παρακολούθησα τη συνάντηση της δοξασίας με την επιστημονική γνώση, σαν δραπέτης του χρόνου έζησα στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Δεν ήταν δύσκολο, οι αλλαγές στις προβιομηχανικές κοινωνίες ήταν αργές, στην Ελλάδα του 1950 και του 1960 μπορούσες να συναντήσεις την ησιόδεια αντίληψη για τη ζωή, την ησιόδεια τεχνολογία καλλιέργειας της γης. Οι μακρές συζητήσεις με τον βαρκάρη που μετέφερε τους λεπρούς στη Σπιναλόγκα μεταπλάστηκαν σε διήγημα, που μόλις δημοσιεύτηκε σε ελληνόγλωσσο περιοδικό του εξωτερικού. Τον είχα συναντήσει το 1980 και το 1981. Το ίδιο και η συζήτηση μ' έναν λαχειοπώλη που του έπαιξε ένα παιγνίδι παράξενο η τύχη. Στο τελευταίο μου ιστορικό μυθιστόρημα, την «Πολυφίλητη», έζησα έντονα τις πιο απρόσμενες συναντήσεις. Η προφορική παράδοση διατηρούσε μέχρι τα δικά μου παιδικά χρόνια τον απόηχο της μεγαλύτερης πολιορκίας που έγινε ποτέ και κράτησε πάνω από 22 χρόνια. Γι' αυτό λέω συχνά πως στηρίχτηκα στη μικροϊστορία. Και στις μνήμες των άλλων. Η ηρωίδα μου ζει μέσα σε μια πολιορκημένη πόλη, ξέρει πως δεν υπάρχει δρόμος διαφυγής. Όταν το έγραφα συλλογιζόμουν πολύ συχνά πόσο πολύ μοιάζουν οι εποχές, όπως μοιάζουν και οι πολιορκίες. Νομίζω πως κι ο σημερινός κόσμος ζει τις συνέπειες μιας άυλης πολιορκίας, παγκόσμιας. Έβλεπα το χτες να συναντά το σήμερα κι άκουσα τον ήρωά μου, τον Αγουστή Νοδάρο, να λέει: «Κάθε έργο πρέπει να μιλά για την εποχή του· ακόμη κι όταν ανατρέχει ο ποιητής στο παρελθόν, πρέπει να το κάνει σαν τον άλτη που πηγαίνει κάμποσα βήματα προς τα πίσω για να πάρει φόρα. Για το σήμερα νοιάζονται οι ποιητές. Και για το αύριο. Κι αν καμώνονται καμιά φορά πως μιλούν για τα περασμένα, δεν το κάνουν για να ξεφύγουν από το σήμερα, αλλά για να το δουν από την απόσταση του χρόνου και να το χαρτογραφήσουν καλύτερα».
Είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω τα έργα μου, όπως είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει κάποιος γονιός τα παιδιά του. Προτιμώ να το κάνουν οι αναγνώστες...

10) Ο συγγραφέας Νίκος Ψιλάκης βρίσκει τον χρόνο να διαβάζει για δική του ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο του; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιο είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστης και γιατί;

Διαβάζω πολύ. Στα 20 χρόνια μου μπορούσα ν' απαγγείλω απέξω πολλές εκατοντάδες ποιήματα. Είχα έναν έρωτα με τις λέξεις, μοιάζουν με τις λεπτές αποχρώσεις που δίνουν ψυχή σ' ένα έργο ζωγραφικής. Διαβάζω κι ακούω. Κάθε είδος λογοτεχνίας έχει τον δικό του τρόπο, κάθε βιβλίο έχει κάτι να πει. Τι προτιμώ; Το καλό μυθιστόρημα, την καλή ποίηση, το καλό διήγημα, τις καλές ταξιδιωτικές εντυπώσεις... Η διάκριση δεν είναι τόσο ειδολογική όσο ποιοτική.

11) Ποια είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Θεωρείτε ότι έχετε δεχθεί επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, Έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Δύσκολο ν' απαντήσω! Ξέρω μόνο πως γυρίζω συχνά σε βιβλία που διάβασα πριν από είκοσι και τριάντα χρόνια, πως ξαναδιαβάζω βιβλία που με γοήτευσαν στα εφηβικά μου χρόνια. Πρόσφατα ξαναδιάβασα Ντοστογιέφσκι, ξαναδιάβασα Θερβάντες, Καμύ, Καζαντζάκη, Κονδυλάκη. Ακόμη κι Ερωτόκριτο (απίστευτο έργο!), ακόμη και Σοφοκλή... Και πάντα διαβάζω και ξαναδιαβάζω ποίηση. Κάθε καινούργια ανάγνωση είναι κι ένα καινούργιο ταξίδι. Ανακαλύπτεις πράγματα που δεν είχες εντοπίσει, πιθανόν να μην τα είχες προσέξει καθόλου, κάνεις καινούργιες σκέψεις, καταλαβαίνεις καλύτερα.
Ασφαλώς και μ' έχουν επηρεάσει τα διαβάσματά μου. Δεν μπορώ να ξέρω, όμως, κατά πόσον επέδρασε το κάθε κείμενο στον δικό μου τρόπο γραφής. Μ' έναν καλό φίλο κι εξαιρετικό κριτικό λογοτεχνικών κειμένων που προτίμησε κι αυτός τη γαλήνη της ελληνικής περιφέρειας, τον Γιώργο Δρακωνάκη, συζητήσαμε πρόσφατα τον όρο «κρυφομνησία». Κάποτε κρύβεται κι η μνήμη, κάποτε κρατά κλεισμένα στα δικά της άδυτα μοτίβα και λέξεις, εικόνες και σύμβολα. Μυστήριο μέγα η μνήμη, μυστήριο και το πώς αναδύονται πράγματα ξεχασμένα μέσα από ένα παράξενο μισοσκόταδο. Υπάρχουν, όμως, φορές που διαβάζω σε κάποιο προγενέστερο κείμενο κάτι δικό μου. Προσέξτε, προγενέστερα, έργα άλλων, το επαναλαμβάνω με έμφαση. Είναι οι κοινοί τόποι, νομίζω, η κοινή ανθρώπινη φύση, είναι οι απρόβλεπτες συναντήσεις που μας κάνουν να νιώθομε την κόσμο σαν μια μικρή γειτονιά. Και τον χρόνο σαν ολότητα...   

12) Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει, το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε, ή ονειρεύεστε, να είχατε συγγράψει εσείς;

Προτιμώ ν' απολαμβάνω την ανάγνωση των μεγάλων έργων, να τα θαυμάζω και να ταξιδεύω μαζί τους. Με λίγα λόγια, θαυμάζω και λατρεύω καθετί που με συνεπήρε και με συγκίνησε. Όταν τελειώνω κάποιο βιβλίο το νιώθω σαν ένα κομμάτι δικό μου. Κι αυτό μου φτάνει!

13) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Ειδικά το μυθιστόρημα νομίζω πως πρέπει να τοποθετείται στον χώρο και τον χρόνο και να τοποθετείται με σιγουριά. Πώς να μιλήσει κανείς για έναν τόπο που δεν γνωρίζει; Η γνωριμία, όμως, δεν είναι απλή περιδιάβαση, δεν είναι σκόρπιες εικόνες που δεν μοιάζουν ούτε καν μ' αποσπάσματα. Ο Φουκώ εισήγαγε στην επιστήμη τον όρο ετεροτοπία και, παράλληλα, τη μελέτη των σχέσεων του χώρου με τις πρακτικές οικειοποίησής του. Σε κάθε κουλτούρα υπάρχουν πράγματα που ξενίζουν τον απλό παρατηρητή, ίσως επειδή δεν χωρούν στα δικά του στερεότυπα. Τόποι και άνθρωποι αποτελούν αδιάσπαστα σύνολα και ο λογοτέχνης πρέπει να μελετά νοοτροπίες, ν' ακουμπά την ετερότητα, ίσως και να τη γεύεται κιόλας, αν θέλει να την προσεγγίσει με το έργο του. Ο λογοτέχνης διαφέρει κατά πολύ από τον «εξωτερικό παρατηρητή» της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Ωστόσο, στη Λογοτεχνία δεν υπάρχουν κανόνες. Κάποτε αυτό που θεωρείται παράδοξο ή παράλογο γίνεται φυσικό, κάποτε η ανατροπή των κανόνων οδηγεί στο καινούργιο και στο πρωτότυπο. Όταν πρωτογνώρισα τη φωτογραφία πρόσεχα να μην φωτογραφίζω κόντρα στον ήλιο. Αυτός ήταν ένας κλασικός κανόνας που δύσκολα μπορούσε να τον παραβεί ένας αρχάριος ερασιτέχνης φωτογράφος. Αργότερα κατάλαβα πως η ανατροπή του κανόνα οδηγούσε στη μαγεία της εικόνας, ίσως και να είχα χάσει μερικές υπέροχες εικόνες, αυτές που έκλεισα για πάντα στη μνήμη μου, όπως μια πορεία Βεδουίνων καμηλιέρηδων στη Σαχάρα, όταν ήμουν μόλις 20 χρονών.
Για το ταξίδι τι να πω; Σ' αυτόν τον κόσμο όλα ταξιδεύουν. Οι άνθρωποι κι οι πολιτισμοί, οι ιδέες κι οι τέχνες, τα ζώα και τα φυτά, πολλές φορές μεταναστεύουν κιόλας. Το ταξίδι είναι εμπειρία και γνώση, βλέποντας και παρατηρώντας τον άλλο καταλαβαίνεις καλύτερα τον εαυτό σου.

14) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη Λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Με συγκινεί το καινούργιο. Αρκεί να μπορεί κανείς να το φτάσει, ακόμη και να το ονειρευτεί, να το προσεγγίσει. Με συγκινεί να πειραματίζομαι, κάθε πράγμα μπορεί να ειπωθεί με πολλούς τρόπους, και δεν μπορείς να ξέρεις εν των προτέρων ποιος είναι ο καλύτερος.
Δεν ξέρω αν υπάρχει μόνιμο αναγνωστικό κοινό, γιατί πιστεύω πως ο συγγραφέας κρίνεται διαρκώς· κρίνεται με το κάθε έργο, με την κάθε σελίδα του. Άλλωστε, σήμερα το αναγνωστικό κοινό είναι λιγότερο ομοιογενές παρά ποτέ, τα συλλογικά οράματα έχουν παραχωρήσει τη θέση τους σ' έναν ιδιότυπο ατομικισμό, ο κατακερματισμός της κοινωνίας εκφράζεται και στην τέχνη.  

15) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "αφυπνίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι απλά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποια μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιο είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Ας αναλογιστούμε μόνο τι σημαίνει ψυχαγωγία. Η ελληνική γλώσσα είναι η μεγάλη δασκάλα μας· ας δούμε τι κρύβει, τι φανερώνει τελικά η κάθε λέξη. Οδηγός ψυχών είναι, ανάκληση από κάποια κατάσταση, μετάβαση σε κάποιαν άλλη, ας πούμε ανάκληση από κάποιο λήθαργο, σύμφωνα με την αρχική σημασία της. Και, τελικά, ψυχική και πνευματική καλλιέργεια. Το σκότωμα του χρόνου δεν είναι δουλειά της τέχνης, δεν είναι δουλειά της Λογοτεχνίας. Κάποτε η τέχνη γίνεται μήνυμα, κάποτε ανακαλύπτουν οι αναγνώστες μηνύματα που ίσως ο συγγραφέας να μην είχε προσέξει. Άλλωστε, ο αναγνώστης δεν είναι παθητικός αποδέκτης, ο αναγνώστης διαλέγεται με τους ήρωες, διαλέγεται με την εποχή, με τον συγγραφέα, είναι εκείνος που συν-διαμορφώνει τελικά το λογοτεχνικό έργο.

16) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για έναν συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Η φυγή δεν είναι λύση. Εκφράζει κι αυτή το πνεύμα της ατομικότητας, που έχει ανυψωθεί σε μέγιστη αξία στην εποχή μας. Συγκρίνω το σήμερα με τη ζοφερή δεκαετία του '20, μια τρομακτική εποχή για την ελληνική κοινωνία, που σημαδεύτηκε με εθνικές καταστροφές, οικονομικές κρίσεις, στρατιές προσφύγων. Η λογοτεχνία της εποχής κατάφερε να περάσει στην πρωτοπορία, ένας αιχμάλωτος κατάφερε να δει μια παπαρούνα να προβάλει μέσ' από τα χαρακώματα, κατάφερε να καταρρίψει τα στερεότυπα, να βάλει στο επίκεντρό της τον άνθρωπο. Όποιος κι αν ήταν αυτός, ό,τι κι αν πίστευε. Η λογοτεχνία της εποχής προηγήθηκε, ίσως και να βοήθησε την κοινωνία να δει με άλλο μάτι τα πράγματα. Κάτι τέτοιο δεν είδα να γίνεται σήμερα. Ίσως να ζυμώνεται ακόμη κι εγώ να μην το έχω διαπιστώσει.  

17) Στην σύγχρονη πραγματικότητα και στην εποχή της άκρατης τεχνολογίας ποια θεωρείτε πως είναι η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου; Περνάει τελικά το βιβλίο κρίση στη χώρα μας ή διεθνώς και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να γίνει πιο προσιτό στο αναγνωστικό κοινό και ιδιαίτερα στους νέους;

Παρακολουθώ με ανάμικτα αισθήματα την ασυγκράτητη ορμή της τεχνολογίας και προβληματίζομαι, γιατί ξέρω πως η τεχνολογία είναι συνώνυμη της προκοπής. Σκεφτείτε μόνο τι θα ήταν το βιβλίο αν δεν υπήρχε η τεχνολογία, ο Γουτεμβέργιος, ή το χαρτί και η πένα των παλιότερων κωδικογράφων. Ο άνθρωπος φοβάται το καινούργιο γιατί δεν το γνωρίζει, πάντα χρειάζονται περίοδοι προσαρμογής στις καινούργιες πραγματικότητες. Πιστεύω πως το λογοτεχνικό βιβλίο θα συνεχίσει να υπάρχει, δεν ξέρω για πόσο, δεν ξέρω τι καινούργιο θα φέρουν οι τεχνολογικές εξελίξεις. Θα μου επιτρέψετε, όμως, ν' αναφερθώ σ' ένα πρόσφατο φαινόμενο που μ' ενοχλεί, σε μια κακή εφαρμογή της τεχνολογίας, στον συνδυασμό της με την εκδοτική προχειρότητα. Το βιβλίο είναι έργο τέχνης. Έχει αισθητική και ποιότητα. Οι παλιοί τυπογράφοι και οι καλλιτέχνες βιβλιοδέτες έβαζαν ψυχή στα έργα τους. Δεν αντέχω. λοιπόν, να βλέπω τις σύγχρονες φωτοτυπικές αναπαραγωγές, τις κολλημένες σελίδες που καταργούν τα 16σέλιδα τυπογραφικά και είναι έτοιμες να διαλυθούν με την πρώτη ανάγνωση, δεν μπορώ να διαβάσω βιβλία που πρέπει να τα πιέζεις για να μένουν ανοικτά. Αυτός ο τρόπος εκτύπωσης μπορεί να εξασφαλίζει χαμηλότερο κόστος, αλλά τελικά θα βλάψει πολύ το βιβλίο. Δεν προσφέρει ομορφιά, δεν προσφέρει αισθητική απόλαυση. Και, τελικά, δεν προσφέρει την απόλαυση της ανάγνωσης.
Πάντα περνούσε κρίση το βιβλίο στη χώρα μας. Ακόμη και την εποχή της ακόρεστης παραγωγής, που προκάλεσε σύγχυση στην αγορά και δημιούργησε πρότυπα, όχι τα καλύτερα βέβαια. Γενικώς θα έλεγα ότι απουσιάζει μια πολιτική στον χώρο του βιβλίου. Και είναι στενάχωρο να ξέρεις πως η Λογοτεχνία, που αποτελεί τον καλύτερο πρεσβευτή μιας χώρας, μια και μέσα απ' αυτήν διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό η εικόνα της, είναι καταδικασμένη να μένει εντός των ορίων, να μην εξάγεται. Λένε πως φταίει η γλώσσα, μα δεν είναι μόνο αυτό. Το βιβλίο είναι καθρέφτης της κοινωνίας που το δημιουργεί. Κουβαλά τα καλά της και τα κακά της.
Το βιβλίο θα γίνει πιο προσιτό όταν καταφέρει να μιλήσει στις καρδιές. Κυρίως των νέων...

18) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε αυτό από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των βιβλίων σας πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Δεν είχα προλάβει να το σκεφτώ. Ήμουν πολύ νέος ακόμη, μάλλον δεν είχα συναίσθηση του κινδύνου. Ασφαλώς και παίζει ρόλο η θεματολογία στην απήχηση που θα έχει το κάθε βιβλίο. Όπως και το είδος της Λογοτεχνίας. Δείτε την ποίηση, για παράδειγμα. Δύσκολο να βρει κάποιος ποιητής εκδότη σήμερα.

19) Εσείς, με  την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τι θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Να γράφουν! Αυτή τη συμβουλή είχε δώσει κάποτε και σε μένα ένας κορυφαίος ποιητής μας. «Γράφε. Κι αν δεν σ' αρέσουν, σκίζε...». Να κρίνουν το έργο τους, ν' αφαιρούν, να ξαναδουλεύουν τις γραμμένες σελίδες. Να δουλεύουν πολύ, να μην αρκούνται στο όποιο ταλέντο. Και να διαβάζουν πολύ. Πώς μπορεί κανείς να γράψει αν δεν έχει διαβάσει, αν δεν έχει διδαχτεί από τους άλλους; Ν' αγαπήσουν τη γλώσσα, να την ερωτευτούν, να τη μάθουν καλά για να μπορούν να διαλέγουν τις λέξεις. Κι ακόμη, να μην σκιάζονται τόσο για την "αναγνώριση". Μπορεί να έρθει, μπορεί και να μην έρθει ποτέ. Ωστόσο, μένει το ταξίδι. Δεν είναι και λίγο...

20) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία και ειδικότερα, στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά σας «Πολυφίλητη», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Σας ευχαριστώ και σας εύχομαι να συνεχίσετε αυτή τη δυναμική παρουσία στον χώρο της Λογοτεχνίας. Αξιοποιείτε την τεχνολογία και τις σύγχρονες μορφές επικοινωνίας, δημιουργείτε υπερ-τοπικές κοινότητες ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα.
Η «Πολυφίλητη» είναι ένας σημαντικός σταθμός για μένα. Κουράστηκα πολύ, αποδελτίωσα εκατοντάδες βιβλία και άρθρα, κατέγραψα όλα τα ονόματα της εποχής από δικαιοπρακτικά κείμενα, μ' έβαλε στα πολύ βαθιά νερά του ιστορικού μυθιστορήματος. Νομίζω πως και το επόμενο έργο μου που θα εκδοθεί θα είναι ιστορικό μυθιστόρημα και θα αναφέρεται σε μια νεότερη εποχή, στην ταραγμένη δεκαετία του 1940 και, κυρίως, στην άνοιξη και το καλοκαίρι του 1944, τότε που άλλαζε πάλι ο κόσμος, όλα έδειχναν πως ο Ναζισμός θα αποτελούσε σύντομα παρελθόν, αλλά το θεριό που ξεψυχά είναι αυτό που δαγκώνει. Αν όλα πάνε καλά, θα είναι ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα με πολλαπλές συναντήσεις: ανθρώπων, ιδεών, εθνοτήτων... Αλλά και συναντήσεις ονείρων. Σε περιόδους τέτοιων και τόσο σημαντικών μεταβάσεων ο κόσμος είναι ρευστός... Η ρευστότητα είναι μια τεράστια πρόκληση επειδή είναι δύσκολο να την ακουμπήσεις. Είναι σαν το ποτάμι που κυλά, σαν το νερό που δεν προλαβαίνεις να το δεις κι έχει φύγει...

Βιογραφία Νίκου Ψιλάκη:

Ο Νίκος Ψιλάκης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας πολλών λογοτεχνικών, ιστορικών και λαογραφικών βιβλίων.
Έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις και βραβεία, ανάμεσα στα οποία είναι το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το έργο «Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης» και το βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης» για την προσφορά του στα Γράμματα.

Περισσότερες πληροφορίες για το συνολικό συγγραφικό έργο του συγγραφέα στο επίσημο site των εκδόσεων Καρμάνωρ στον ακόλουθο σύνδεσμο:

Μυθιστορήματα του Νίκου Ψιλάκη:

«ΠΟΛΥΦΙΛΗΤΗ» (2015)
Εκδόσεις: Καρμάνωρ
Σελίδες: 480
Τιμή: 12,40 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Μια νέα γυναίκα μ’ ένα νόθο βρέφος στην αγκαλιά περπατά για ώρες πολλές σε άγνωστα μονοπάτια και τελικά προλαβαίνει να κλειστεί στην πόλη, λίγο πριν αρχίσει η μεγαλύτερη πολιορκία της ιστορίας. Το επόμενο βράδυ το αφήνει έκθετο στα σκαλιά του Αγίου Σαλβαδόρου, ενός από τα μεγαλύτερα μοναστήρια της πόλης, και κλείνεται στη μοναξιά της προσπαθώντας να επιβιώσει σ’ έναν κόσμο που δεν τη χωρούσε. Κοιμάται σε χαλάσματα και σε ξενώνες, γίνεται τροφός ενός ορφανού κοριτσιού και τελικά καταλήγει σε μιαν ακρινή γειτονιά του Κάστρου, όπου ζει όλα τα χρόνια της πολιορκίας. Ο μεγάλος της έρωτας, χαμένος στις άδηλες διαδρομές των συναισθημάτων, επανέρχεται σε κάθε στιγμή, άλλοτε ως μνήμη και άλλοτε ως ελπίδα. Σ’ αυτή τη μικρή γειτονιά του Κάστρου, ανάμεσα σε ανθρώπους που μαθαίνουν να ζουν με τον πόλεμο μέχρι να παραδοθούνε στον ζόφο, ζει για είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια. Δυο σημαντικές παρουσίες σημαδεύουν τη ζωή της: ένας χρυσικός, που επιμένει να διακηρύσσει πως οι πιο στεγανές φυλακές του κόσμου χτίζονται με φόβο, κι ένας γραμματικός, που τον γνώριζε από τα παιδικά της χρόνια.

Έρωτες που αναζωπυρώνονται, πάθη που επανέρχονται, κοινωνικές συμβάσεις που διατηρούνται ακόμη και μέσα σε σκληρές συνθήκες πολέμου. Και, βέβαια, παιδιά. Που γεννιούνται, μεγαλώνουν, φτάνουν στα 23 τους χρόνια, χωρίς να έχουν βγει από τα τείχη, χωρίς να έχουν δει ποτέ βουνά, κάμπους, έχοντας καταγράψει στη μνήμη τους μόνο καμπάνες συναγερμού και κρότους από μπομπάρδες.

Η καθημερινότητα σε μια πολιορκημένη πόλη, οι αγωνίες μιας κοινωνίας, οι κοινωνικές ανισότητες, οι φόβοι αποτελούν τα βασικά δομικά υλικά ενός συγγραφέα που «χτίζει» την αφήγησή του αντλώντας έμπνευση από τα ντοκουμέντα της ιστορίας. Τα βασικά πρόσωπα, οι πρωταγωνιστές της αφήγησης, είναι φανταστικά. Δρουν, όμως, και κινούνται σ’ ένα πραγματικό περιβάλλον, συναντούν τους αληθινούς πρωταγωνιστές της εποχής, βιώνουν τον πόλεμο, γίνονται οι σιωπηλοί μάρτυρες γεγονότων που σημάδεψαν την ευρωπαϊκή ιστορία του 17ου αιώνα.   

 Η ιστορία μας εκτυλίσσεται στον Χάνδακα, πρωτεύουσα του ενετικού «Βασιλείου της Κρήτης», την πόλη που γνώρισε τη μεγαλύτερη πολιορκία της ιστορίας. Ήταν άνοιξη του 1647 όταν έφτασαν έξω από τα τείχη της τα οθωμανικά στρατεύματα, τα οποία είχαν ήδη καταλάβει δυο πόλεις κι ολόκληρη σχεδόν την ενδοχώρα. Ο ασφυκτικός κλοιός της έμελλε να κρατήσει σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1669.»

Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για το βιβλίο στους «Φίλους Της Λογοτεχνίας» εδώ:

«ΔΥΟ ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΔΡΟΜΟ» (2013)
Εκδόσεις: Καρμάνωρ
Σελίδες: 448
Τιμή: 12,46 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Κρήτη 1950. Σ' ένα χωριό που θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε στην Ελλάδα. Το απόσπασμα της Χωροφυλακής χτυπά επίμονα την πόρτα ενός σκληροτράχηλου παλιού πολεμιστή. Δεν ζητά κάποιον άντρα. Το αδύναμο κορίτσι της φαμίλιας γυρεύει.

Μια ηρωίδα πορεύεται προς τη μοίρα της κουβαλώντας δυο ακαταμάχητα στίγματα. Το ένα είναι κοινωνικό. Το άλλο πολιτικό. Στον αντίποδα ένας νέος άντρας, εγκλωβισμένος στο σύστημα εξουσίας που του κρύβει ακόμη και την αλληλογραφία για να τον προστατεύσει. Δυο αντίθετα στρατόπεδα ορίζουν το σκηνικό. Κι ένας έρωτας προσπαθεί να γκρεμίσει τα τείχη· άλλοτε χάνεται σαν τα ξεστρατισμένα φεγγάρια του παραμυθιού και άλλοτε έρχεται, σα λυτρωτική δύναμη, να αντιπαρατεθεί στα κοινωνικά στερεότυπα.

Κάποτε αρκεί ένα κουτάκι με ασήμαντα παιδικά ενθυμήματα για να αποκαλύψει μυστικά κρυμμένα για χρόνια στα σεντούκια και να γίνει στημόνι πάνω στο οποίο υφαίνεται μια ολόκληρη ιστορία. Και μια εποχή. Με τους έρωτες, τους ηρωισμούς, τις προδοσίες, τα πολιτικά πάθη της.»

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

Οι ήρωες που πλαισιώνουν τους πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι ορεσίβιοι χωρικοί, αλλά και πολιτικοί πάτρωνες. Διαφορετικοί χαρακτήρες, επηρεασμένοι από τις συλλογικές νοοτροπίες, αναδεικνύουν αξίες και απαξίες μέσα από τις καθημερινές συμπεριφορές τους. Άλλοι προσπαθούν να συντηρήσουν τη μνήμη κι άλλοι να τη διαγράψουν. Η ψυχολογία του ήρωα, που κρατά ακόμη από τον αιώνα των επαναστάσεων, γίνεται κραυγή αντίστασης και σάλπισμα για μικρές ή μεγάλες ανατροπές. Μικρές ή μεγάλες εξεγέρσεις.

Η ιστορία ενός έρωτα ή μήπως η βιογραφία μιας εποχής; Οι πολλαπλές εσωτερικές συγκρούσεις μιας κοινωνίας ή μήπως η αντιπαράθεση της κεντρικής εξουσίας με τις τοπικές;


Σ’ αυτό το βιβλίο η μυθοπλασία συναντά την ιστορία για να πορευτεί ως το τέλος μαζί της, να καταγράψει την ανθρώπινη περιπέτεια και να περιγράψει, μέσα από σοβαρά και ευτράπελα περιστατικά, τις κοινωνικές δομές, τους ανταγωνισμούς, τους κώδικες συμπεριφοράς, τις φοβίες, τις προκαταλήψεις. Και τα στίγματα. Παλιά και καινούργια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου