Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Συνέντευξη με την ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΡΟΥΣΣΟΥ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

κ. Χριστίνα Ρούσσου
          Την αγαπητή κ. Χριστίνα Ρούσσου την "γνώρισα" μέσα από το πρώτο συγγραφικό της πόνημα, την ανεπανάληπτη «Ντουλμπέρα», ένα μυθιστόρημα που με σαγήνευσε από τις πρώτες κιόλας σελίδες του και που ακόμα σεργιανίζει μέσα στο μυαλό μου κατά καιρούς. Αργότερα είχα την τύχη και την χαρά να γνωρίσω από κοντά την γλυκύτατη συγγραφέα, όταν με τίμησε ζητώντας μου να πω λίγα λόγια για το βιβλίο της σε κάποια από τις παρουσιάσεις του. Επόμενο και φυσικό ήταν να ενθουσιαστώ όταν έμαθα ότι εκδόθηκε το δεύτερο μυθιστόρημά της με τίτλο «Στα Πέρατα Της Αντοχής», από τις αγαπημένες εκδόσεις Μεταίχμιο και πάλι, το οποίο μάλιστα αποτελεί το πρώτο μέρος της σχετικής διλογίας της. Για μία ακόμη φορά η συγγραφέας με μάγεψε με την ξεχωριστή, ολοζώντανη γραφή της, με το πάντρεμα της Ιστορίας με την μυθοπλασία και με μία υπόθεση ευρηματική που αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι το τέλος. Δεν θα γράψω περισσότερα για το καθένα από τα δύο συναρπαστικά βιβλία της αγαπητής συγγραφέως, καθώς μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρες τις κριτικές μου στο τέλος κάθε βιβλίου στην σχετική εργογραφία της συγγραφέως, στο τέλος της συνέντευξης. Αυτό, όμως, που θα γράψω μετά απόλυτης βεβαιότητας είναι πως, όπως η ίδια η συγγραφέας μας ανέφερε στην πρώτη απάντησή της, «η μισή Ελλάδα γράφει μυθιστορήματα και η άλλη μισή θέλει να γράψει», προσθέτοντας πως κάποιοι από όσους γράφουν μυθιστορήματα δεν θα έπρεπε καν να ασχολούνται με το αντικείμενο… Είναι απόλυτα σίγουρο, όμως, πως η αγαπητή κ. Ρούσσου διαθέτει το συγγραφικό χάρισμα, την ικανότητα και την φαντασία να συγγράφει εξαιρετικά μυθιστορήματα με διαφορετικά ιστορικά φόντα, χαρίζοντάς μας ανεπανάληπτες αναγνωστικές εμπειρίες. Την ευχαριστώ θερμά για το χρόνο που διέθεσε απαντώντας στο ερωτηματολόγιό μου για τους «Φίλους Της Λογοτεχνίας», της εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στο εξαιρετικό «Στα Πέρατα Της Αντοχής» και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις της, ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την εξαίρετη κ. Χριστίνα Ρούσσου και το έργο της!

1) Αγαπητή κ. Ρούσσου, τις θερμές μας ευχές για το νέο μυθιστόρημά σας που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, με τίτλο «Στα Πέρατα Της Αντοχής». Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Πρώτα, σας ευχαριστώ για τις ευχές! Η απάντησή μου μάλλον δεν είναι πρωτότυπη! Θα πω κι εγώ, όπως πολλοί, πως από μικρή μου άρεσε να γράφω! Άκουσα κάποτε να λέει κάποιος «η μισή Ελλάδα γράφει μυθιστορήματα και η άλλη μισή θέλει να γράψει»! Τώρα αν πρέπει να θυμηθώ την ηλικία, περίπου στα 14-15 ήμουν. Άρχισα με ολιγοσέλιδες ιστορίες που ήταν αντίθετες με κάτι όχι ευχάριστο, που βίωνα σε κάποια χρονική περίοδο. Με βοηθούσε η γραφή να βγαίνω από την πραγματικότητα που δεν μου άρεσε και να πλάθω μιαν άλλη "στα μέτρα μου". Μετά τα σαράντα μου χρόνια, άρχισα να πλάθω μικρά διηγήματα, χρονογραφήματα, διαλόγους και ποιήματα. Πέρασε καιρός μέχρι να τολμήσω να τα δείξω, και όχι όλα, σε κάποιους δικούς μου ανθρώπους. Τα σχόλια που έλαβα ήταν θετικά και πήρα θάρρος. Έτσι αποφάσισα να γράψω την «Ντουλμπέρα», το πρώτο μου μυθιστόρημα. 

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να σταχυολογήσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Διαβάζω αρκετά, μ’ αρέσει να διαβάζω Ιστορία, έχω ταξιδέψει επίσης αρκετά και έχω βιώσει διάφορες καταστάσεις έντονες κατά καιρούς, δικές μου και φίλων. Αυτό το αλισβερίσι με τη ζωή είναι η έμπνευσή μου για την πλοκή, και οι πραγματικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες που κατά καιρούς με εντυπωσιάζουν μου δίνουν υλικό για να πλάσω τους ήρωες. Όταν χτίζω μια μυθοπλασία, μ’ αρέσει να τη βάζω σε πραγματικούς χρόνους και τόπους, ώστε να επηρεάζεται η πλοκή απ’ την εποχή που διαδραματίζεται. Αυτό έχει τις δυσκολίες του γιατί, ιστορικός δεν είμαι, αλλά πρέπει να μεταφέρω κάποιο ιστορικό γεγονός σωστά, χωρίς λάθη. Για να το πετύχω, χρειάζεται πολύ διάβασμα! Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, μπορεί να αναφέρω κάποιο ιστορικό γεγονός σε δύο μόνο σειρές, αλλά για να τις γράψω αυτές τις σειρές, να έχω περάσει δύο βδομάδες, ίσως και περισσότερο, διαβάζοντας και ψάχνοντας. 

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Η συγγραφή είναι τρόπος έκφρασης. Αν αισθανθείς την ανάγκη να γράψεις, ο χρόνος θα βρεθεί και δεν υπάρχει περίπτωση να μπερδέψεις το γράψιμο με οτιδήποτε άλλο κάνεις. Μπορεί να συνυπάρχουν αρμονικά. Τα τελευταία τρία χρόνια, ασχολούμαι  αποκλειστικά με το γράψιμο.

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ στα βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Στο νέο σας βιβλίο, το οποίο βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, πόσο εύκολη, ή επώδυνη ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Τα νέο μου μυθιστόρημα «Στα πέρατα της αντοχής» δεν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Οι χρόνοι, οι τόποι και τα ιστορικά γεγονότα είναι πραγματικά, η πλοκή είναι καθαρή μυθοπλασία.

5) Στο τελευταίο βιβλίο σας, όπως και στο προηγούμενο, την αλησμόνητη «Ντουλμπέρα», καταπιαστήκατε με πολλά ενδιαφέροντα θέματα ενώ συνήθως η μυθοπλασία σας πλαισιώνεται από εξαιρετικά σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Ποιά θεωρείτε ως την πιο σημαντική, ίσως και ανεξάντλητη, "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;

Η έμπνευση έρχεται από την ίδια την πραγματικότητα που με περιβάλλει, όπως έγραψα και στη δεύτερη ερώτησή σας.

6) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Το επιστημονικό υπόβαθρο είναι πολύ σημαντικό, αλλά κι αυτό πρέπει να εξελίσσεται. Αν κάποιος τελείωσε τη Φιλοσοφική, ας πούμε, και μετά δεν συνέχισε να ασχολείται με αυτό που σπούδασε, μπορεί να γνωρίζει λιγότερα από έναν άλλο που δεν σπούδασε αλλά συνεχώς διαβάζει. Η γνώση δεν έχει όρια, είναι μια συνεχής προσπάθεια μάθησης και δεν υπάρχει άνθρωπος που να τα ξέρει όλα! Μεγάλη υπόθεση το ταλέντο αλλά, και από μόνο του, αν δεν καλλιεργηθεί, δεν θα μπορέσει να απλωθεί. Όσο για τη φαντασία, δεν νομίζω να υπάρχουν άνθρωποι χωρίς αυτή και χωρίς εμπειρίες. Όλοι λίγο ή πολύ, αφού υπάρχουμε, βιώνουμε ή είμαστε θεατές διάφορων καταστάσεων. Προσωπικά, μ’ αρέσει να παρατηρώ τους ανθρώπους στην καθημερινότητά τους, τις συμπεριφορές τους. Μια κίνηση, μια λέξη μπορούν να αποκαλύψουν πολλά! 

7) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια; 

Φυσικά και θέλω ησυχία, μ’ ενδιαφέρει να είναι καθαρός ο χώρος, δεν μπορώ την ακαταστασία με τίποτα, μου είναι αδύνατο να συγκεντρωθώ! Καθημερινά γράφω και διαβάζω για πολλές ώρες, ίσως λίγο περισσότερος χρόνος αναλογεί στο διάβασμα. Ακόμα και όταν πρέπει να ταξιδέψω, παίρνω μαζί μου μέχρι και τα αρχεία που χρησιμοποιώ στην κάθε «ιστορία» που γράφω. Τώρα, θα μου πείτε, γιατί δεν τα έχω μέσα στον υπολογιστή, να γλιτώσω και το βάρος! Δεν μπορώ να διαβάζω Ιστορία απ’ την οθόνη, θέλω να τραβώ γραμμές, να σημειώνω στο πλάι.

8) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο βιβλίο σας αρκείστε μόνο στη δική σας γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε;

Καθώς το γράφω, πριν ακόμη το ολοκληρώσω, το διαβάζουν τα παιδιά μου, η Μαρία και ο Χρήστος, και έχω να σας πω ότι με επηρεάζουν πολύ (έχει τύχει να σβήσω και 30.000 λέξεις εξαιτίας τους!), και δύο φίλοι καλοί που εμπιστεύομαι την κρίση τους. Μόλις ολοκληρωθεί, τον πρώτο λόγο έχει η υπεύθυνη ελληνικής πεζογραφίας στις εκδόσεις Μεταίχμιο, η Ελένη Μπούρα, και στη συνέχεια η επιμελήτρια Ειρήνη Χριστοπούλου.

9) Από τα μυθιστορήματά σας  υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τα βιβλία σας και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" κάποιων από αυτά;

Δεν έχω γράψει και πολλά!!! Δύο μέχρι τώρα, ελπίζω σε περισσότερα στο μέλλον! Η «Ντουλμπέρα» πάντα θα είναι το πρώτο μου συγγραφικό παιδί! Θα το έχω λίγο πιο καλομαθημένο! Μα μια μάνα αγαπάει το ίδιο τα παιδιά της, όσα κι αν έχει. Την «Ντουλμπέρα» την έγραψα εμπνευσμένη απ’ τους Έλληνες ευεργέτες, που στην πλειοψηφία τους ήταν Βλάχοι. Το καινούργιο μου «Στα πέρατα της αντοχής» το ξεκίνησα όταν τυχαία βρήκα, ανάμεσα σε παλιές φωτογραφίες, ένα βιβλιάριο από τράπεζα της Νέας Υόρκης με χρονολογία 1896! Ήταν του παππού μου, που μετανάστευσε απ’ τους πρώτους για τη γη της επαγγελίας, εκείνη τη χρονιά.

10) Η συγγραφέας Χριστίνα Ρούσσου βρίσκει το χρόνο να διαβάζει για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Πρώτη θέση στην προτίμησή μου έχουν τα ιστορικά μυθιστορήματα. Ακολουθούν όλα τα άλλα.

11) Θυμάστε το πρώτο σας ανάγνωσμα το οποίο σας "παρέσυρε" στον κόσμο της λογοτεχνίας; Υπάρχει κάποιο απόφθεγμα από βιβλίο το οποίο να καθόρισε την μετέπειτα ζωή σας; Έχετε δεχθεί κάποιες επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Τα πρώτα βιβλία ήταν «Το καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκης Ζέη και το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» του Μενέλαου Λουντέμη. Απόφθεγμα, ναι υπάρχει, είναι του Καζαντζάκη «δύναμη είναι να κρατάς τη δύναμή σου», απ’ το θεατρικό του έργο «ΚΟΥΡΟΣ» ή «ΘΗΣΕΑΣ». Μ’ έχει επηρεάσει ο Καραγάτσης και ο νεότερος Νίκος Θέμελης.

12) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει,  το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε, ή ονειρεύεστε να είχατε συγγράψει εσείς;

Όλων των συγγραφέων που αναφέρω παρακάτω λάτρεψα τα βιβλία τους. Από Έλληνες πρώτος και καλύτερος ο Καζαντζάκης, ακολουθούν οι Καραγάτσης, Θέμελης και πολλοί άλλοι, η ποίηση του Παλαμά με τις ωραίες λέξεις και της Κικής Δημουλά. Από ξένους συγγραφείς αγαπώ τους Χένρι Μίλερ, Τζορτζ Έλιοτ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Έρνεστ Χέμινγουεϊ Τζορτζ Όργουελ, Φρανς Κάφκα, Γουίλιαμ Φόκνερ, Ζιλμπέρ Σινουέ. Διαβάζω πολύ και θεατρικούς συγγραφείς με τον Ίψεν να κρατάει για χρόνια την πρώτη θέση, και τον Πιραντέλο να ακολουθεί αμέσως μετά.

13) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Ναι, το πιστεύω. Να ταξιδεύει, να γνωρίζει νέους τόπους, να μπερδεύεται με ανθρώπους, σε καταστάσεις, αλλά το σημαντικότερο όλων, να διαβάζει και όχι ένα είδος λογοτεχνίας ή μόνο λογοτεχνία. Να διαβάζει τα πάντα.

14) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Πιστεύω ότι είναι θέμα ψυχικής ανάγκης με ποιο είδος λογοτεχνικό θέλει να εκφραστεί, κάθε φορά. Η εξέλιξη είναι το σημαντικότερο, είτε παραμείνει σε ένα λογοτεχνικό είδος είτε πειραματιστεί με ένα άλλο. Δεν υπάρχουν φραγμοί και όρια. Όταν κάποιος γράφει, κατά την άποψή μου πάντα, πρώτα πρέπει να αισθάνεται καλά με τις λέξεις που βγαίνουν από μέσα του, να τον εκφράζουν και να μη σκέφτεται αν θα αρέσουν στους άλλους, γιατί αυτό μπορεί να του δημιουργήσει άγχος και στο τέλος να τον μπλοκάρει. Αν νομίζει ότι θα αποδώσει καλύτερα γράφοντας μια αστυνομική ιστορία, ενώ ως τότε έγραφε ιστορικά μυθιστορήματα, γιατί να μη το κάνει;

15) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "αφυπνίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι απλά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Φυσικά και θέλω να "πάρει" κάτι καλό ο αναγνώστης, να σταθεί και να σκεφτεί κάποιο σημείο. Αλλά ό,τι κι αν "πάρει" και μόνο που πέρασε "καλά", που του έκανα παρέα και ξέφυγε απ’ την καθημερινότητα, είναι κάτι. Άλλωστε, ο κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται διαφορετικά τα πάντα γύρω του. Μπορεί εγώ να θέλω να περάσω κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα, όπως το αντιλαμβάνομαι, μα κάποιος που θα το διαβάσει, να το εκλάβει διαφορετικά, ίσως και καλύτερα απ’ ό,τι το σκεφτόμουνα όταν το έγραφα! Ο Ξενόπουλος κάποτε δήλωσε ότι τον ενδιαφέρει τα γραπτά του να τα διαβάζουν με την ίδια ευχαρίστηση οι μαθητές του γυμνασίου και ο κύριος Παλαμάς. Πολύ μου αρέσει αυτή η "γραμμή" του Ξενόπουλου.   

16) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για έναν συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Ο καθένας λαμβάνει διαφορετικά την έμπνευση. Προσωπικά, πιο πολύ με εμπνέει το παρελθόν απ’ το δυσάρεστο παρόν. Προτιμώ να ξεφεύγω με ιστορίες παλιές και να περιμένω το μέλλον να γράψει για το παρόν που ζούμε.

17) Στην σύγχρονη πραγματικότητα και στην εποχή της άκρατης τεχνολογίας ποιά θεωρείτε πως είναι η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου; Περνάει τελικά το βιβλίο κρίση στη χώρα μας ή διεθνώς και τί θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να γίνει πιο προσιτό στο αναγνωστικό κοινό και ιδιαίτερα στους νέους;

Αυτό που βλέπω, δυστυχώς, είναι ότι οι νέοι άνθρωποι δεν διαβάζουν πολλή λογοτεχνία. Τους αρέσει να ξοδεύουν τον χρόνο τους παρακολουθώντας μια ξένη σειρά, απ’ αυτές που "κατεβάζουν" στον υπολογιστή. Η σχέση τους με τον υπολογιστή τούς οδήγησε στο διαζύγιο με τη λογοτεχνία. Τι να σας πω, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να αντιστρέψει αυτήν την κατάσταση. Δεν το βλέπω εύκολο.

18) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε αυτό από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Είχα τρομερό και φοβερό άγχος μέχρι να πάρω απάντηση απ’ το Μεταίχμιο. Και ήταν ένα μεσημέρι καυτό, καλοκαιρινό, όταν μου τηλεφώνησαν! Στη συνέχεια, τραγουδούσα κλαίγοντας!!!!!!!!!!!! Κι αργότερα, με το που εκδόθηκε, καινούργιο άγχος με κατέκλυσε για το αν θα αρέσει ή όχι. Τελικά όλα πήγαν καλά, οι κριτικές ήταν πολύ καλές, τα μηνύματα που λάμβανα και ακόμη λαμβάνω είναι εξαιρετικά και… χαίρομαι!

19) Εσείς, με  την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Είμαι πολύ "καινούργια" στον χώρο αυτό ώστε να μπορώ να δώσω συμβουλές! Τα όνειρα τρέφονται απ’ τις ελπίδες και μπορούν κάποια να γίνουν πραγματικότητα.

20) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία και ειδικότερα, στο νέο μυθιστόρημά σας «Στα Πέρατα Της Αντοχής», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Ετοιμάζω τη συνέχειά του (θα γίνει διλογία) και ταυτόχρονα με έναν καλό μου φίλο γράφουμε σενάριο κωμικής σειράς που θα παίξει τον χειμώνα στην τηλεόραση, δεν γράφω παραπάνω! Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο που μου διαθέσατε και για τις όμορφες ευχές!
 
Βιογραφία Χριστίνας Ρούσσου:

Η Χριστίνα Ρούσσου γεννήθηκε τα Χριστούγεννα του 1964 στη Νάουσα Ημαθίας. Σπούδασε οικονομικά, πιάνο και ζωγραφική. Έχει κάνει τρεις ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, εκπομπές στο ραδιόφωνο, ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη χρυσοχοΐα. Μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στη Νάουσα και τη Θεσσαλονίκη. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορεί επίσης το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Ντουλμπέρα.


Εργογραφία Χριστίνας Ρούσσου:

«ΣΤΑ ΠΕΡΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΤΟΧΗΣ» (2017)
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 464
Τιμή: 14,94 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Λίγο πριν το ξεκίνημα του 20ού αιώνα τα αδέρφια Μακρή, ο Αχιλλέας και ο Νίκος, από τη Νάουσα της τουρκοκρατούμενης ακόμα Μακεδονίας, φτάνουν στα πέρατα του κόσμου, στην Αμερική, κυνηγώντας μια καλύτερη ζωή. Στο ταξίδι τους θα συναντήσουν τον Αντώνη - εκείνος κατάγεται από την Έδεσσα, και θέλει να συνεχίσει τις σπουδές του στην Αμερική. Τα χρόνια θα περάσουν, οι πορείες τους θα συγκλίνουν συχνά και η φιλία τους θα είναι η μόνη σταθερά στο περιπετειώδες διάβα τους. Από τη Νέα Υόρκη στην Αθήνα, τη Μακεδονία και τη Ζάκυνθο, και αποκεί στην κοιλάδα του γαλλικού Λίγηρα, τα πρόσωπα θα πληθαίνουν και θα μπλέκονται σαν ιστός. Όταν πια η τρικυμία του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου θα κοπάσει, ένα μυστικό θα τους φέρει αντιμέτωπους με το παρελθόν ξανά. Και τότε οι αντοχές τους θα φτάσουν στα όρια.»

Διαβάστε την κριτική μου για το βιβλίο στους «ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ» στον ακόλουθο σύνδεσμο:

«ΝΤΟΥΛΜΠΕΡΑ» (2015)
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 520
Τιμή: 15,93 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Και έφτασα τώρα στα τελευταία της ζωής μου να νοσταλγώ, να θυμάμαι, να θυμώνω, να λυπάμαι και να εξακολουθώ να ζω. Η πλάτη μου γεμάτη απ' το φορτίο που κουβαλάει χρόνια. Δεν ξέρω πώς θα ήμουν με λιγότερο βάρος στην πλάτη μου. Λένε πως σου έρχονται τόσα όσα μπορείς να σηκώσεις. Και ποιος το κρίνει αυτό;»

Μέσα απ’ τα ημερολόγια της Αορίκας Ζιώππα-Κωνσταντίνου ξεδιπλώνεται η πολυτάραχη ιστορία δύο οικογενειών απ’ τις αρχές του 19ου μέχρι το ξημέρωμα του 21ου αιώνα. Η Αορίκα, η ντουλμπέρα, όπως την αποκαλούσαν στα βλάχικα, μια γυναίκα έξυπνη, όμορφη και δυναμική, κατορθώνει να επιβληθεί και να κατακτήσει τον σεβασμό και την αποδοχή του ανδροκρατούμενου κόσμου του εμπορίου. Η κοσμοπολίτικη διαδρομή της ξετυλίγεται με σταθμούς τη Νέβεσκα (Νυμφαίο Φλώρινας), τη Βιέννη, την Αλεξάνδρεια και την πολυεθνική Θεσσαλονίκη, σημεία όπου ανθούν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των Βλάχων, ενώ ο έρωτας, δυνατός, καθοριστικός, πολλές φορές παράνομος ή απαγορευμένος, είναι πάντοτε παρών.»

Διαβάστε την κριτική μου για το βιβλίο στους «ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ» στον ακόλουθο σύνδεσμο:

«ΑΝΤΙΟ, ΓΛΥΚΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ», του Αχμέτ Ουμίτ – Γράφει η Λία Μίλτου

«ΑΝΤΙΟ, ΓΛΥΚΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ», του Αχμέτ Ουμίτ – Γράφει η Λία Μίλτου
Εκδόσεις: Πατάκη
Σελίδες: 688
Τιμή: 17,91 €

Ένα εξαιρετικό ιστορικό και πολιτικό μυθιστόρημα από τον Αχμέτ Ουμίτ με κέντρο αφήγησης τη Θεσσαλονίκη. Οι επιστολές του Μουσουλμάνου Σεχσουβάρ Σαμί, γεννημένου στη Θεσσαλονίκη, στην Εβραία αγαπημένη του Έστερ, που μένει στο Παρίσι ύστερα από το χωρισμό τους. Περιγράφει την δραματική εικοσαετή διαδρομή του σαν στέλεχος και οπλοφόρος του Κομιτάτου της Ένωσης και της Προόδου για την επανάσταση και την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την επανίδρυση της Συνταγματικής μοναρχίας το 1908, μέχρι την αυτοκτονία του ένα μελαγχολικό φθινόπωρο του 1926.
Η Γαλλίδα ποιήτρια, η αγαπημένη του, Έστερ Ντοφίν, θα γράψει το 1931: «Όλοι μας θα πεθάνουμε. Μετά το θάνατό μας, άλλοτε μένουν οι αναμνήσεις που θα σκορπιστούν στον άνεμο και άλλοτε τα αλησμόνητα έργα…» Οι επιστολές είναι μια βαθιά ψυχολογική ενδοσκόπηση του ήρωα. Πώς από ευαίσθητος συγγραφέας και ποιητής μεταμορφώνεται στην οργάνωση σε στυγνό πιστολά, που δεν διστάζει να σκοτώσει, για να μην σκοτωθεί: «Εκείνη τη νύχτα που πάτησα πρώτη φορά τη σκανδάλη, βγήκε στην επιφάνεια ο άνθρωπος των σπηλαίων που έκρυβα μέσα μου! Αισθανόμουν δυνατός και χρησιμοποίησα τη δύναμή μου σε έναν ιερό αγώνα, να γλιτώσω την Πατρίδα μου από την καταστροφή, να καταστήσω ελεύθερο το Έθνος μου, να ξαναγράψω την Ιστορία!...»
Σπαρακτική εξομολόγηση του κουρασμένου μετά μια εικοσαετία επαναστάτη Κομιτατζή. Όλες οι επιστολές του είναι ωδή στον έρωτα. Δεν προσδοκούσα τόσο λυρισμό από έναν Ανατολίτη συγγραφέα και με άφησε εκστατική αυτή η ποίηση που πλημμυρίζει κάθε σελίδα του βιβλίου: «… θα μπορούσα να διεκδικήσω αυτόν τον έρωτα, δεν μπόρεσα να το κάνω, παρασύρθηκα από την έλξη της επανάστασης… Υπήρχαν δυο Σεχσουβάρ, αγαπημένη. Ο ένας ήταν ο νεαρός συγγραφέας, που σου είχε αφιερώσει την ψυχή του και ο δεύτερος ένας παρασυρμένος από τον άνεμο της Ιστορίας επαναστάτης!...»
Συγκλονιστικός και ο αξιωματικός διοικητής του, Μπασρί μπέη, όταν για να καταλαγιάσει τη φουρτούνα που μαίνονταν μέσα του, προσπαθούσε να οδηγήσει την καρδιά του σε απάνεμα λιμάνια: «Άνθρωποι σαν εμάς, Σεχσουβάρ, όσο κι αν αγαπήσουν, δεν μπορούν να περάσουν τη ζωή τους στην αγκαλιά μιας γυναίκας… Εμείς είμαστε παιδιά του ανέμου!...»
Ένα βιβλίο ποταμός και μια εκ των έσω δριμεία κριτική για τα πολιτικά παιχνίδια εξουσίας και τις μηχανορραφίες στο σκοτεινό παρασκήνιο. Ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα που αφορά τη θεματική της Πατρίδας. «Η Πατρίδα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο τρόπος ζωής μας…» τονίζει ο συγγραφέας σε συνέντευξή του σε Έλληνα δημοσιογράφο με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου του.
Για αυτή την Πατρίδα αγωνίστηκε ο Σεχσουβάρ. Θυσίασε και θυσιάστηκε για τα ιδανικά του, την αδελφοσύνη, την ισότητα και τη δικαιοσύνη. Έζησε για 20 χρόνια μια ταραχώδη ζωή συμμετέχοντας σε ιστορικά γεγονότα της Παγκόσμιας Ιστορίας: Τη μεγάλη εξέγερση στην Κωνσταντινούπολη, που πνίγηκε στο αίμα, την εκθρόνιση του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ και την εξορία του στη Θεσσαλονίκη με συνοδό ασφαλείας τον Σεχσουβάρ. Την συμμετοχή και τον τραυματισμό του στον πόλεμο με τους Ιταλούς στην Τρίπολη της Λιβύης. Την ηρωική απόφασή του να πυροβολήσει τον βαριά τραυματισμένο διοικητή του, ο οποίος τον εκλιπαρούσε να τον απαλλάξει από το μαρτύριο και να μην πέσει στα χέρια του εχθρού. Στους Βαλκανικούς πολέμους υπηρέτησε στα «Τάγματα των Εθελοντών». Για δυο χρόνια πολέμησε κατά των κατοχικών δυνάμεων, τον συνέλαβαν οι Άγγλοι και αφού τον βασάνισαν τον έστειλαν για δυο χρόνια εξορία στην Μάλτα.
Ένα βιβλίο που με συγκίνησε και με προβλημάτισε. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα στους σκεπτόμενους αναγνώστες, εκείνους που παραμερίζουν τα πολιτικά πάθη και τις διαφορές των χωρών και απολαμβάνουν ένα κείμενο που τους ανεβάζει ψηλότερα, τους συγκινεί και τους πάει μια σκέψη παραπέρα, διαπιστώνοντας ότι η Πατρίδα είναι μία, δεν έχει σύνορα, γλώσσα και θρησκεία. Ένα μυθιστόρημα, του οποίου «το κατακάθι» καίει τον ουρανίσκο. Και όπως γράφει ο συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου: «Τα βάθη του Κράτους είναι πιο σκοτεινά από τα βάθη της γης!...»

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Αποκαλύφθηκε απόπειρα δολοφονίας, η οποία θα εκτελείτο στις 16 Ιουνίου κατά την άφιξή µου στη Σµύρνη· οι πιο σηµαντικοί δράστες συνελήφθησαν επ’ αυτοφώρω και κρατούνται. Οι συλληφθέντες προέβησαν σε αποκαλύψεις. Ο Σαρή Εφέ, ο οποίος βρίσκεται μεταξύ των οργανωτών, αναζητείται. Αναμφίβολα, ο Σαρή Εφέ ανήκει σε κάποια οργάνωση της Ιστανμπούλ και έχει συνεργάτες».

Από το κωδικοποιημένο μήνυμα του Προέδρου της Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ στον αστυνομικό διευθυντή της Ιστανμπούλ, Εκρέμ µπέη: «Ο Κεράτιος κάτω από τις πλαγιές του Κασίμπασα κυλούσε κατάλευκος σαν γάλα. Πάνω του μερικά σκάφη σαν σταχτιές κηλίδες… Θυμήθηκα την ήρεμη θάλασσα της Θεσσαλονίκης, το ατέλειωτο γαλάζιο που εκτείνεται από τον κόλπο προς τα ανοιχτά… Το μπαλκόνι του σπιτιού στη Θεσσαλονίκη νομίζω πως ήταν πολύ μεγαλύτερο από το μπαλκόνι αυτού του δωματίου… Στενοχωριέμαι όταν γράφω “νομίζω”. Πώς μπορεί κάποιος να ξεχάσει την πόλη όπου γεννήθηκε, το σπίτι όπου µεγάλωσε; Φυσικά και δεν μπορεί, ωστόσο ο χρόνος σβήνει μία μία τις αναμνήσεις».

Βρισκόμαστε στο μελαγχολικό φθινόπωρο του 1926. Η Οθωµανική Αυτοκρατορία έχει καταρρεύσει ενώ η νεαρή Δημοκρατία προσπαθεί να ορθοποδήσει. Ένας άντρας βρίσκεται στο κέντρο όλης αυτής της αναταραχής. Ο Σεχσουβάρ Σαμί… Ο άνθρωπος που βρισκόταν στις πρώτες γραμμές της Ένωσης και Προόδου, ο κουρασμένος πλέον κομιτατζής. Μια ανελέητη µηχανορραφία φαίνεται να εξυφαίνεται γύρω του, ενώ πάντα το ίδιο ερώτημα κατατρώγει το μυαλό του: Το κράτος είναι ιερό ή ο άνθρωπος; «“Ο θάνατος ξεκινά µε τη απώλεια των πόλεών µας”. Δε θυμάμαι ποιος είπε αυτή τη φράση, αλλά δυστυχώς είναι σωστή… Σωστή µεν, αλλά ελλιπής. Ο θάνατος ξεκινά µε την απώλεια των πόλεών µας και ολοκληρώνεται με την απώλεια της πατρίδας µας».

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

«ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΨΥΧΩΝ», του Εμμανουήλ Γ. Μαύρου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΨΥΧΩΝ», του Εμμανουήλ Γ. Μαύρου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Άνεμος
Σελίδες: 426
Τιμή: 14,40 €

          Τον εξαίρετο Εμμανουήλ Μαύρο τον γνώρισα συγγραφικά μέσα από το προηγούμενο μυθιστόρημά του με τίτλο «Ο Υιός Του Νείλου», από τις εκδόσεις Άνεμος. Ένα βιβλίο το οποίο με εντυπωσίασε πολύ και μου άφησε τις καλύτερες των εντυπώσεων. Μία περιπέτεια κινηματογραφικών διαστάσεων που απόλαυσα ιδιαίτερα και που με έπεισε για το συγγραφικό ταλέντο και την ευρηματικότητα του συγγραφέα. Ήταν, επομένως, αναμενόμενο για μένα να περιμένω ανυπόμονα το επόμενο έργο του, που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό, πάλι από την Άνεμος Εκδοτική, με τίτλο «Ανάσταση Ψυχών», το οποίο στην ουσία αποτελεί συνέχεια και ολοκλήρωση του «Υιού Του Νείλου». Για μία ακόμη φορά η αγαπημένη, ατρόμητη ηρωίδα του συγγραφέα, η Ελληνίδα αρχαιολόγος Ελένη Νάκου, θα έρθει αντιμέτωπη με συνωμοσίες, μυστικά και εγκλήματα προσπαθώντας να φτάσει την αλήθεια και αναζητώντας τον μέντορα και φίλο της καθηγητή αρχαιολογίας Ζάχι Χαβάς, τα χνάρια του οποίου χάνονται μυστηριωδώς κάπου στην Ιορδανία. Ο Εμμανουήλ Μαύρος μας προσφέρει ακόμα ένα συναρπαστικό, περιπετειώδες μυθιστόρημα, μια εξίσου συγκλονιστική ιστορία της ηρωίδας του και συνέχεια της πορείας της από εκεί όπου την αφήσαμε. Με περισσότερους φιλοσοφικούς στοχασμούς, γνωστά και άγνωστα ιστορικά γεγονότα από τα βάθη των αιώνων, ευρύτατη έρευνα από πλευράς του συγγραφέα και πολλούς προβληματισμούς σχετικά με την σύσταση, προέλευση και εδραίωση των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών και την σχέση τους με την άνοδο, κυριαρχία και πτώση πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων ανά την υφήλιο, το μυθιστόρημα «Ανάσταση Ψυχών» είναι ένα συνωμοσιολογικό, περιπετειώδες θρίλερ που κόβει την ανάσα. Ένα βιβλίο από αυτά που δεν μπορεί κανείς να διαβάσει "εν μία νυκτί", καθώς απαιτεί την πλήρη προσήλωσή του, τις οδούς του νου και της καρδιάς ανοιχτές και αμερόληπτες και τις "κεραίες" της αντίληψης και επεξεργασίας πλείστων νέων, άγνωστων πληροφοριών σε πλήρη εγρήγορση ώστε να επεξεργαστεί όλα τα νέα δεδομένα επαρκώς.
          Η ιστορία μας ξεκινά πέντε χρόνια αργότερα από εκεί όπου την αφήσαμε στο προηγούμενο μυθιστόρημα του συγγραφέα. Η δυναμική αρχαιολόγος Ελένη Νάκου είναι πλέον διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο της Βοστόνης, παντρεμένη με τον γοητευτικό Ιταλό της, τον Τζουζέπε, και μητέρα του πεντάχρονου Μάξιμου, καρπού του ερωτευμένου ζευγαριού. Ο λόγος που εκφωνεί στο πανεπιστήμιο, παρουσιάζοντας την δεύτερη διδακτορική της διατριβή για την περίφημη «Έξοδο» των Εβραίων από την Αίγυπτο, είναι ένα από τα εντυπωσιακότερα κείμενα που έχω διαβάσει για πολλούς λόγους, κυρίως όμως γιατί μου έλυσε πάμπολλες και χρόνιες απορίες μου για τις διαβόητες «Δέκα Πληγές Του Φαραώ» και την έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο προς την Γη της Επαγγελίας, που ενέπνευσαν τόσα βιβλία –ιερά και μη– και θεαματικές κινηματογραφικές ταινίες. Η σύνδεση της έκρηξης του ηφαιστείου της Σαντορίνης και των δέκα φαινομένων που εμφανίστηκαν λίγο μετά στην Αίγυπτο του Ραμσή του Β’, εκλογίκευσε και έλυσε ως διά μαγείας τις χρόνιες απορίες και αμφισβητήσεις μου για το κατά πόσο "θεόσταλτες" ήταν αυτές οι αποκαλούμενες "πληγές". Από τις πρώτες δέκα και μόνο σελίδες του νέου βιβλίου του Εμμανουήλ Μαύρου, διαπίστωσα πόσο πολύ ενδιαφέρον και γεμάτο γνώση ήταν το νέο του πόνημα. Είναι ένα έργο που απευθύνεται στην δίψα του ψαγμένου και πιο απαιτητικού αναγνώστη αποκαλύπτοντας την επιμελώς και εσκεμμένα κρυμμένη γνώση από κάθε είδους καθεστώς ανά τους αιώνες. Η νέα περιπέτεια που θα βιώσει η ηρωίδα μας είναι πέρα από κάθε φαντασία και η περιπλάνησή της επεκτείνεται σε περισσότερες χώρες αυτή τη φορά, ξεκινώντας από την Βοστόνη της Αμερικής και πηγαίνοντας στην Ιορδανία και το πολύβουο Αμμάν, κατόπιν στην Ιταλία και την αιώνια επτάλοφο πόλη της Ρώμης και το γεμάτο μυστικά και δολοπλοκίες Βατικανό, στη συνέχεια στην Ελλάδα και στην ορεινή Βοιωτία και, τέλος, στην πάντα παρούσα, εντυπωσιακή όσο και πνιγηρή, μα γεμάτη μυστήριο, Αίγυπτο, αλλά και στο Κιρμπέτ Κουμράν, με τις περίφημες έντεκα σπηλιές του και τα πασίγνωστα χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας.  
          Η Ελένη Νάκου, και μαζί της κι εμείς συνοδοιπόροι στις περιπέτειες και τους προβληματισμούς της, θα ζήσει την μεγαλύτερη ίσως περιπέτεια της ζωής της, έχοντας δίπλα της συντρόφους, μέντορες, φίλους και αγαπημένους, όπως τον αγαπημένο σύζυγό της Τζουζέπε, τον Ζάχι Χαβάς, την Φαντιλά Σαράιχα, τον αρχιμανδρίτη Ισίδωρο, τον γοητευτικό σεΐχη Μοχάμεντ Αμπντάλα αλλά και πίσω της ορκισμένους, αδίστακτους και ανηλεείς εχθρούς, όπως τον καρδινάλιο Φιλίππε, την Σάρα Σμίτερ, τον Μαξ Βάρμπουργκ και πολλούς ακόμα. Οι κίνδυνοι αμέτρητοι και συχνά καλά κρυμμένοι, οι παγίδες πολλές και δυσδιάκριτες, οι καλά οργανωμένες συνωμοσίες παμπάλαιες και καλά "ριζωμένες" σε λαούς, κουλτούρες και παραδόσεις και η πορεία της αρχαιολόγου δύσκολη και επικίνδυνη. Ο αναγνώστης θα εντυπωσιαστεί από το "ξεσκέπασμα" πολλών και καλά εδραιωμένων κατεστημένων διεθνώς που δρουν εν αγνοία μας, όπως την αναβίωση του Γ’ Ράιχ των μισητών Ναζί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σε ένα ακόμα δυναμικότερο και πιο επικίνδυνο Δ’ Ράιχ, την πραγματική προέλευση και έμπνευση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, την πρόγονο της τωρινής, σύγχρονής μας Ε.Ε, την αθέμιτη χρήση ενός πανάρχαιου συμβόλου όπως είναι η Σβάστικα για ανίερους σκοπούς και, τέλος, τον πραγματικό ρόλο των Σιωνιστών και τον πόλεμο, καλύτερα θα έπρεπε να πούμε τον αφανισμό όλων εκείνων των ομοεθνών τους Εβραίων που δεν υπέκυψαν, ούτε υποτάχθηκαν στη θέλησή τους.
          Το μυθιστόρημα «Ανάσταση Ψυχών» είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που σκέφτεσαι για καιρό αφότου τελειώσεις την ανάγνωσή του, που θέλεις αρκετό χρόνο για να κατανοήσεις και να αφομοιώσεις όλα τα στοιχεία που γενναιόδωρα μας παρέχει ο συγγραφέας μέσα από τους συλλογισμούς και τα γραπτά των ηρώων του και που θα κρατήσετε για πάντα στη βιβλιοθήκη σας για να ανατρέχετε κάθε φορά που θα χρειάζεστε πληροφορίες για κάποιο θέμα από όσα αναφέρει ο συγγραφέας. Το βιβλίο, όμως, αυτό είναι και πολλά ακόμη: είναι ένα μυθιστόρημα που μας μιλά για την αγάπη, την αληθινή συντροφικότητα, την αιώνια αναζήτηση του ανθρώπου για την μία, μοναδική αλήθεια για την ύπαρξη και τον προορισμό του σε αυτόν τον πλανήτη, αλλά και για την πορεία προς την πραγματική ανάσταση και την ολοκλήρωση της αιώνιας και άφθαρτης ψυχής μας. Πολλά και θερμά συγχαρητήρια στον αγαπητό Εμμανουήλ Μαύρο για ένα ακόμα βιβλίο του που αξίζει να διαβαστεί!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«H δυναμική Ελληνίδα αρχαιολόγος Ελένη Νάκου, παρουσιάζει την δεύτερη διδακτορική της διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης για την «Έξοδο» των Εβραίων από την Αίγυπτο και ανακοινώνει τη νέα της έρευνα, για τις ρίζες του χριστιανισμού. Σύμμαχό της σε αυτήν την περιπέτεια επιδιώκει να είναι ο φίλος της καθηγητής αρχαιολόγος του Πανεπιστημίου του Καΐρου Ζάχι Χαβάς.
Αλλά ο Χαβάς έχει εξαφανιστεί από την Ιορδανία. Φτάνοντας επί τόπου η Ελένη Νάκου διαπιστώνει πως η προσωπικότητα του Χαβάς είναι πολύ πιο περίπλοκη απ’ ό,τι την γνώριζε, ενώ κατηγορείται πως έκλεψε τις μυστηριώδεις Πλάκες του Πυθαγόρα.
Αποφασίζει να ριχτεί στα χνάρια που θα την οδηγήσουν στην εύρεση των Πλακών του Πυθαγόρα και του καθηγητή Χαβάς, χωρίς να γνωρίζει πως έτσι μπλέκεται σ’ ένα μοιραίο γρανάζι πολιτικής συνωμοσίας και δολοφονικών νεοναζιστικών ομάδων. Συνάμα, ακολουθεί μια αναζήτηση που γρήγορα θα μεταμορφωθεί σε ένα ταξίδι γνώσης, κατάκτησης του πνεύματος και μύησης.

Θα αντιληφθεί σιγά-σιγά πως εκπληρώνει την αιώνια αναζήτηση του «γνθι σατόν» για την ανάσταση ψυχών, πληρώνοντας βαρύ τίμημα ως την ύστατη συνάντηση…»

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Συνέντευξη με την ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΑΡΟΚΩΣΤΑ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

κ. Κατερίνα Ζαρόκωστα
          Με την αφορμή της έκδοσης του τελευταίου βιβλίου της Κατερίνας Ζαρόκωστα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο με τίτλο «Οι Αδερφές Ραζή», η εξαίρετη συγγραφέας είχε την προθυμία να απαντήσει στις ερωτήσεις των «Φίλων Της Λογοτεχνίας» για την λογοτεχνία, το συγγραφικό της έργο και τις απόψεις της για τα βιβλία και άλλα πολλά. Την ευχαριστώ ιδιαίτερα για τον χρόνο που μου διέθεσε, της εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στο τελευταίο της μυθιστόρημα αλλά και στο σύνολο του συγγραφικού της έργου και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις της ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την αγαπητή κ. Ζαρόκωστα!

1) Αγαπητή κ. Ζαρόκωστα, τις θερμές ευχές μας για το νέο μυθιστόρημά σας που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, με τίτλο «Οι Αδερφές Ραζή». Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Σας ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σας.
Πιστεύω πως το έναυσμα δεν ήταν μια στιγμιαία έμπνευση. Η επιθυμία μου να γίνω συγγραφέας χτίστηκε από νωρίς, αλλά σιγά σιγά, με το διάβασμα. Στο πατρικό μου υπήρχε πλούσια βιβλιοθήκη. Από την εφηβεία άπλωνα το χέρι και κατέβαζα όποιο βιβλίο ήθελα. Το ευτύχημα είναι ότι οι γονείς μου δεν μου επέβαλαν περιορισμούς.
Έτσι καταβρόχθισα ανάκατα Μπαλζάκ, Ντοστογιέφσκι, Φλωμπέρ, Καβάφη, Ρεμπώ, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη, Τσίρκα, Καραγάτση κ.ά. σε μεγάλες και διαρκείς δόσεις. Αργότερα, στη Γαλλική Φιλολογία του Καποδιστριακού αναπτύχθηκε ακόμα περισσότερο η αγάπη μου για τη λογοτεχνία, και με την παρότρυνση των καθηγητών έγραψα τα πρώτα μου κείμενα.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να σταχυολογήσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Γνωστοί και φίλοι, γνωρίζοντας την ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία, μου διηγούνται ιστορίες. «Γράψ’ τες!» μου λένε. Μπορεί οι ιστορίες τους να είναι πολύ ενδιαφέρουσες, αλλά αν δεν με κεντρίσει ένας χαρακτήρας, δεν κινητοποιούμαι. Από κει κι ύστερα τον ακολουθώ κι εκείνος ή εκείνη με οδηγεί. Όσο για τα ιστορικά γεγονότα και επειδή ο άνθρωπος προσδιορίζεται από την εποχή του, προσφεύγω στις πηγές. Βιβλία ιστορικά, σχετικά άρθρα στο Ίντερνετ… Ύστερα όμως όλα αυτά τα στοιχεία τα βάζω σε δεύτερο πλάνο. Σε πρώτο πλάνο δρουν οι ήρωες. Τα βιβλία που γράφω δεν είναι ιστορικά. Είναι μυθιστορήματα και διηγήματα χαρακτήρων.

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Καταρχάς τέλειωσα τη Φιλοσοφική, το Τμήμα Γαλλικής Φιλολογίας. Έπειτα δίδαξα για μερικά χρόνια γαλλική γλώσσα στην Πανεπιστημιακή Λέσχη. Στη συνέχεια είχα την τύχη να γνωρίσω τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Νίκο Γκάτσο, από τους οποίους έμαθα πολλά. Ο Χατζιδάκις μού έδωσε μια εκπομπή στο Τρίτο Πρόγραμμα κι από τότε ασχολήθηκα με πολιτιστικές εκπομπές στη Ραδιοφωνία, πρώτα στο Τρίτο, ύστερα στο Πρώτο Πρόγραμμα. Ήταν ωραία χρόνια. Η δουλειά μου βάδιζε παράλληλα με τη συγγραφή. Το ένα βοηθούσε το άλλο, διότι διάβαζα διαρκώς νέα βιβλία για να τα παρουσιάσω στο ραδιόφωνο. Κι όπως είπαμε συγγραφέας χωρίς διάβασμα δεν γίνεσαι. Ο Μπόρχες έλεγε: «Είμαι ονειρευτής, αναγνώστης και πότε πότε συγγραφέας».

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ στα βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Στο νέο σας βιβλίο, το οποίο βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, πόσο εύκολη, ή επώδυνη ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Πάντα υπάρχουν προσωπικά βιώματα στα βιβλία των συγγραφέων. Μόνο που όταν δεν πρόκειται για αυτοβιογραφίες τα βιώματα είναι μετουσιωμένα, μασκαρεμένα θα μπορούσα να πω. Ακόμα κι απ’ τον ίδιο τον γράφοντα. Στη φωνή του συγγραφέα δεν ηχεί μόνο το προσκήνιο της συνείδησης. Ηχούν και τα παρασκήνια. Εκεί γίνονται τα πιο σπουδαία πράγματα. Εκεί σκοτώνει η Μήδεια τα παιδιά της.
Απ’ αυτή την άποψη «Οι Αδερφές Ραζή» δεν παρουσίασαν μεγαλύτερες δυσκολίες απ’ ό,τι τα άλλα μου βιβλία.

5) Στα βιβλία σας έχετε καταπιαστεί με πολλά ενδιαφέροντα θέματα ενώ συχνά η μυθοπλασία σας πλαισιώνεται από εξαιρετικά σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Ποιά θεωρείτε ως την πιο σημαντική, ίσως και ανεξάντλητη, "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;

Τον εαυτό του. Τα βιώματά του. Μετουσιωμένα, όπως είπαμε. Για παράδειγμα οι παππούδες, οι γονείς μου, κατάγονταν από την Πόλη. Μεγάλωσα με διηγήσεις για τη ζωή «εκεί», εξιδανικευμένη από τη νοσταλγία. Αυτό το ιδιαίτερο κλίμα προσπάθησα να μεταφέρω στα δυο μυθιστορήματά μου που ασχολούνται με τη Μικρασιατική καταστροφή, το «Ένα κομματάκι ουρανός» και τώρα τις «Αδερφές Ραζή». Δεν αφηγήθηκα δηλαδή την ιστορία της οικογένειάς μου. Αυτούσια, δεν παρουσίαζε για μένα λογοτεχνικό ενδιαφέρον.

6) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Αν λέγοντας «επιστημονικό» εννοείτε το διάβασμα, τη μελέτη των μεγάλων συγγραφέων κάθε εθνικότητας, τότε βεβαίως και είναι απαραίτητο. Εκεί μαθητεύει ο νέος συγγραφέας. Στους σπουδαίους ομοτέχνους που προηγήθηκαν. Ευτυχώς η εποχή μας, με τις καλές μεταφράσεις, το επιτρέπει.

7) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια; 

Όχι, όλα προκύπτουν τυχαία. Τυχαία βρήκα τη Θωμαή, μια από τις ηρωίδες μου στο Ένα κομματάκι ουρανός, σε μια έκθεση φωτογραφιών της παλαιότερης Ελλάδας από τον Μπαλάφα, στο Μουσείο Μπενάκη. Τυχαία εμφανίστηκαν μπροστά στα μάτια της φαντασίας μου οι τρεις αδερφές Ραζή μια μέρα κι άρχισαν να φλυαρούν. Άπαξ και βρω τους ήρωές μου όμως, συμβαίνει αυτό που λέτε: η ζωή τους, τα πάθη τους βρίσκονται στο μυαλό μου διαρκώς. Σαν μαγνήτης το μυθιστόρημα έλκει ό,τι σημαντικό συμβαίνει στην τρέχουσα ζωή και το ενσωματώνει στον μυθιστορηματικό χρόνο.

8) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο βιβλίο σας αρκείστε μόνο στη δική σας γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε;

Συνήθως το εμπιστεύομαι σ’ έναν ομότεχνο που σέβομαι τη γνώμη του. Όποτε δεν το έχω κάνει, δεν μου έχει βγει σε καλό. Η αλαζονεία δεν είναι παραγωγικό συναίσθημα.

9) Από τα μυθιστορήματά σας  υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τα βιβλία σας και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" κάποιων από αυτά;

Το κάθε βιβλίο αντιπροσωπεύει ένα συγκεκριμένο στάδιο εξέλιξης στην προσωπική πορεία του συγγραφέα. Έτσι όλα μου τα βιβλία αντικατοπτρίζουν την προσωπική μου ιστορία. Προτιμώ εκείνα των ευτυχισμένων χρόνων. Τη νουβέλα Τόμεκ λόγου χάρη την αγαπώ πολύ. Είναι γραμμένη στα χρόνια της αθωότητας κι έχει μια φρεσκάδα που δεν ξαναβρήκα έκτοτε. Στην αντίπερα όχθη, στα χρόνια της ωριμότητας δηλαδή, βρίσκονται «Οι Αδερφές Ραζή». Κι αυτό το βιβλίο το αγαπώ πολύ και είμαι πολύ ικανοποιημένη που το έγραψα.

10) Η συγγραφέας Κατερίνα Ζαρόκωστα βρίσκει το χρόνο να διαβάζει για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Προτιμώ το μυθιστόρημα. Θεωρώ ότι είναι μια ολοκληρωμένη μορφή έκφρασης. Γι’ αυτό είναι και τόσο δύσκολο να γράψεις ένα καλό μυθιστόρημα. Τα πεδία ανοίγονται ελεύθερα προς όλες τις κατευθύνσεις: Ιστορία, δράμα, κωμωδία, ρομάντζο, δοκίμιο… Θα μπορούσα να παρομοιάσω το διήγημα με ένα διαμπερές διαμέρισμα. Το διασχίζεις σαν βέλος και φεύγεις. Το μυθιστόρημα μοιάζει με παλιά μονοκατοικία. Θέλεις να μπεις σ’ ένα δωμάτιο, ανοίγεις μια πόρτα. Μένεις εκεί όσο θέλεις. Ύστερα ανεβαίνεις την παλιά σκάλα που οδηγεί στον όροφο. Θέλεις να καθυστερήσεις κοιτάζοντας τις φωτογραφίες της οικογένειας που έζησε εκεί; Το κάνεις. Ανοίγεις την πόρτα του ενός υπνοδωματίου… Και πάει λέγοντας. Αρκεί να μην καθυστερείς πολύ. Φυσικά στο τέλος όλα τα στοιχεία που σου κίνησαν το ενδιαφέρον πρέπει να δένουν μεταξύ τους. Αν όχι τα πετάς. Ξέρετε, όποιος γράφει σβήνει κιόλας.

11) Θυμάστε το πρώτο σας ανάγνωσμα το οποίο σας "παρέσυρε" στον κόσμο της λογοτεχνίας; Υπάρχει κάποιο απόφθεγμα από βιβλίο το οποίο να καθόρισε την μετέπειτα ζωή σας; Έχετε δεχθεί κάποιες επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Ήταν πολλά για να ξεχωρίσω κάποιο απ’ όλα. Σίγουρα πολύ νωρίς με επηρέασαν ο Σολωμός και ο Καβάφης. Έχω αποστηθίσει στίχους τους και συχνά τους απαγγέλλω κατ’ ιδίαν ή στον σύντροφό μου. Και πολλές φορές ανοίγω τα βιβλία τους στις τσακισμένες σελίδες για την απόλαυση της ανάγνωσης. Πιστεύω πως οι ποιητές έχουν το χάρισμα της συμπύκνωσης, γλώσσας και νοήματος. Κάποιοι στίχοι που με βρήκαν στην καρδιά εξακολουθούν να ερμηνεύουν αισθήματα και γεγονότα της καθημερινότητάς μου.

12) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει,  το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε, ή ονειρεύεστε να είχατε συγγράψει εσείς;

Ζηλεύω τους ποιητές μας. Έχουν την τύχη να πατάνε σε στέρεο δρόμο τριάντα αιώνων. Από τον Όμηρο έως σήμερα, περνώντας απ’ τη Σαπφώ, τον Αρχίλοχο, τους τραγικούς μας, το δημοτικό τραγούδι, τον Ερωτόκριτο, για να αναφέρω κάποιους σταθμούς μόνο, η ποίησή μας, η γλώσσα μας έχουν μια αδιάλειπτη πορεία. Και οι ποιητές μπορούν να αντλούν ελεύθερα απ’ όποια εποχή της γλώσσας μας επιθυμούν. Ενώ ο πεζογράφος δύσκολα μπορεί να το κάνει αυτό χωρίς να φανεί λόγιος.
Ζηλεύω επίσης (με την έννοια της άμιλλας φυσικά, όχι του φθόνου) τη λιτή γραφή του Γιάννη Μπεράτη στο «Πλατύ ποτάμι». Για τον ίδιο λόγο ζηλεύω τον Σταντάλ. Λένε πως πριν κάτσει να γράψει μελετούσε τον Αστικό Κώδικα για να είναι όσο πιο ακριβής και λιτός γίνεται. Δεν είναι εύκολο,  ξέρετε.

13) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

«Όποιος πολύ ταξίδεψε πολλά είδε» λέει μια γαλλική παροιμία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ταξίδι διευρύνει τους ορίζοντες του ταξιδιώτη. Αυτό σημαίνει πως διευρύνει και τη θεώρηση του κόσμου. Βλέπει πως ζουν, τι πιστεύουν οι άνθρωποι σε άλλους τόπους, παύει να είναι έγκλειστος στις παραδόσεις, τις πεποιθήσεις όσων έμαθε στην παιδική του ηλικία. Το ταξίδι σού δίνει την ευκαιρία να γνωρίσεις και κάποιες πλευρές του εαυτού σου που ενδεχομένως δεν εμφανίζονται στον στενό σου περίγυρο. Από κάθε άποψη σε ωφελεί. Όπως επίσης χρήσιμο είναι να έχεις επισκεφθεί τα μέρη για τα οποία γράφεις. Το γράψιμο στηρίζεται κατά μεγάλο μέρος στις εικόνες. Πώς θα αναφερθείς πειστικά σε κάτι αν δεν το έχεις δει; Οι εξαιρέσεις είναι σπάνιες. Ο Ιούλιος Βερν μού έρχεται αμέσως στον νου.

14) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Εξαρτάται από την επιθυμία του. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να την προδίδει. Αν οι αναζητήσεις του τον οδηγήσουν σε νέα μονοπάτια, καλό είναι να τα ακολουθήσει. Δεν γράφεις για το αναγνωστικό κοινό. Χαίρεσαι βέβαια πολύ όταν το βιβλίο σου τυγχάνει καλής αποδοχής, αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος, είναι το αποτέλεσμα.

15) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "αφυπνίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι απλά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Άλλο είναι να αφυπνίζεις τη σκέψη, το συναίσθημα, κι άλλο να περνάς μηνύματα. Δεν είναι δάσκαλος ο συγγραφέας ούτε «ινστρούχτορας». Είναι απλώς ένας άνθρωπος με χάρισμα. Δεν είναι δουλειά του να καθοδηγεί τη σκέψη του αναγνώστη. Δουλειά του είναι να προσφέρει απόλαυση, να διευρύνει τη γνώση του εαυτού σ’ εκείνον που τον διαβάζει, να τον μεταφέρει έξω και πέρα από τον καθημερινό, «ιστορικό» λεγόμενο χρόνο, να βάζει τάξη, μέσα απ’ τις λίγες αυτές σελίδες έστω, στο χάος του κόσμου. Έτσι επέρχεται η λύτρωση.

16) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για έναν συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Η θέαση του παρόντος είναι δύσκολη υπόθεση. Διότι βλέπεις μέρος αυτού. Ενώ για το παρελθόν έχει κανείς συνολικότερη θέαση. Είναι σαν να βλέπεις ένα χωριό από μια κορφούλα ή να περπατάς στα δρομάκια του. Και το ένα και το άλλο έχουν τη χάρη τους. Όμως ο συγγραφέας χρειάζεται να πάρει  αποστάσεις από το θέμα του, να του είναι «ανοίκειο», όπως λέει ο Νάνος Βαλαωρίτης. Υπάρχει και μια άλλη παγίδα: να ολισθήσεις στη δημοσιογραφική γραφή, εφόσον η δημοσιογραφία εξ ορισμού ασχολείται με το επίκαιρο. Κι όμως υπάρχουν μεγάλοι συγγραφείς που έγραψαν για τον καιρό τους υπέροχα βιβλία. Ο Τολστόι, ο Χάινριχ Μπελ, ο Άμος Οζ είναι οι πρώτοι που μου έρχονται στον νου. Με δυο λόγια όλα τα λουλούδια ανθίζουν στον μπαχτσέ της λογοτεχνίας. Αρκεί να είναι όμορφα. Όσο για τη φυγή από τη δύσκολη πραγματικότητα, έτσι κι αλλιώς σ’ την προσφέρει ένα καλό βιβλίο, είτε μιλάει για το σήμερα, για το αύριο, είτε για το χθες.

17) Στην σύγχρονη πραγματικότητα και στην εποχή της άκρατης τεχνολογίας ποιά θεωρείτε πως είναι η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου; Περνάει τελικά το βιβλίο κρίση στη χώρα μας ή διεθνώς και τί θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να γίνει πιο προσιτό στο αναγνωστικό κοινό και ιδιαίτερα στους νέους;

Δεν πιστεύω ότι βιβλία θα πάψουν να γράφονται όσο κι αν εξελιχθεί η τεχνολογία. Η λογοτεχνία απευθύνεται σε άλλες περιοχές της ψυχής, σε άλλες ανάγκες. Δεν θα πάψουν να υπάρχουν αυτές οι ανάγκες, πάντα ο άνθρωπος θα αναζητάει απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής, ιδίως στο μεγαλύτερο: το γιατί του θανάτου. Τέτοιες απαντήσεις δεν δίνει η τεχνολογία. Η τεχνολογία κάνει τη ζωή πιο εύκολη, δεν της δίνει νόημα.
Στην κοινωνία της ευκολίας λοιπόν, φυσικό είναι το βιβλίο να περνάει κρίση. Όπως και τόσες άλλες ανθρωπιστικές αξίες. Όσο για τους νέους, καθοριστικό ρόλο στη συγκριμένη περίπτωση, αλλά και γενικότερα, παίζει το περιβάλλον στο σπίτι και στο σχολείο. Αν το παιδί βλέπει τους γονείς μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, όποτε έχουν χρόνο, αν ο δάσκαλος αγαπάει ο ίδιος τη λογοτεχνία και δεν διδάσκει μηχανικά, για να τελειώσει η ώρα, τότε θα μάθει να σέβεται και να αγαπάει το βιβλίο. Συνεπώς καταλήγουμε σε κάτι τόσο ουσιαστικό όσο και κοινότοπο: στην ανάγκη καλής παιδείας.

18) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε αυτό από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Φυσικά είχα αγωνία. Πρώτα να το δεχτεί ο εκδότης. Το κοινό βρισκόταν πολύ μακριά απ’ τις έγνοιες μου τότε. Είχα την τύχη να «πέσω» σε καλούς εκδότες: Τη Χατζηνικολή, τον Γιάννη Δουβίτσα της Νεφέλης, τον Καστανιώτη, τώρα το Μεταίχμιο. Ο εκδότης αποτελεί  σημαντικό κεφάλαιο για τον συγγραφέα. Αν πιστέψει στο βιβλίο του, θα το προωθήσει αναλόγως. Θα αναζητήσει ενδεχομένως μεταφραστή ώστε να ταξιδέψει το βιβλίο και εκτός συνόρων.
Πιστεύω πως η θεματολογία παίζει κάποιο ρόλο. Αλλά επιμένω πως ο συγγραφέας δεν πρέπει να νοιάζεται για το αν το βιβλίο του θα αρέσει στο κοινό, όσο για το αν θα κατορθώσει να εκφράσει τη δική του αλήθεια.

19) Εσείς, με  την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Να διαβάζουν. Και να μη βιάζονται. Αυτό που εύκολα αναρριχάται, εύκολα κατρακυλάει.

20) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία και ειδικότερα, στο νέο μυθιστόρημά σας «Οι Αδερφές Ραζή», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Σας ευχαριστώ που μου δώσατε την ευκαιρία να εκφράσω κάποιες από τις απόψεις μου, τα σχέδιά μου, καθώς και για τα καλά σας λόγια και τις ευχές για τις «Αδερφές Ραζή».
Τώρα σκοπεύω να καταπιαστώ με ένα μυθιστόρημα που θα φέρει στο προσκήνιο κάποιους ήρωες από το «Ένα κομματάκι ουρανός» και τις «Αδερφές Ραζή», ώστε να ολοκληρώσω μια τριλογία με θέμα την τύχη και εξέλιξη της πρώτης και δεύτερης γενιάς Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα. Θα φτάσω ως τις μέρες μας. Ο γενικός τίτλος της τριλογίας είναι «Δυο όχθες» και αναγράφεται ήδη στις «Αδερφές Ραζή».

Βιογραφία της Κατερίνας Ζαρόκωστα:

Η Κατερίνα Ζαρόκωστα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1951, σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε έναν κύκλο σπουδών Κοινωνικής Ψυχολογίας στην École pratique des hautes études στο Παρίσι. Από το 1979 ως το 1993 συνεργάστηκε με την Κρατική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση σε εκπομπές πολιτιστικού περιεχομένου. Από το 1993 ως το 2000 ήταν υπεύθυνη βιβλιοπαρουσίασης στο περιοδικό Elle. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1983. Έκτοτε δημοσίευσε επτά βιβλία: συλλογές διηγημάτων, νουβέλες και ένα μυθιστόρημα. Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα αγγλικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και διετέλεσε μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου στα έτη 2007, 2011 και 2012. Είναι Μέλος της Επιτροπής για το βραβείο μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature.

Πρόσφατη Εργογραφία Κατερίνας Ζαρόκωστα:

«ΟΙ ΑΔΕΡΦΕΣ ΡΑΖΗ» (2017)
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 336
Τιμή: 14,94 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ανάμεσα στις δυο όχθες που τις χωρίζει νερό αγεφύρωτο, οι αδερφές Ραζή, Μέλπω, Τέτα και Χαρίκλεια, ζουν στη μια μεριά και ονειρεύονται την άλλη.  Ευτυχισμένες οι μέρες στην Πόλη, πριν απ’ την Καταστροφή, δύσκολα τα πρώτα χρόνια όταν πέρασαν στην αντικρινή όχθη κι απ’ τη μια στιγμή στην άλλη μετατράπηκαν σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας, πρόσφυγες.
Στην Ελλάδα καθεμιά ακολουθεί την πορεία της, χωρίς να πάψουν να είναι ενωμένες σαν γροθιά. Προσφυγιά, Κατοχή, Εμφύλιος, Χούντα. Γύρω τους άνθρωποι που η ιστορική στιγμή μετατρέπει σε ήρωες, θύματα, προδότες ή όλα εναλλάξ.
Όταν στη σκηνή εισβάλλει ορμητικά η Ινώ και συνδέεται ερωτικά με τον άντρα της Μέλπως Ραζή, οι ισορροπίες ανατρέπονται. Προσφυγάκι κι αυτή, αλλά φτωχαδάκι απ’ τα γεννοφάσκια, απλώνει το χέρι και δρέπει.»